Η ζωή του Ντάσιελ Χάμετ

ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ Χωρίς κατηγορία • 10 Ιανουαρίου 2015

Ο Σάμιουελ Ντάσιελ Χάμετ, (Samuel Dashiell Hammett) γεννήθηκε στις 27 του Μάη 1894 στο Μέριλαντ των ΗΠΑ. Ο πατέρας του ήταν σκοτσέζικης καταγωγής και η μητέρα του είχε γαλλικές ρίζες (απ’ το επίθετο της, Ντε Σιελ, εξαγγλισμένο σε Ντάσιελ, προέρχεται τ’ όνομα του). Το 1900 η οικογένεια μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια και ένα χρόνο αργότερα στη Βαλτιμόρη. Σε ηλικία 14 ετών ο Χάμετ αφήνει το γυμνάσιο και κάνει διάφορες εφήμερες δουλιές: υπάλλη­λος της εταιρίας σιδηροδρόμων Βαλτιμόρης και Οχάιο, παιδί για θε­λήματα σε μεσιτικό γραφείο, κλητήρας. Το 1915, στα 21 του, προσ­λαμβάνεται στο περίφημο γραφείο ντετέκτιβ Πίνκερτον. Το πρακτο­ρείο Πίνκερτον, ηλικίας ήδη 65 χρόνων, ήταν το μεγαλύτερο στη χώρα. Ο λογότυπος του ήταν ένα ανοιχτό μάτι, το σύνθημα του «Πο­τέ δεν κοιμόμαστε» (από εκεί προέρχεται και η έκφραση Private eye – κατά λέξη, ιδιωτικό μάτι – για τους ιδιωτικούς ντετέκτιβ). Ωστό­σο, με την ισχυροποίηση των τοπικών και ομοσπονδιακών αστυνο­μικών δυνάμεων, ο «ευγενής» ρόλος του πρακτορείου εκφυλίστηκε στην παροχή πρόσθετων αστυνομικών και στις αντισυνδικαλιστικές σκευωρίες. Όταν μάλιστα, απ’ τις αρχές του αιώνα, το εργατικό κί­νημα στις ΗΠΑ γνώρισε ορμητική άνοδο, η βασική λειτουργία των Πίνκερτον έγινε η αντισυνδικαλιστική: να σπάνε απεργίες, να τρο­μοκρατούν και να ενοχοποιούν με προβοκάτσιες απεργούς και να βάζουν με τη βία τους απεργοσπάστες στο εργοστάσιο.

Ο πράκτορας (operative) των Πίνκερτον δεν είχε ωράριο και το 1915 ο πρώτος μισθός ήταν 21 δολάρια τη βδομάδα. Η δουλιά των ντετέκτιβ ήταν άχαρη, μια και κατά πολύ μεγάλο ποσοστό ήταν η παρακολούθηση και το βασικό προσόν του ντετέκτιβ ήταν η ικανό­τητα του να μένει απαρατήρητος και να μπορεί να περιμένει ατέλειω­τες ώρες. Ο Χάμετ, παρά το ύψος του (1.86), διακρίθηκε ιδιαίτερα σ’ αυτό. Στη δουλιά του είχε προϊστάμενο τον Τζέιμς Ράιτ, έναν κοντό­χοντρο, μεσήλικα πράκτορα με μυθικές ικανότητες. Ο Ράιτ γνώρισε στον Χάμετ τα μυστικά του επαγγέλματος και αποτέλεσε το πρότυπο για τον πρώτο πετυχημένο λογοτεχνικό του ήρωα, τον ανώνυμο «Πράκτορα του Κοντινένταλ» (Continental Op).

Στοιχεία για τη φύση των υποθέσεων που ανάλαβε ο Χάμετ δεν έχουν σωθεί, γιατί, τα αρχεία των Πίνκερτον (λέγεται ότι) κατα­στράφηκαν από πυρκαγιά. Ο ίδιος ο Χάμετ ανάφερε κατά καιρούς διάφορα περιστατικά, πολλά απ’ τα οποία αμφισβητούνται εξαιτίας της τάσης του να κοροϊδεύει τους δημοσιογράφους όταν είχε πια γί­νει διάσημος. Η Λίλιαν Χέλμαν γράφει ότι ο Χάμετ της είχε διηγη­θεί πως το 1917 του είχαν ζητήσει να δολοφονήσει τον εργατικό ηγέτη Φρανκ Λιτλ και αρνήθηκε. (Ο Λιτλ, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ταξικής οργάνωσης Βιομηχανικοί Εργάτες του Κό­σμου (IWW) λιντσαρίστηκε τον Αύγουστο του 1917 στην Ανακόντα της Μοντάνα.) Το γεγονός δεν έχει διασταυρωθεί, πάντως ο Χάμετ είχε κάποια ανάμειξη στην υπόθεση και αργότερα χρησιμοποίησε την πόλη Ανακόντα σαν πρότυπο της Πόιζονβιλ στον Κόκκινο θερι­σμό.

