Το ζούμε και με αφορμή το μουντιάλ στη Ρωσία: Ύστερα από την συνήθη υστερία της διανοουμενίστικης «δυσκοιλιότητας» κατά του ποδοσφαίρου, όλες οι θεωρίες περί «οπίου του λαού» και οι βαρύγδουπες «αναλύσεις» που δεν μπορούν να διακρίνουν το παιχνίδι από τους «αφεντάδες» του, γίνονται σμπαράλια από μια και μόνο ατάκα του Αλ Πατσίνο: «Η μπάλα δεν είναι δα και η ζωή. Είναι κάτι πολύ περισσότερο»!

   Όσο για τον Μπιλ Σάνκλι, αυτή τη μεγάλη μορφή του αγγλικού ποδοσφαίρου και αναμορφωτή της Λίβερπουλ, είχε το «θράσος» να «διαβεβαιώνει» τους επικριτές του ποδοσφαίρου ότι το ποδόσφαιρο «δεν είναι ένα απλό ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι κάτι πολύ ανώτερο»!

Η «θεά» μπάλα

    Η μπάλα είναι ο τελευταίος ίσως συλλογικός μηχανισμός της ταύτισης του «εγώ» με το «εμείς». Κανένα άλλο παιχνίδι δε μετατράπηκε σε οικουμενική γλώσσα όπως το ποδόσφαιρο. Κανένα άλλο παιχνίδι δεν κατόρθωσε να κάνει να χαίρονται ταυτόχρονα (αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας) τόσο οι «νονοί» της FIFA όσο και ο Νέλσον Μαντέλα, μόλις ανακοινώθηκε ότι το Μουντιάλ του 2010 θα γινόταν στη Νότια Αφρική. Κανένα άλλο παιχνίδι δεν κατάφερε να εκπροσωπήσει κοινωνικές τάξεις και κόμματα, και δεν κατόρθωσε να βγαίνει αλώβητο και αθώο στη συνείδηση της κερκίδας παρά τα νταραβέρια του με τον κάθε Κοσκωτά ή με τον κάθε Μπερλουσκόνι.
   
     Στο ποδόσφαιρο, αποκρυσταλλώνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο η σχέση του «εγώ» με το «εμείς». Στο ποδόσφαιρο όπως και στη ζωή, ο ατομισμός πληρώνεται. Το άτομο γίνεται χρήσιμο μόνο αν υποτάξει το «εγώ» του στο «εμείς». Στην αντίθετη περίπτωση, είτε γελοιοποιείται είτε χαντακώνει την ομάδα.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι το στοιχείο της προσωπικότητας ακυρώνεται στο ποδόσφαιρο. Ίσα ίσα, εδώ ακριβώς έχουμε μια εκπληκτική έκφραση του διαλεκτικού νόμου της «ενότητας και της πάλης των αντιθέτων»: Το στοιχείο της προσωπικότητας παίζει καθοριστικό ρόλο, είτε ανήκεις στις ποδοσφαιρικές «ιδιοφυΐες» είτε ανήκεις στους «μοιραίους» παίκτες. Μόνο που αυτή η προσωπικότητα, αυτός ο εγωισμός, δεν μπορεί ποτέ να ολοκληρωθεί πέρα και έξω από την ομάδα. Για να «τελειοποιηθεί», πρέπει να συνεργαστεί με δέκα ακόμα διαφορετικά «εγώ», να αποδομηθεί, να καταστραφεί για να μπορέσει να πετύχει και να αποθεωθεί. Όπως και στη ζωή.

Η Δημοκρατία 

    Η Δημοκρατία του ποδοσφαίρου είναι το Α και το Ω της δημοφιλίας του. Το ποδόσφαιρο είναι το συνώνυμο της αίσθησης (ή της ψευδαίσθησης) της Δημοκρατίας. Όλοι μπορούν να παίξουν μπάλα! Αυτό είναι το ποδοσφαιρικό θεώρημα – φενάκη που συντηρεί το αέναο της αυταπάτης γύρω από το ποδόσφαιρο.

    Εντούτοις, είναι το δημοκρατικότερο των αθλημάτων, αφού μπορούν να παίξουν οι πάντες. Οι κοντοί, όπως ο Δομάζος, και οι ψηλοί, όπως ο Αντωνιάδης. Οι χοντροί, όπως ο Πούσκας, και οι «δαντελένιοι», όπως ο Βαν Μπάστεν. Οι ασθενικοί (περιγράφουν το Γκαρίντζα σαν υπόλειμμα πολυομελίτιδας) και οι λιγότεροι υγιείς (μέχρι και ο Πελέ έπασχε από… πλατυποδία)!

