Η «ταξική» ψήφος, ο επεμβατικός κοσμοπολιτισμός και ο αυταρχισμός της «βαθιάς Αμερικής» ​

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ* ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ* Απόψεις • 25 Ιανουαρίου 2017

Aσφαλώς και οι κοινωνικές βιογραφίες ατόμων και ομάδων επηρεάζουν την εκλογική συμπεριφορά. Αυτό όμως δεν αρκεί για τον σχηματισμό μιας ταξικής συνείδησης. Μπορεί τα άτομα να αυτοπροσδιορίζονται ως εργάτες, ως μικροαστοί κ.ο.κ. αδυνατούν όμως αποκλειστικά με το βίωμα να οριοθετηθούν έναντι των ταξικών τους αντιπάλων, όπως λόγου χάρη, έναντι του Τραμπ, και να αποκτήσουν πολιτική συνείδηση. Και αυτό γιατί  οι ίδιες οι συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων λειτουργούν ως μηχανισμός κοινωνικής πειθάρχησης. Εκτός αυτού η τάξη που κατέχει, όπως το έχει θέσει ο Κ. Μαρξ, τα υλικά μέσα παραγωγής ελέγχει και τα πνευματικά (ιδεολογία, ΜΜΕ, εκπαιδευτικό σύστημα κ.λπ.), συμβάλλοντας παντοιοτρόπως στην παραγνώριση της ταξικής κυριαρχίας επομένως και στην έγερση μιας ταξικής συνείδησης. Με αυτή την έννοια η εργατική τάξη και οι «υποτελείς τάξεις» χρειάζονται το πολιτικό κόμμα τόσο ως τον «συλλογικό διανοούμενο» που θα εκλογικεύσει σχέσεις και θέσεις, όσο και ως οργανωσιακό πόρο για να οργανώσει και να συντονίσει την ταξική τους δράση. Μάλιστα εξαιτίας της ταξικής τους κατάστασης οι εργάτες εξαρτώνται σχεδόν απόλυτα από το κοινωνικό κεφάλαιο της τάξης τους (συνδικαλιστική και πολιτική οργάνωση).

Μια ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων στις ΗΠΑ μπορεί να αναδείξει τις προθέσεις των Αμερικανών γι’ αυτό που (και όπως) ρωτήθηκαν, και όχι γι’ αυτό που θα ήθελαν. Το κριτήριο ψήφου των Αμερικανών στις εκλογές ήταν μάλλον «ταπεινό», σχετίζεται όμως με την ταξική τους κατάσταση. Αυτό δεν ήταν αισθητικής τάξης όπως το είπε με τον τρόπο της η ηθοποιός Σ. Σαράντον. Γνωρίζοντας πως πολύ λίγα πράγματα αλλάζουν με τις εκλογές μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων φαίνεται να ψήφισε περισσότερο με διαίσθηση. Ψήφισε τον υποψήφιο, ο οποίος εργαλειοποιώντας την παρακμή των άλλοτε κραταιών βιομηχανικών κέντρων και την ανασφάλεια για απασχόληση και δουλειά «μίλησε» για τα προβλήματά τους. Μόνο σε αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαν να βρουν πρόσφορο έδαφος οι εξαγγελίες του Τραμπ για αυτάρκεια και προστατευτισμό αλλά και ο αυταρχικός λόγος της «εναλλακτικής δεξιάς» (alternative right) και του ίδιου  που όμως είναι και κοντά στα συμφέροντα μερίδων της αστικής τάξης (βιομηχανία ορυκτών, αυτοκινητοβιομηχανία κ.ά.). Επομένως σε αυτό το επίπεδο συνείδησης δεν υπάρχει λογική ανακολουθία των ψηφοφόρων. Τέτοιο πρόβλημα θα υπήρχε αν τα εκλογικά ερωτήματα αφορούσαν στην ταξική τους κατάσταση (αύξηση του ωρομισθίου στα 15 δολάρια, ίδρυση σωματείων στα φαστ φουντ, ανάδειξη της υγείας και ασφάλισης σε δημόσιο αγαθό κ.ά.), και αυτοί απαντούσαν αρνητικά. Επομένως το γνωστικό επίπεδο  των απαντήσεων δεν αποκλίνει από το γνωστικό επίπεδο των ερωτήσεων όπως διατείνονται οι φιλελεύθεροι και η πολιτισμική Αριστερά ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού που καταλογίζουν ανορθολογισμό στους ψηφοφόρους.