Στις 24 του Ιούνη 1918, 15 μήνες από τότε που η Αμερική είχε μπει στον πόλεμο, ο Χάμετ αφήνει τη δουλιά του και κατατάσσεται στο στρατό, στο Σώμα Ασθενοφόρων. Παθαίνει ισπανική γρίππη που τότε σάρωνε τις ΗΠΑ (ως 500 χιλιάδες θύματα), η οποία εξελίσ­σεται σε βρογχοπνευμονία και ύστερα σε φυματίωση – είναι η αρχή των πνευμονικών παθήσεων που τελικά του κόστισαν τη ζωή. Στις 29 του Μάη 1919 απολύεται απ’ το στρατό με τιμές, σαν λοχίας, και ξα­ναπιάνει δουλιά στους Πίνκερτον, με μερικό ωράριο. Έχει 25% ανα­πηρία ήδη. Ένα χρόνο αργότερα μετακομίζει στο Σποκέιν της πολι­τείας Ουάσιγκτον, πάντα στους Πίνκερτον, μια και η σύνταξη του απ’ το στρατό (παρ’ όλο που η αναπηρία του αναγνωρίζεται τώρα σε 50%) δεν επαρκεί, όντας 40 δολάρια το μήνα. Εκεί έχει αρκετές ση­μαντικές εμπειρίες, αλλά η υγεία του είναι πια επισφαλής. Στις 6 του Νοέμβρη 1920 εισάγεται σε νοσοκομείο απομάχων του πολέμου, με 100% αναπηρία, θα περάσει έξι μήνες σε τέτια νοσοκομεία. Ανα­μνήσεις του από την εποχή εκείνη θα γράψει το 1953 στο μοναδικό καθαρά αυτοβιογραφικό κείμενο του, το ημιτελές μυθιστόρημα Τουλίπας. Εκεί γνωρίζεται με την ανθυπολοχαγό νοσοκόμα Τζόζεφιν Ντόλαν. Στις 7 του Ιούλη 1921 παντρεύονται και ζουν στο Σαν Φραν­τσίσκο. Ο Χάμετ έχει ξαναπιάσει δουλιά στους Πίνκερτον, ενώ η ποτοαπαγόρευση έχει κάνει την πόλη ιδιαίτερα εγκληματική. Την 1η του Δεκέμβρη 1921 ο Χάμετ εγκαταλείπει τους Πίνκερτον. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, αιτία στάθηκε μια επιτυχία του: Χρυσάφι αξίας 200 χιλ. δολαρίων είχε χαθεί από ένα αυστραλιανό πλοίο που άραξε στο Σαν Φραντσίσκο. Ξέροντας ότι το χρυσάφι δε βγήκε απ’ το πλοίο, οι Πίνκερτον ήθελαν να στείλουν τον Χάμετ στη Χαβάη, με­ταμφιεσμένο σε ναύτη, για να το βρει εν πλω. Την παραμονή του απόπλου, σε μια τελευταία έρευνα ο Χάμετ (ή κάποιος άλλος, σύμφωνα με άλλες πηγές) βρήκε το χρυσάφι και το ταξίδι ματαιώθηκε. ‘Ετσι παραιτήθηκε, απογοητευμένος.

Απ’ το Φλεβάρη του 1922 και για ενάμιση χρόνο παίρνει μαθήμα­τα σ’ ένα σεμινάριο επιμόρφωσης απομάχων. Ήδη έχει αποφασίσει να ακολουθήσει κάποια πνευματική εργασία· ζει πολύ στερημένα, αλλά περνάει πολλές ώρες στη δημόσια βιβλιοθήκη, διαβάζοντας αφειδώς. Τον Οκτώβρη του 1922 δημοσιεύεται το πρώτο του κείμε­νο. «Το πάρθιον βέλος», μια ιστοριούλα 100 λέξεων, στο «αριστο­κρατικό» περιοδικό Σμαρτ Σετ, το οποίο δημοσίευε (πληρώνοντας ελάχιστα) έργα νέων και αγνώστων που είχαν κάτι καινούργιο να πουν. Ακολουθούν άλλες δημοσιεύσεις, στο Σμαρτ Σετ, στο Μπριφ Στόρις, τη Μαύρη Μάσκα και αλλού, συνολικά δώδεκα κομμάτια σε πέντε περιοδικά μέσα στον πρώτο χρόνο. Είναι λακωνικά κομμάτια, γεμάτα λεπτή ειρωνεία, που δείχνουν τη μεγάλη προσοχή με την οποία προχωρούσε. Το σημαντικότερο κείμενο του του πρώτου χρόνου είναι το Από τις αναμνήσεις ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, είκοσι εννιά σύντομες παράγραφοι από τα αξιοπερίεργα του επαγγέλματος, με ομοιότητες με τις «βινιέτες» του Χεμινγουέι. Ο ρεαλισμός και η ειρωνεία τους τις κάνουν αξιοσημείωτες και προδιαγράφουν τον συγγραφικό δρόμο του Χάμετ. Αναδημοσιεύουμε μια επιλογή:

1) Θέλοντας να πάρω κάποιες πληροφορίες από μέλη της Χρι­στιανικής Γυναικείας Ενώσεως Εγκράτειας, συστήθηκα σαν γραμ­ματέας του Συνδέσμου Αγνότητας των Πολιτών του Μπιουτ. Μια απ’ αυτές μου διάβασε έναν μακρύ λόγο για τα ερωτικά αποτελέσματα του τσιγάρου πάνω στις νεαρές κοπέλες. Κατοπινά πειράματα από­δειξαν τις πληροφορίες άχρηστες.

2) Κάποιος που παρακολουθούσα βγήκε μια Κυριακή απόγευμα βόλτα στην εξοχή και έχασε τελείως το δρόμο του. Αναγκάστηκα να του δείξω εγώ πώς να γυρίσει πίσω στην πόλη.

[…]

4) Ξέρω έναν ντετέκτιβ που, ενώ έψαχνε για πορτοφολάδες στον ιππόδρομο, του έκλεψαν το πορτοφόλι. Αργότερα έγινε στέλεχος σ’ ένα γραφείο ντετέκτιβ της ανατολικής ακτής.

[…]

7) Απ’ όσους ανθρώπους γνώρισα που είχαν καταχραστεί χρήμα­τα απ’ τους εργοδότες τους, ούτε δέκα δε θυμάμαι που να κάπνιζαν, να έπιναν ή να είχαν κάποιο βίτσιο απ’ αυτά που τόσο προσέχουν οι χρηματιστικές επιχειρήσεις.

8) Κάποτε κατηγορήθηκα άδικα για ψευδομαρτυρία και αναγκά­στηκα να ψευδομαρτυρήσω για ν’ αποφύγω τη σύλληψη.