    Στο ποδόσφαιρο αναπαράγεται κάθε τόσο ο μύθος του Δαυίδ με τον Γολιάθ. Μόνο που εδώ υπάρχουν αποδείξεις! Ο τρόπος με τον οποίο οι μικρόσωμοι άντρες μπορούν να καταστρέψουν τους μεγαλόσωμους (ΝικΧόρνμπι) διδάσκεται σχεδόν κάθε Κυριακή και είναι ένα θαύμα που δεν θα το δεις σε καμία εκκλησία.

    Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοκρατικό άθλημα που επιτρέπει να μιλούν για λογαριασμό του οι πάντες, μέχρι κι αυτοί που δεν ξέρουν αν η μπάλα είναι στρογγυλή ή τετράγωνη. Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοκρατικό βασίλειο που έχει καταργήσει το κληρονομικό δίκαιο. Ούτε ο αυτοκράτορας Μπεκενμπάουερ, ούτε ο βασιλιάς Πελέ, ούτε ο Θεός Μαραντόνα, κανένας τους και ποτέ δεν μεταβίβασε κάτι από το ποδοσφαιρικό του βασίλειο στα παιδιά του. Το ποδόσφαιρο είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου αποδεικνύεται ότι η ιδιοφυία δεν κληρονομείται.

    Η Δημοκρατία του ποδοσφαίρου αποθεώνεται και από το γεγονός ότι συστατικό στοιχείο του – περισσότερο από κάθε άλλο άθλημα –είναι το ανθρώπινο λάθος. Καμία μηχανιστική μεταφορά του μέσα στο γήπεδο, καμία προπόνηση, κανένα σχέδιο, καμία εντολή προπονητή δεν μπορεί να απαλλάξει το ποδόσφαιρο από την ανθρώπινη φύση του: Το λάθος! Το ποδόσφαιρο είναι το παιχνίδι των αυτογκόλ. Είναι ένα παιχνίδι λαθών, που ο αντίπαλος πάντα θα προσπαθεί να τα εκμεταλλεύεται.

Η εξέδρα

   Η μπάλα, το παιχνίδι, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτούς που το βλέπουν. Το ποδόσφαιρο ανήκει στην μοναδική κατηγορία των αθλημάτων που η εξέδρα κατάφερε να διαμορφώσει όρους και κανόνες στο παιχνίδι. Το γύρισμα της μπάλας στην αγκαλιά του τερματοφύλακα, για παράδειγμα, αυτή η πράξη δειλίας, τελικά καταργήθηκε δια νόμου. Το βάρος των αποδοκιμασιών της κερκίδας υπήρξε ασήκωτο. Ο τερματοφύλακας δεν θα ξαναμπλοκάρει πια τη μπάλα από γύρισμα συμπαίκτη του!

    Το ποδόσφαιρο είναι ίσως το μοναδικό άθλημα που η εξέδρα απέβαλε διαιτητή επειδή έδειξε κόκκινη κάρτα σε παίκτη. Ο παίκτης ξαναμπήκε στο γήπεδο και ο αγώνας συνεχίστηκε με άλλο διαιτητή. Συνέβη στην Κολομβία. Ο ποδοσφαιριστής ήταν ο Πελέ…

    Σε μια μελέτη για τα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα της Αγγλίας από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τη δεκαετία του 70, προκύπτει ότι οι ομάδες που παίζουν στην έδρα τους έχουν δυόμισι φορές περισσότερες πιθανότητες να νικήσουν από όσες πιθανότητες έχουν αν παίξουν εκτός έδρας. Τελικά, η φράση για τον οπαδό – 12ο παίκτη της ομάδας μοιάζει να είναι κάτι παραπάνω από ένα κλισέ.

    Στο ποδόσφαιρο η εξέδρα είναι ο τελικός κριτής όλων όσων διαδραματίζονται στο χόρτο. Ενίοτε συμβαίνει το απίστευτο, όπως συνέβη το 1964. Τότε που οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, απηυδισμένοι από το δούλεμα των παικτών των ομάδων τους που – όπως πίστευαν – ήταν συνεννοημένοι να λήξουν τα μεταξύ τους παιχνίδι ισόπαλο, μπήκαν μαζί στο γήπεδο της Λεωφόρου και το έκαναν καλοκαιρινό.