Παρόλα αυτά η εκλογή Τραμπ, κάθε άλλο παρά δείχνει ότι το αμερικανικό σύστημα αντιπροσώπευσης είναι σε κρίση, όπως διατείνονται κάποιοι. Σαφώς και υπάρχει η «αποχή» που είναι ένα εγγενές πρόβλημα του συγκεκριμένου συστήματος, ο αποκλεισμός λόγω ποινικού μητρώου κ.ά. Ωστόσο όπως συνέβη, με έναν Αφροαμερικανό που έγινε πρόεδρος, έτσι και τώρα η εκλογή Τραμπ δείχνει πως ένας αουτσάιντερ, ένας «αυτοδημιούργητος» μπορεί να γίνει και πρόεδρος, έχοντας μάλιστα απέναντί του, ας πούμε το μιντιακό κατεστημένο και το establishment. Εξάλλου δεν εξυμνούσαν οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές ελίτ, και από πίσω οι δικές μας, τη δημοκρατικότητα της «ανοικτής κοινωνίας» των ΗΠΑ, όταν εξελέγη ο Ομπάμα; Με αυτή την έννοια πρόκειται για μια νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος και μάλιστα «από τα κάτω». Μόνο αυτοί που είναι ξένοι, εξαιτίας της ταξικής τους θέσης  (τουλάχιστον ο Π. Κρούγκμαν  το δήλωσε ευθαρσώς), με την ταξική Αμερική, την Αμερική της «Ζώνης της Σκουριάς» (Rust Belt) του βιομηχανικού Βορρά, απαξιώνουν τις ανησυχίες και τις αγωνίες της λευκής εργατικής τάξης και των «μικρών ανθρώπων» (little mans) κ.ά. για δουλειά, στέγαση, ασφάλεια και τις ορίζουν συλλήβδην ως λαϊκισμό, εγκαλώντας τους μάλιστα για «ανορθολογισμό», εκπλήσσονται. Πως δηλαδή; Όταν δεν βγαίνει η επιλογή τους, στη περίπτωσή μας η Κλίντον, φταίει η γνωστική ανεπάρκεια των εκλογέων, ή ακόμη και η «πολύ δημοκρατία»; Γιατί αυτό σημαίνει εν τέλει ο ανορθολογισμός που προσάπτουν στους εκλογείς;

Παρόλο που υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις έναντι ερμηνευτικών εξηγήσεων της κοινωνικής πραγματικότητας, καθώς αυτές πάνε στα υποκείμενα και στο κόσμο τους, αφήνοντας συχνά στο απυρόβλητο τις δομές (κοινωνική οργάνωσης της εργασίας και της παραγωγής), νομίζουμε πως ειδικά εδώ εθνογραφικές προσεγγίσεις θα μπορούσαν να μας δείξουν «τι στο καλό έχουν στο μυαλό τους» εργάτες, μικροαστικά (εν μέρει και μεσοαστικά) στρώματα που, παρόλο που βιώνουν ταξικά την πραγματικότητα, ψηφίζουν για πρόεδρο κάποιον που αντικειμενικά θα έχουν απέναντι τους; 

Η ανάλυση της πραγματικότητας με τις δικές τους λέξεις, με τις δικά τους νοήματα, όπως αυτοί τη βιώνουν («ιθαγενείς κατηγορίες») μπορεί να δείξει  πως αλλιώς εννοούν αυτά την κοινότητα, απ’ ότι ο Τραμπ, ή οι κοσμοπολίτικες «ελιτ». Εξάλλου η ανάγκη για ταυτότητα (εθνοτική ή κοινοτική) προέκυψε από τη στιγμή που η αποβιομηχάνιση, η ανεργία, η κοινωνική περιθωριοποίηση διέρρηξαν τη συλλογικότητα της εργασίας και την εργατική κοινότητα στα παλιά βιομηχανικά κέντρα. Ωστόσο, η  αμερικανική αστική τάξη και οι μερίδες της, επειδή θέλουν και την «πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο», αρνήθηκαν την προεδρία σε έναν σοσιαλδημοκράτη, τον Σάντερς. Προτίμησαν τελικά τον Τραμπ (αυτό σήμαινε εν τέλει η επιλογή της Κλίντον για την προεδρία), έστω και αν αυτός αποκλίνει από τα πολιτικά και αισθητικά στάνταρτ (σεξιστής, ρατσιστής κ.λπ.), δηλαδή σε δευτερεύοντα ζητήματα. Όσον αφορά τις ανησυχίες για το πώς θα συμπεριφερθεί ο Τραμπ, καλό θα ήταν να γνωρίζουμε, παίρνοντας απόσταση από τις φουκωϊκές εμμονές, πως σημασία δεν έχει ποιος ασκεί την εξουσία αλλά ποιος την κατέχει, όταν μάλιστα εδώ υπάρχουν «πυλώνες» του συστήματος (Κογκρέσο, Βουλή, Πολιτείες κ.λπ.) που θα παρέμβουν, όποτε και αν χρειαστεί.

Από την άλλη, ευλόγως αναρωτιέται κανείς, που ήταν οι σημερινοί celebrities, οι σταρ του Χόλυγουντ, οι ακαδημαϊκοί κ.ά. που διαδηλώνουν (δικαίως) κατά του Τράμπ, αλλά σιωπούσαν τόσα χρόνια για τα θύματα (παιδιά, γυναίκες, άμαχοι κ.ά.) και τις καταστροφές των κοινωνικών υποδομών από τις στρατιωτικές επεμβάσεις της Αμερικής του Ομπάμα; Αδυνατώντας να βγουν έξω από τους μικρόκοσμούς τους (βιωματικούς, ακαδημαϊκούς κ.λπ.) αυτές οι κοινωνικές ομάδες τείνουν να προσεγγίζουν τα  πράγματα αισθητικά. Χάνοντας μάλιστα  οποιοδήποτε  μέτρο ιστορικής σύγκρισης μιλούν μένοντας στο επιφαινόμενο, όπως κάνει η φιλόσοφος Τζ. Μπάτλερ, για φασισμό. Αυτό όμως οδηγεί σε σύγχυση όσον αφορά στην κοινωνική φύση του του φασισμού θυμίζοντας την παροιμία του Αισώπου με τον «ψεύτη βοσκό». Ξεχνώντας τη φράση του M. Χορκχάιμερ: όποιος  δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό θα πρέπει να σωπαίνει για τον φασισμό, οι φιλελεύθεροι της Αμερικής και η πολιτισμική  Αριστερά και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, δεν ονοματίζουν καν, στις αναλύσεις τους, τον καπιταλισμό. Το ίδιο συμβαίνει και με την ακαδημαϊκή αριστερά στα πανεπιστήμια που απομονωμένη από την κοινωνία και τις αντιθέσεις της βλέπει την κοινωνική πραγματικότητα ως δημιούργημα των ιδεών και τον Τραμπ ως «κατασκευή» λογοθετικών (ιδεολογικών) πρακτικών.

Που ήταν λοιπόν όλοι αυτοί, όταν η Κλίντον, η υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών και των φυλετικών μειονοτήτων στις ΗΠΑ, βομβάρδιζε στη Λιβύη, εξόπλιζε τον ISIS στη Συρία, δεχόταν «χορηγίες» από τους Σαούντ (βλ. Ίδρυμα Κλίντον); Αυτοί βεβαίως συνεχίζουν να μαστιγώνουν και να λιθοβολούν γυναίκες στη χώρα τους και να βομβαρδίζουν, έχοντας πάντα την υποστήριξη των ΗΠΑ, στην Υεμένη με εκατόμβες νεκρών. Να υπενθυμίσουμε επίσης ότι τα τελευταία χρόνια, επί Ομπάμα, έλαβε χώρα στις ΗΠΑ μια τεράστια συγκεντροποίηση πλούτου με το 20% του πληθυσμού να κατέχει πλέον το 93% του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Απόρροια αυτής της εξέλιξης ήταν η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων και της ανεργίας στους νέους, η διεύρυνση της εργασιακής επισφάλειας, η έξαρση της ρατσιστικής βίας κ.ά. Να γιατί η Κλίντον τη στιγμή που αύξησε τα ποσοστά της στα μεσαία και αστικά στρώματα (9%) απώλεσε 11% στα μικροαστικά και φτωχοποιημένα στρώματα των Αμερικανών.

Παρόλο που κατανοούμε τους φίλους/ες μας στην Αμερική και το γκρίζο κλίμα που δημιουργεί εκεί η προεδρία Τραμπ, το πρόβλημα, όπως και με το Brexit, είναι αλλού. Το δυστύχημα για την αμερικανική κοινωνία, και κατ’ επέκταση και για τις χώρες όλου του κόσμου, είναι ότι λείπει, στη ναυαρχίδα του καπιταλισμού, το πολιτικό υποκείμενο που θα δώσει ταξικό πρόσημα στη λαϊκή δυσφορία μετατρέποντας το διασπασμένο κοινωνικό σώμα (ταξικά, φυλετικά, μειονοτικά κ.λπ.) σε βραχίονα δράσης και αλλαγής για την αμερικανική κοινωνία αλλά και για ολόκληρο τον πλανήτη.

Ετικέττες: , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email