9) Κάποιος προϊστάμενος ενός γραφείου ερευνών του Σαν Φραντσίσκο αντικατάστησε κάποτε σε μια αναφορά μου τη λέξη «άπλη­στος» με τη λέξη «ειλικρινής», με το αιτιολογικό ότι ο πελάτης ίσως να μην καταλάβαινε την πρώτη. Λίγες μέρες αργότερα, σε άλλη ανα­φορά, το «προσποιούμαι» έγινε «επισπεύδω» για τον ίδιο λόγο.

10) Απ’ όλες τις εθνικότητες που οδηγούνται στα δικαστήρια, αυ­τοί που είναι πιο δύσκολο να καταφέρεις να καταδικαστούν είναι οι Έλληνες. Ο Έλληνας αρνιέται αδίστακτα τα πάντα, ανεξάρτητα απ’ το πόσο ακλόνητες είναι οι αποδείξεις. Και τίποτα δεν εντυπωσιάζει περισσότερο τους ενόρκους από μια ξερή δήλωση ότι κάτι είναι έτσι, άσχετα απ’ την απιθανότητα της δήλωσης ή τον φανερό παρα­λογισμό της μπροστά στις συντριπτικές αποδείξεις για το αντίθετο.

[…]

19) Το 1917, στην Ουάσιγκτον, συνάντησα μια νεαρή κυρία που δεν παρατήρησε ότι η δουλιά μου πρέπει να είναι πολύ ενδιαφέρου­σα.

[…]

21) Ο αρχηγός της αστυνομίας μιας πόλης του Νότου μου περιέ­γραψε κάποτε πλήρως κάποιον άνθρωπο, επισημαίνοντας μέχρι και μια κρεατοελιά στο σβέρκο του, αλλά ξέχασε να μου αναφέρει ότι ήταν μονόχειρας.

22) Ξέρω έναν παραχαράκτη που παράτησε τη γυναίκα του γιατί, ενώ αυτός ήταν φυλακή, εκείνη είχε μάθει να καπνίζει. […]

27) Σ’ ένα εξαιρετικά πολύπλοκο πρόβλημα, η βασική διαφορά ανάμεσα στον ντετέκτιβ των βιβλίων και στον πραγματικό ντετέκτιβ είναι ότι ο πρώτος συνήθως έχει ελάχιστα στοιχεία για να ξεκινήσει, ενώ ο δεύτερος υπερβολικά πολλά.

28) Ξέρω κάποιον που κάποτε έκλεψε έναν τροχό Φέρις (η μεγάλη ρόδα των λούνα-παρκ – σ.τ.μ.).

29) Από τους μύθους που υπάρχουν, ο λιγότερο αμφισβητούμενος είναι ότι οι εγκληματίες, αργά ή γρήγορα, τελικά συλλαμβάνονται. Κι όμως τα αρχεία κάθε γραφείου ντετέκτιβ είναι ξέχειλα με τους φακέλους ανεξιχνίαστων υποθέσεων και ασύλληπτων εγκληματιών.

(ΣμαρτΣετ, Μάρτης 1923)

Το παραπάνω κείμενο, όπως και Ο πράσινος ελέφαντας, η τελευ­ταία του δημοσίευση στο Σμαρτ Σετ (Οκτώβρης 1923), έδειξαν στον Χάμετ ότι πρέπει να στραφεί στις προσωπικές του εμπειρίες. Και φυσικά, το κοινό του Σμαρτ Σετ δεν ήταν κατάλληλο. Στρέφεται στα φτηνά, λαϊκά περιοδικά (τα λεγόμενα pulp, απ’ το φτηνό χαρτί που χρησιμοποιούσαν) απ’ τα οποία το επιφανέστερο είναι η Μαύρη Μάσκα. Τον Οκτώβρη του 1923 δημοσιεύει εκεί το Εμπρησμός την πρώτη ιστορία που έχει σαν ήρωα και αφηγητή τον ανώνυμο ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού Γραφείου, τον Κοντινένταλ Οπ. Δεν τον δημιούργησε σκόπιμα ανώνυμο. «Αφού τα κατάφερε στον Εμπρησμό χωρίς όνομα», είπε αργότερα, «φαντάστηκα πως μπορεί να συνεχί­σει ως το τέλος έτσι». Ο Εμπρησμός συν δεν είναι ούτε το πρώτο «σκληροτράχηλο» διήγημα του Χάμετ, ούτε το πρώτο της σκληρο­τράχηλης σχολής (προηγήθηκε κατά ένα χρόνο ο Κάρολ Τζον Νταλί). Ωστόσο, είναι ορόσημο και τον έφερε πολύ γρήγορα, μαζί με τον ανώνυμο ήρωά του, πολλές κλάσεις πάνω από οτιδήποτε άλ­λο. (Ενδεικτικό είναι ότι στις προηγούμενες του προσπάθειες ο Χά­μετ συνήθως χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Πίτερ Κόλινσον. Στη σλαγκ, «Πίτερ Κόλινς» σημαίνει «ο κανένας, ο τρεχαγύρευε». Άρα, «γιος του κανένα».) Γρήγορα ο Χάμετ γίνεται γνωστός και καθιερώ­νεται στα φτηνά περιοδικά σαν εισηγητής ακριβώς της σκληροτρά­χηλης σχολής, θα δημοσιέψει συνολικά 26 διηγήματα και δυο μι­κρές νουβέλες με ήρωα τον Οπ, πριν περάσει στις μεγαλύτερες φόρ­μες. Βέβαια, τα οικονομικά του δεν είναι ανθηρά: η Μάσκα πλήρωνε δυο-τρία σεντς τη λέξη, ενώ τα «κομψά» περιοδικά έδιναν πάνω από ένα δολάριο. Ο Χάμετ ενοχλείται που για να ζήσει είναι αναγκασμέ­νος να γράφει πολύ και άρα όχι καλά. «Το πρόβλημα», έγραψε, «μ’ αυτόν τον ντετέκτιβ μου είναι ότι έχει εκφυλιστεί σε κουπόνι φαγη­τού. Στην αρχή μ’ άρεσαν τα κόλπα του, αλλά τώρα τελευταία συνή­θισα να τον ρίχνω στη δουλιά οποτεδήποτε ο σπιτονοικοκύρης, ο χασάπης ή ο μπακάλης δείχνουν σημάδια εκνευρισμού.

«Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να γράψουν έτσι, αλλά εγώ δεν είμαι απ’ αυτούς. Αν μείνω σ’ αυτά που θέλω να γράψω – σ’ αυτά που μ’ αρέσει να γράφω – τα καταφέρνω καλά, αλλά όταν προσπαθώ να σκαρώσω μια ιστορία επειδή βλέπω πως θα πουλήσει, βγάζω μια αποτυχία.

»Από ‘δώ και στο εξής, όποτε σκέφτομαι μια ιστορία που ταιριά­ζει στον ντετέκτιβ μου, θα τον στέλνω στη δουλιά, αλλά δεν πρόκει­ται πια να τον βάλω να δουλεύει με πρόγραμμα.» (Γράμμα στον εκ­δότη της Μαύρης Μάσκας, 1924)

Έτσι, το 1926 ο Χάμετ, αν και ώριμος πια συγγραφέας, διακόπτει την καριέρα του για μια πιο επικερδή: γίνεται διαφημιστής στο κοσμηματοπωλείο Σάμουελς. Έχει ήδη μια κόρη, τη Μαίρη, πέντε χρονών και η γυναίκα του ετοιμάζεται να γεννήσει πάλι (την Τζόζεφιν, το Μάη του 1926). Ο μισθός του στη διαφήμιση είναι σαφώς ανώτερος, παρ’ όλ’ αυτά, η κακή υγεία του θα τον αναγκάσει να εγκαταλείψει μετά από έξι περίπου μήνες. Πήρε πολύ στα σοβαρά τη νέα του δουλιά, με δημοσιεύσεις στα ειδικά περί διαφήμισης περιο­δικά, όπου παραθέτει Αριστοτέλη, Τζόζεφ Κόνραντ, Ανατόλ Φρανς κ.ά. Αισθάνεται ήδη ώριμος και απ’ το Φλεβάρη του 1927 ξαναρχίζει να δημοσιεύει. Είναι η χρυσή του περίοδος. Παράλληλα, αναλαμ­βάνει κριτικός αστυνομικών βιβλίων στο Σάτερντεϊ Ριβιού οφ Λίτρα­τσουρ, όπου επιμένει για ρεαλισμό και αποδεικνύεται πολύ απαιτητι­κός. Το Νοέμβρη του 1927 εμφανίζεται στη Μαύρη Μάσκα η πρώτη απ’ τις τέσσερις συνέχειες του πρώτου μυθιστορήματος του, που έχει τίτλο Κόκκινος θερισμός. Ένα χρόνο αργότερα, πάλι σε συνέχειες, τυπώνεται η Κατάρα των Ντέιν. Η καριέρα του ανώνυμου ήρωα έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της και ο Χάμετ στρέφεται αλλού, αν και θα συνεχίσει να δημοσιεύει πού και πού διηγήματα με τον ίδιο ήρωα. Στο μεταξύ, τον Απρίλη του 1928 υποβάλλει τον Κόκκινο θερισμό στον μεγάλο εκδοτικό οίκο Νοπφ. θα τυπωθεί το Φλεβάρη του 1929, με μικρές αλλαγές, και τον Ιούλη θα ακολουθήσει η Κατάρα των Ντέιν. Η επιτυχία τους είναι εντυπωσιακή. Αλλά δε συγκρίνεται μ’ αυτήν που είχε το Γεράκι της Μάλτας. Εκδόθηκε το Φλεβάρη του 1930, πάντα απ’ τους Νοπφ, αφού είχε πριν δημοσιευτεί σε συνέχειες στη Μάσκα. Ο ήρωας του, ο Σαμ Σπέιντ, όπως και το βιβλίο, γνωρί­ζουν αμέσως τεράστια δημοτικότητα (7 εκδόσεις σε 10 μήνες). Ο Χάμετ καθιερώνεται. Το Γυάλινο κλειδί, με ήρωα τον (όχι ντετέκτιβ) Νεντ Μπιούμοντ, εκδίδεται το Γενάρη του 1931 και θεωρείται το αποκορύφωμα του.

Ο Χάμετ έχει ήδη μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, έχει σχεδόν χω­ρίσει με τη γυναίκα του κι έχει γνωριστεί (το χειμώνα του 1930) με τη συγγραφέα Λίλιαν Χέλμαν. Συνδέονται αμέσως και η σχέση τους που κράτησε τριάντα χρόνια, ως το θάνατο του, υπήρξε η σημαντι­κότερη της ζωής και των δυο. Ο Χάμετ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο γράψιμο των θεατρικών έργων της Χέλμαν, ρόλο προσεκτικού ανα­γνώστη, αδιάλλακτου κριτικού και αυστηρού δάσκαλου. Ωστόσο, όπως εξομολογήθηκε πρόσφατα, μετά το Γυάλινο κλειδί αισθανόταν ότι έχει ξοφλήσει σαν συγγραφέας.

Η επιτυχία όμως και τα χρήματα είναι αντιστρόφως ανάλογα με το δημιουργικό του έργο. Ήδη μένει στο Χόλιγουντ και γράφει σε­νάρια με μεγάλες αμοιβές και στις αρχές του 1934 εκδίδεται το τελευ­ταίο και πιο αδύνατο έργο του, ο Αδύνατος άνθρωπος, με ήρωα τον (χαρακτηριστικά, τέως) ντετέκτιβ Νικ Τσαρλς, που έχει εξαιρετικά ευνοϊκή υποδοχή. Το Μάρτη του 1934 δημοσιεύεται το τελευταίο διήγημα του. Ωστόσο, απ’ τα σενάρια για ταινίες, ραδιοφωνικά σί­ριαλ και κόμικς, απ’ τα δικαιώματα εκχώρησης των ηρώων του γυρίσματος των βιβλίων του (όλα έγιναν ταινίες, πάνω από μια φορά) και απ’ τα συγγραφικά του δικαιώματα (αυτά ήταν τα λιγότερα) κερ­δίζει τεράστια ποσά.