    Αυτή η δύναμη όσων βρίσκονται απέξω από τη γραμμή του άουτ, κάνει το ποδόσφαιρο ένα χώρο για να νομίζουν οι πολλοί  ότι υπάρχουν, ότι οι αφεντάδες τους λογαριάζουν, ότι τους χρειάζονται. Και πράγματι τους χρειάζονται. Ισως τους χρειάζονται όπως τα λιοντάρια χρειάζονταν τους μονομάχους, ίσως τους χρειάζονται όπως τα κανόνια τις σάρκες, αλλά τους χρειάζονται. Ειδάλλως ένας αγώνας χωρίς οπαδούς είναι σαν να χορεύεις  χωρίς μουσική (Γκαλεάνο).

Η έντιμη…  απάτη

   Το γήπεδο είναι και ο χώρος όπου όλα (μοιάζουν να) επιτρέπονται. Οι σύγχρονοι άρχοντες προσφέρουν στο πλήθος την φενάκη της ανωνυμίας και κείνο μπορεί να κάνει την «επανάστασή του» τραγουδώντας εν χορώ στη θέα των ΜΑΤ: Καλώς τα παιδάκια με τα ροπαλάκια. Αλλά έως εκεί! Γιατί όταν τα όρια απειληθούν να ξεπεραστούν, το γήπεδο παύει να είναι χώρος εκτόνωσης και συνάμα ασφαλιστική δικλείδα της εξουσίας. Μπορεί να μετατραπεί και σε χώρο εκτέλεσης. Οπως επί Πινοσέτ, στη Χιλή. Η σε πεδίο εφαρμογής της χαφιεδοκάμερας. Ομως, έστω κι έτσι, ό,τι τελετουργικές επινοήσεις κι αν έχουν εφευρεθεί τα τελευταία χρόνια, το ποδόσφαιρο θα είναι πάντα ταυτισμένο με την εικόνα του αρχηγού της ομάδας να παίρνει το κύπελλο από τα χέρια της βασίλισσας και αμέσως μετά να της γυρίζει τον… κώλο του για να πανηγυρίσει μαζί με το λαό!

    Το ποδόσφαιρο είναι τόσο δημοφιλές διότι μοιάζει τόσο πολύ με τη ζωή. Είναι κατασκευασμένο με τα υλικά που φτιάχτηκε ο άνθρωπος. Εχει μέσα του την αυτοθυσία και τη γενναιότητα. Αλλά την ίδια ώρα συνυπάρχει με την απάτη, την κλεψιά, την ανυποληψία, με το ο σκοπός αγιάζει τα μέσα (μόνο που εδώ λέγεται κάπως αλλιώς: Η μπάλα περνάει – ο παίχτης δεν περνάει). Το ποδόσφαιρο είναι το άθλημα όπου η πιο λατρεμένη στιγμή μετά το γκολ, είναι η ντρίμπλα, δηλαδή η προσποίηση, δηλαδή η απάτη.

    Η απάτη, όντως, είναι μέρος του παιχνιδιού. Αλλά προσοχή: άλλη η ηθική του παιχνιδιού και άλλη η ηθική της αγοράς. Στο ποδόσφαιρο, ο άνθρωπος την απάτη την αποδέχεται κυρίως σαν άσκηση ευφυίας, αλλά όχι σαν εύσημο για ένα έγκλημα, όχι σαν επιβράβευση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Στο ποδόσφαιρο δεν έχει σπάσει το νήμα που έρχεται να συνδέσει το γήπεδο Καραϊσκάκη με τα στάδια της αρχαίας Σπάρτης εκεί που διδασκόταν η αρχή κλέψε αλλά μη σε δουν.

    Στο ποδόσφαιρο, συνεπώς, πάντα ελλοχεύει η τιμωρία του Καιάδα για τους αλαζόνες, τους κυνικούς, τους υβριστές και τους αμετροεπείς. Στη μπάλα, όπως και στη ζωή, τα πράγματα δεν είναι ευθύγραμμα. Δεν αποδίδονται πάντα τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Ο Κρόιφ δεν έγινε ποτέ παγκόσμιος πρωταθλητής. Ούτε ο Πλατινί. