Τίποτα δεν πάει χαμένο

Ενα ντοκιμαντέρ για τον ηρωϊκό αγώνα των χαλυβουργών

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ Κοινωνία • 13 Ιανουαρίου 2015

 

Ηταν 9 μήνες. 272 μέρες. Όλα ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 2011. Μέρες ελπίδας, μέρες αγώνα, μέρες δύσκολες μα και μέρες ωραίες. Οι χαλυβουργοί του Μάνεση άντεξαν πέρα από κάθε προσδοκία, ακόμα και δική τους, να αγωνιστούν για τα δίκια της ζωής τους 272 μέρες και νύχτες. Μέχρι που τα δημοκρατικά ΜΑΤ της ελληνικής δημοκρατίας έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν για προστατεύσουν τα δίκια του επιχειρηματία.

Εφυγαν ηττημένοι οι εργάτες; Κανένας αγώνας της εργατικής τάξης που καταφέρνει να ανησυχήσει τόσο πολύ τους εκμεταλλευτές της δεν πάει χαμένος. Κανένας αγώνας που συνένωσε τόσους ανθρώπους για τόσες μέρες δεν τελειώνει επειδή προσωρινά σταματάει. Τίποτα δεν χάνεται ακόμα και τώρα που το εργατικό κίνημα προσπαθεί να βρει ένα βηματισμό που να είναι στέρεος απέναντι στην άγρια επίθεση του καπιταλισμού. Αρκεί να μη χαθεί και η μνήμη.

Και δεν θα χαθεί γιατί «αυτή η ιστορία πρέπει να ειπωθεί». Αυτό το ήξερε η Θεοδοσία Γραμματικού όταν πήρε την κάμερα και πήγε για πρώτη φορά στο εργοστάσιο προκειμένου να γράψει αυτό που συνέβαινε εκεί. Είχε ήδη περάσει ένας μήνας απεργίας. Από τους 9 μήνες εγγραφών δίπλα στους απεργούς γεννήθηκε το ντοκυμαντέρ ««NON OMNIS MORIAR» («Δεν θα πεθάνω ολάκερος») της κινηματογραφικής ομάδας «Λοκομοτίβα» [δείτε τρέιλερ στο τέλος της παρουσίασης], σε σκηνοθεσία Θεοδοσίας Γραμματικού, που αφηγείται τη συγκλονιστική απεργία των χαλυβουργών.

Δεν είναι μια ταινία που θα τη βρείτε να φιγουράρει στις μεγάλες αίθουσες και να προτείνεται από τις σελίδες των εφημερίδων του συστήματος. Βρήκε όμως τη θέση της στη διανομή από την εταιρεία «New Star» και από τις 8 Ιανουαρίου προβάλλεται στους κινηματογράφους «ΑΛΚΥΟΝΙΣ new star art cinema» και «ΣΤΟΥΝΤΙΟ new star art cinema».

Η Θεοδοσία Γραμματικού έζησε από κοντά κάθε στιγμή αυτού του αγώνα που συνέβαινε ακριβώς στην καρδιά μιας χώρας που βίωνε και βιώνει την καπιταλιστική βαρβαρότητα σε κάθε έκφανση της ζωής. Δεν ήταν μόνο σύμβολο και δύναμη παραδείγματος ήταν και άκρως επικίνδυνος. Μια σπίθα που έπρεπε να μην μεταδοθεί κι αλλού.

Ηταν εκεί με την κάμερα όταν οι απεργοί ένοιωθαν ενθουσιασμό και δύναμη να συνεχίσουν, ήταν εκεί όταν μέρα με τη μέρα ενώνονταν σαν γροθιά. Ηξεραν πια ότι οι ατομικές λύσεις δεν αποτελούν στην πραγματικότητα καμία λύση. Οταν αισθάνονταν την έμπρακτη αλληλεγγύη του κόσμου που έφτανε εκεί με τρόφιμα, αλλά και με μια κουβέντα ενθάρρυνσης να μην σταματήσουν. Ηταν εκεί όταν κουράζονταν, απογοητεύονταν και έχαναν το κουράγιο τους, όταν περίμεναν η δική τους σπίθα να γίνει φωτιά που θα ανάψει και στα άλλα εργοστάσια, όταν ένοιωθαν τον φόβο των συναδέλφων τους στους άλλους χώρους δουλειάς κάτω από τον αδυσώπητο εκβιασμό της απόλυσης, όταν κουβέντιαζαν στις συνελεύσεις ποια θα είναι η συνέχεια, όταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους αψηφούσαν την κούραση και τα έξοδα του σπιτιού που δεν καλύπτονταν και τους παρότρυναν να συνεχίσουν. Όταν μέρα τη μέρα καταλάβαιναν ότι δεν παλεύουν μόνο για τους εαυτούς τους, αλλά για λογαριασμό της τάξης τους. Αλλά και όταν έγινε η επίθεση από τα ΜΑΤ και γράφτηκε στα πρόσωπά τους η απογοήτευση μα και στη συνείδηση τους η αλήθεια που τώρα πια την ξέρουν. Ξέρουν πόσα μπορεί το κράτος να κάνει για να προστατεύσει τον κάθε Μάνεση που πλουτίζει με την εργασία τους, αλλά και τι μπορεί να κάνει ένας λαός που αγωνίζεται. Τώρα ξέρουν ότι μπορεί συμβεί…

Αυτή είναι η ιστορία. Ετσι καταγράφεται στο κινηματογραφικό πανί. Χωρίς φτιασιδώματα και εξιδανικεύσεις, χωρίς κινηματογραφικές οφθαλμαπάτες. Ο ωραίος μα και δύσκολος αγώνας έτσι όπως τον έζησαν οι χαλυβουργοί και οι οικογένειές τους.

Η παραγωγή της ταινίας είναι το αποτέλεσμα της συλλογικής δουλειάς της κινηματογραφικής κολεκτίβας «Lokomotiva». Μια ομάδα που επιδιώκει το περιεχόμενο μιας τέχνης που ακούει την κοινωνία, που αντιστέκεται, που παίρνει θέση απέναντι στη βαρβαρότητα, που δεν κρύβει την αλήθεια ούτε την αντανακλά παθητικά. Ακριβώς γιατί «η τέχνη δεν πρέπει ν’ αντανακλά σαν τον καθρέφτη μα σαν φακός να μεγεθύνει» που θα έλεγε και ο Ποιητής.

Ο τίτλος της ταινίας «Δεν θα πεθάνω ολάκερος» αντλήθηκε από τις Ωδές του Οράτιου:

«Πιο ψηλό κι απ’ τον βασιλικό τόπο των πυραμίδων

Που ούτε μπόρες, ούτε ο βόρειος άνεμος

Δεν μπορούν να φθείρουν ούτε η ατελειώτη

Αλυσίδα των ετών και το φευγιό του χρόνου

Δεν θα πεθάνω ολάκερος, κι ένα μεγάλο μου κομμάτι τον τάφο θα ξεφύγει

Διαρκώς μες τα μελλούμενα η δόξα μου εκ νέου θα θεριεύει»

(Οράτιος, Ωδές, Βιβλίο ΙΙΙ).

 

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email