Την περίοδο εκείνη ο Χάμετ ζει μεταξύ Χόλιγουντ και Νέας Υόρ­κης, διάσημος, πάμπλουτος και περιζήτητος. Ζωή πλέι-μπόι, με πο­λύ ποτό, ανάμεσα σε διάφορες εφήμερες και μη διασημότητες. Ο Χάμετ κράτησε «περίεργη» στάση απέναντι στα χρήματα: τα δάνειζε αφειδώς και δεν προσπάθησε να τα αυξήσει γράφοντας. Παρ’ όλο που τα τελευταία του διηγήματα (στο «κομψό» περιοδικό Κόλιερ) του απέφεραν σχεδόν τόσα όσα όλα τα προηγούμενα, έγραψε μόνο τρία. Παρ’ όλο που πληρωνόταν αδρά, σαν σεναριογράφος ήταν όχι παραγωγικός και ιδιαίτερα ασυνεπής – ωστόσο τον επιζητούσαν. Όσο για τα ραδιοφωνικά σίριαλ, απλώς δάνειζε τους ήρωες του, το όνομα του. «Η μόνη σχέση που θέλω να ‘χω μαζί τους», έλεγε, «είναι ν’ ανοίγω κάθε βδομάδα το ταχυδρομείο μου και να βλέπω ένα τσεκ». Το 1937-38 είναι ανάμεσα στους δεκαπέντε καλύτερα αμειβόμενους συγγραφείς του Χόλιγουντ, αλλά έχει πάψει προ πολλού να είναι συγγραφέας.

Μέσα σ’ εκείνο το κενό και κάτω απ’ την επιρροή της Χέλμαν (αλλά όχι αποκλειστικά) ο Χάμετ αρχίζει να παίρνει μέρος στο αρι­στερό και αντιφασιστικό κίνημα. Η πρώτη ένδειξη γι’ αυτό, στις 13 του Μάρτη 1937, είναι η συνεισφορά του υπέρ των Δημοκρατικών της Ισπανίας. Λίγο αργότερα, χρηματοδοτεί, μαζί με άλλους, το γύ­ρισμα της ταινίας Η ισπανική γη, που έγινε στην Ισπανία απ’ τον Χε­μινγουέι και τον Γιόρις Ίβενς. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, μάλ­λον, έγινε μέλος του ΚΚ ΗΠΑ. Από τότε και στο εξής αφοσιώνεται στην πολιτική. Παρ’ όλο που σήμερα οι αμερικάνοι κριτικοί θαυμα­στές του Χάμετ προσπαθούν να υποβαθμίσουν τη συμμετοχή του στο κομμουνιστικό κίνημα, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε πήρε πολύ στα σοβαρά την ένταξη του, αλλά απλώς ακολουθούσε «τη μόδα», τα ντοκουμέντα τουλάχιστον δείχνουν το αντίθετο. Οι αρμοδιότητες που ανάλαβε, οι θυσίες που έκανε και η αταλάντευτη επιμονή του στην υπόθεση του κομμουνισμού, σε όλες τις δύσκολες περιόδους που ακολούθησαν, πείθουν ότι ο Χάμετ ήταν πάρα πολύ ειλικρινής στην ένταξη του.

Οι δραστηριότητες του ήταν πολλές και ποικίλες. Μια απ’ τις πρώτες, ήταν να οργανώσει τους σεναριογράφους του Χόλιγουντ στο ταξικό σωματείο, που είχε ιδρυθεί το 1936. Η ΜGΜ, η εταιρία με την οποία δούλευε ο Χάμετ, ήταν στην πρωτοπορία της αντίθεσης στο σωματείο, αλλά δεν μπορούσε ν’ απολύσει τον Χάμετ, που το εκ­μεταλλεύτηκε για να προπαγανδίζει τους στόχους του σωματείου.

Τον Αύγουστο του 1938 η συνέλευση των συγγραφέων με μεγάλη πλειοψηφία προτίμησε το ταξικό σωματείο απ’ το εργοδοτικό, αλλά μόνο μετά από τρία χρόνια έγινε η νίκη πλήρης. Στο μεταξύ, ο Χάμετ έδοσε το 1938 το τελευταίο του σενάριο, πούλησε όλα του τα δι­καιώματα στη ΜGΜ και το συμβόλαιο τους έληξε στα μέσα του 1939, προς χαρά και των δύο. Εκτός απ’ τα συνδικαλιστικά, ο Χάμετ έδρασε για την εκδίωξη του διεφθαρμένου ρεπουμπλικάνου κυβερ­νήτη της Καλιφόρνια, υπόγραψε πολυάριθμες εκκλήσεις υπέρ της Ισπανικής Δημοκρατίας, σε υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης, ενάντια στο ναζισμό κτλ.

Το Μάη του 1939 ιδρύει μαζί με άλλους (Λίλιαν Χέλμαν, Άλ-μπερτ Μαλτς, Ντόροθι Πάρκερ κτλ.) το περιοδικό Ισότητα («για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, ενάντια στον αντιση­μιτισμό και το ρατσισμό») και το 1940 εκλέγεται πανεθνικός πρόε­δρος της Επιτροπής για τα Εκλογικά Δικαιώματα, που επιχειρεί να εξασφαλίσει την υποψηφιότητα του ΚΚ στις διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ παρά τους αντιδημοκρατικούς περιορισμούς. Το ’40 και το ’41 είναι χρόνια έντονης δραστηριότητας. Μιλάει, μεταξύ άλλων, για την «υπόθεση της μυστηριώδους εξαφάνισης της ελεύθερης ψη­φοφορίας», υπογράφει πάμπολλες εκκλήσεις και ο φάκελος του στην FΒΙ που είχε ανοίξει κατά λάθος το 1934 (κάποιος χαφιές υπο­ψιάστηκε αδίκως ότι το κόμικ του Μυστικός πράκτορας Χ-9 δυσφη­μεί την FΒΙ) μεγαλώνει διαρκώς για να φτάσει τελικά τις 278 σελίδες.

Τα οικονομικά του τονώνονται όταν αρχίζουν πάλι ραδιοφωνικά σίριαλ με τους ήρωες του και νέο ενδιαφέρον προκαλείται για τα έρ­γα του όταν προβάλλεται το κλασικό σήμερα Γεράκι της Μάλτας του Τζον Χιούστον. Ωστόσο, η μόνη συγγραφική δραστηριότητα του Χάμετ, πέρα απ’ τις ανοιχτές επιστολές για πολιτικά ζητήματα, είναι βαθιά πολιτική. Γράφει το σενάριο του έργου Βάρδια στο Ρήνο, προ­σαρμογή του ομώνυμου θεατρικού έργου της Λίλιαν Χέλμαν. Πρό­κειται για μια αντιφασιστική ταινία που έγινε πολύ ευνοϊκά δεκτή.

Το Σεπτέμβρη του 1942, ο φυματικός Χάμετ, 48 ετών, κατατάσσε­ται εθελοντής στο στρατό, πείθοντας με ταχυδακτυλουργικό τρόπο τους γιατρούς ότι τα σημάδια στις ακτινογραφίες των πνευμόνων του ήταν ασήμαντη υπόθεση. Ήταν η τέταρτη προσπάθεια του να κατα­ταγεί -τις προηγούμενες φορές τον είχαν απορρίψει για την ηλικία του, τη φυματίωση του και τα χαλασμένα δόντια του, αλλά τελικά τους έπεισε. Στο στρατό θα μείνει επί τρία χρόνια, ως το Σεπτέμβρη του ’45. Φαίνεται αστείο, αλλά η FΒΙ όλο αυτό το διάστημα προσπα­θούσε να εξακριβώσει αν όντως υπηρετεί: στο μητρώο του στρατού είχε καταχωρηθεί κατά λάθος σαν «Ντάσιερ Χάμετ». (Μάλιστα, επειδή κάποιοι χαφιέδες τον είχαν δει με στολή, η FΒΙ σκεφτό­ταν να τον μηνύσει για αντιποίηση στολής!) Επειδή όμως τόσο το στρατόπεδο Σενάγκο στην Πενσιλβάνια απ’ όπου πέρασε, όσο και το νησί Άντακ στις Αλεουτίους, οχτακόσια μίλια έξω απ’ την Αλά­σκα, όπου τελικά υπηρέτησε, ήταν γνωστοί τόποι συγκέντρωσης «ανατρεπτικών» στοιχείων, πρέπει να υποθέσουμε ότι κάποιοι δεν τον ξέχασαν. Άλλωστε δεν το έκρυβε. Όσο ήταν στις Αλεουτίους ήταν συνδρομητής της Ντέιλι Ουόρκερ και διάβασε – για τρίτη φορά – τα διαλεχτά έργα του Μαρξ.

Στο στρατό ο Χάμετ θα γίνει θρύλος ανάμεσα στους εικοσάχρο­νους συναδέλφους του. Τους έπεισε, με κάποια δυσκολία, να μην τον φωνάζουν «κύριο», αλλά τον έλεγαν «παππού». Ανάμεσα στ’ άλλα, εκδίδει την εφημερίδα του μετώπου των Αλεουτίων (Δι Αντάκιαν) με μεγάλο ενθουσιασμό και στο επιτελείο του προσλαμβάνει και μαύ­ρους, παρ’ όλο που ο υπόλοιπος στρατός ήταν φυλετικά διαχωρι­σμένος. Γράφει ένα προπαγανδιστικό φυλλάδιο για τον πόλεμο και γενικά φαίνεται ν’ απολαμβάνει αρκετά αυτή τη δεύτερη θητεία. Απολύεται με τιμές, λοχίας και πάλι.

Είναι διάσημος, πλούσιος, (1300 δολάρια τη βδομάδα απ’ τα σί­ριαλ), πενήντα ένα χρονών και ζει στη Νέα Υόρκη. Η πίστη του στο κόμμα είναι ακλόνητη, το ίδιο και το πάθος του για το πιοτό. (Για τις πολιτικές δραστηριότητες του των ετών 1945-1949 δες περισσότερα στο παράρτημα.) Διδάσκει συγγραφή αστυνομικών ιστοριών στη μαρξιστική σχολή Τζέφερσον, όπου συμμετέχει και στο συμβούλιο των Επιτρόπων. Τον Ιούνη του 1946 εκλέγεται πρόεδρος της Επιτρο­πής Πολιτικών Δικαιωμάτων Νέας Υόρκης, θέση που θα κρατήσει για δέκα χρόνια. Το 1948 παθαίνει μια κρίση ντελίριουμ τρέμενς και, κατά γενική κατάπληξη των φίλων του, κόβει το πιοτό, θυμάται η Λίλιαν Χέλμαν: «Αργότερα είπα στον Χάμετ ότι ο γιατρός δεν πί­στευε ποτέ πως θα ‘κοβες το ποτό. Ο Ντας φάνηκε έκπληκτος: «Α­φού του έδοσα το λόγο μου!» Είπα: «Και τον κρατάς το λόγο σου πάντα;» «Σχεδόν πάντα», είπε, «ίσως επειδή τον δίνω τόσο σπάνια!»»

Ο Χάμετ θα πληρώσει ακριβά αυτό το αίσθημα τιμής και την προ­σήλωση στις αρχές του. Ανάμεσα στις υποθέσεις που αναλαμβάνει η Επιτροπή του, είναι η αποφυλάκιση μ’ εγγύηση των διωκόμενων αγωνιστών. (Ανάμεσα σε άλλους, αποφυλάκισε μ’ εγγύηση τα δε­καέξι στελέχη της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργα­νώσεων, της περίφημης ΟΕΝΟ, που κρατούνταν το Νοέμβρη του 1949 στο νησί Έλις έξω απ’ τη Ν. Υόρκη.) Όταν ο Γκας Χολ, σημε­ρινός γραμματέας του ΚΚ ΗΠΑ, μαζί με άλλους τρεις κομμουνιστές απελευθερωμένους μ’ εγγύηση, δεν εμφανίζονται για να δικαστούν, το μακρύ χέρι του νόμου θα πιάσει τον Χάμετ και την Επιτροπή της οποίας είναι πρόεδρος. Βρισκόμαστε στα 1951, στην αρχή της βασι­λείας του γερουσιαστή Μακάρθι στην εποχή του κυνηγητού των μα­γισσών και της αντικομμουνιστικής υστερίας. Πληρώνονται οι πα­λιοί λογαριασμοί και όσοι διατέλεσαν μέλη μετωπικών και αντιφα­σιστικών οργανώσεων, ακόμα και προπολεμικά, σύρονται στα δικα­στήρια και στις διαβόητες επιτροπές σαν υπονομευτές του αμερικά­νικου τρόπου ζωής. Οι αριστεροί του Χόλιγουντ χτυπιούνται ιδιαί­τερα (να μνημονεύσουμε, εν παρόδω, και τους Δέκα του Χόλιγουντ: Τζον Χάουαρντ Λόσον, Ντάλτον Τράμπο, Άλβα Μπέσι, Ρινγκ Λάρντνερ τζούνιορ, Σάμιουελ Όρνιτζ, Άλμπερτ Μαλτς, Άντριαν Σκοτ, Έντουαρντ Ντμίτρικ, Χέρμπερτ Μπίμπερμαν, Λέστε Κόουλ). Οι κα­τηγορούμενοι επικαλούνται την πρώτη τροπολογία του Συντάγματος (που εγγυάται την ελευθερία του λόγου) ή την πέμπτη (που δίνει στον πολίτη το δικαίωμα να μην πει τίποτα που να τον ενοχοποιεί). Στο παρανοϊκό αυτό θέατρο των δολοφόνων, η επίκληση του Συν­τάγματος εκλαμβάνεται σαν ομολογία συμμετοχής στο ΚΚ και η δραστηριότητα των … επιτροπών υποστήριξης του Συντάγματος θεωρείται κι αυτή αδίκημα. Οι επίτροποι του κονδυλίου για τις απο­φυλακίσεις με εγγύηση (ο Χάμετ ως πρόεδρος, ο Φρέντρικ Βάντερ-μπιλτ Φιλντ κομμουνιστής εκατομμυριούχος, ο μαύρος διανοούμε­νος Δρ. Αλφίους Χάντον και ο Άμπνερ Γκριν) καλούνται να αποκα­λύψουν τα ονόματα όσων έδοσαν χρήματα στον έρανο. «Γιατί δεν τους λες ότι δεν ξέρεις τα ονόματα;» ρώτησε η Χέλμαν τον Χάμετ το βράδυ της δίκης. «Τη μισώ αυτή τη συζήτηση», απάντησε ο Χάμετ, «αλλά… κι αν ήταν περισσότερο από τη φυλακή, αν ήταν η ίδια μου η ζωή, θα την έδινα γι’ αυτό που πιστεύω πως είναι δημοκρατία και δε θ’ άφηνα τους μπάτσους ή τους δικαστές να μου πουν τι να πι­στεύω πως είναι δημοκρατία». Την άλλη μέρα στην επιτροπή, το μόνο που καταθέτει είναι ότι ονομάζεται Σάμιουελ Ντάσιελ Χάμετ. Επικαλείται την πέμπτη τροπολογία και το ίδιο βράδυ καταδικάζε­ται για «εγκληματική περιφρόνηση του δικαστηρίου» σε έξι μήνες φυλακή. Ήταν έτοιμος γι’ αυτό: Ο Φρεντ Φιλντ είχε καταδικαστεί μόλις πριν.

Βγαίνει από τη φυλακή πιο άρρωστος από ποτέ. Αλλά τα χειρότε­ρα έχουν έρθει από αλλού: τα ραδιοφωνικά του σίριαλ είναι κομμέ­να, τα έργα του στη μαύρη λίστα, τα πνευματικά του δικαιώματα μπλοκαρισμένα από την εφορία για παλιούς φόρους. «Αγανακτι­σμένοι πολίτες» σκίζουν στους δρόμους τις αφίσες για το φιλμ «Γε­ράκι της Μάλτας», ο κίτρινος τύπος τον αποκαλεί Σάμοβαρ Σπέιντ και γράφει: «Δεν υπάρχει νόμος που να μας υποχρεώνει να προσθέσουμε ένα δολάριο στα έσοδα του Χάμετ και οι πατριώτες Αμερικα­νοί θα αρνηθούν να διαβάσουν ή ν’ ακούσουν κάτι που γράφτηκε απ’ αυτόν τον τύπο.» Αργότερα μάλιστα, η μπάλα παίρνει εξαιτίας του Χάμετ και ολόκληρο το σκληροτράχηλο είδος. «Μα είναι τέχνη;» αναρωτιούνται σε άρθρα τους. Ο Χάμετ δεν παραπονιέται. Το αντίθε­το, θυμάται η Χέλμαν: «Η μορφή της καυχησιολογίας (και του χιούμορ, επίσης) του Χάμετ ήταν να κάνει πλάκα με τους μπελάδες ή τον πόνο του.» Και εξηγεί: «Άρχισε μια εκνευριστική φάρσα…: στη φυλακή δεν ήταν καθόλου άσχημα. Βέβαια, το φαγητό ήταν απαίσιο και καμιά φορά χαλασμένο, αλλά μπορούσες πάντα να βρεις γάλα· οι λαθρέμποροι αλκοόλ και οι κλέφτες αυτοκινήτων ήταν χαϊβάνια, αλλά η κουβέντα τους δεν ήταν πιο ανόητη απ’ ό,τι στα κοκτέιλ-πάρ-τι της Νέας Υόρκης. Σε κανέναν δεν άρεσε να καθαρίζει τις καλλιό-πες, αλλά με τον καιρό έφτανες να καμαρώνεις κάπως για τη δουλιά σου και να σου κινούν το ενδιαφέρον οι διαφορές ανάμεσα στα κα­θαριστικά υλικά· οι ομοφυλόφιλοι της φυλακής είχαν πολύ κακό χαρακτήρα, όχι όμως χειρότερο από τους άλλους που συναντάς στα μπαρ, και ούτω καθεξής… Κάποτε συναντήσαμε στο δρόμο τον Χάο­υαρντ Φαστ (αριστερός συγγραφέας που αργότερα «είδε το φως του» – σ.τ.μ.) και μας είπε για την ποινή φυλάκισης που επρόκειτο να εκτίσει. Όπως φεύγαμε, ο Χάμετ είπε: «Θα ‘ναι ευκολότερα τα πρά­ματα, Χάουαρντ, αν πρώτα βγάλεις τον ακάνθινο στέφανο απ’ το κε­φάλι σου». Και από ‘κεί κατάλαβα ότι ο Χάμετ θα μιλούσε για τη φυ­λακή του, όπως πολλοί από μας μιλάμε για το κολέγιο.»

Ο Χάμετ εξακολουθεί να συμμετέχει στην πολιτική, να υπογρά­φει εκκλήσεις (π.χ. για τους Ρόζενμπεργκ) τώρα που οι αριθμοί των υπογραφών έχουν λιγοστέψει, να διδάσκει στη σχολή. Το καλοκαίρι του 1952 μετακομίζει στο Κάτοναχ, στο εξοχικό του φίλου του Δρ. Ρόζεν, όπου θα μείνει έξι χρόνια χωρίς να πληρώνει νοίκι – και φτω­χικά. Το 1953 καλείται να καταθέσει στην επιτροπή του Μακάρθι (α­ποσπάσματα απ’ την κατάθεση δες στο παράρτημα). Την ίδια εποχή αφήνει στη μέση τον Τουλίπα, την τελευταία του προσπάθεια να γράψει μυθιστόρημα. Το Φλεβάρη του 1955 καταθέτει και πάλι σε επιτροπή της πολιτείας της Ν. Υόρκης, που διερευνά το έργο φιλανθρωπικών και κοινωφελών οργανώσεων. «Ο κομμουνισμός δεν είναι για μένα βρόμικη λέξη», λέει. «Όταν δουλεύεις για την πρόοδο της ανθρωπότητας, ούτε που σκέφτεσαι αν ο διπλανός σου είναι κομμου­νιστής.»

Το Μάρτη του 1955 ο Χάμετ κερδίζει στο Ανώτατο Δικαστήριο την υπόθεση του εναντίον της Γουόρνερ Μπρος, που είχε ξεκινήσει απ’ το 1948. Τότε, η Γουόρνερ Μπρος, που είχε αγοράσει το Γεράκι της Μάλτας, είχε μηνύσει τον Χάμετ επειδή χρησιμοποιούσε αλλού το όνομα Σαμ Σπέιντ, δηλαδή για λογοκλοπή του εαυτού του. Η τελι­κή δικαίωση έλυσε τα χέρια πολλών συγγραφέων, για τον Χάμετ όμως ήταν ηθική μόνο νίκη. Τα σίριαλ του ήταν κομμένα, αλλά και να μην ήταν, τα δικαιώματα του τα είχε δεσμεύσει η εφορία. Τον Αύγουστο του 1955 παθαίνει καρδιακή προσβολή. Σιγά-σιγά απο­τραβιέται απ’ την πολιτική δραστηριότητα: η προσπάθεια και μόνο για ν’ αναπνεύσει είναι επώδυνη. Το Γενάρη του 1957 η εφορία του επιδικάζει αναδρομικές οφειλές ύψους 140 χιλιάδων δολαρίων. Η FΒΙ ερευνά την υπόθεση: «Είναι άνεργος… Δε λαμβάνει χρήματα από οποιαδήποτε βιβλία ούτε και είχε λάβει τα τελευταία χρόνια… Το εισόδημα του τον προηγούμενο χρόνο ήταν 30 δολάρια, από μία μετοχή στο θεατρικό έργο Θάνατος του Εμποράκου… Δεν έχει άλλες μετοχές, ομόλογα, χρεώγραφα, δεν παίρνει καμιά σύνταξη… Δεν έχει ασφάλιση και δεν ασχολείται με κανένα επιχειρηματικό εγχεί­ρημα. Είχε αρχίσει ένα βιβλίο, αλλά το έχει αφήσει εδώ και χρό­νια… ζει με δάνεια από φίλους.» Ο αστυνομικός προσθέτει από κάτω: «Κατά τη γνώμη μου, μιλούσα σε ξοφλημένο άνθρωπο.» Και έτσι ήταν. Το Μάη του 1959 το Κρατικό Ίδρυμα Απομάχων Πολέμου του χορηγεί σύνταξη 131.10 δολάρια το μήνα. Το 1960 αναπτύσσει καρ­κίνο στον πνεύμονα. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1961 πέ­φτει σε κώμα. Πεθαίνει στις 10 του Γενάρη 1961 σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης. Τρεις μέρες αργότερα θάβεται, σαν βετεράνος δυο πο­λέμων, στο Εθνικό Νεκροταφείο του Άρλινγκτον. Οι χαφιέδες δεν τον ξεχνούν: Τέσσερις μέρες αργότερα, σε αναφορά προς την FΒΙ επισημαίνεται η «ανάρμοστη κατάσταση, κάποιος που υπήρξε μέλος μιας οργάνωσης που πιστεύει στην ανατροπή της κυβέρνησης μας με τη βία να θάβεται σαν ήρωας, ανάμεσα σ’ εκείνους που έδοσαν τη ζωή τους υπέρ αυτής της κυβέρνησης».

Πηγή: http://www.sarantakos.com/hammett1.htm

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email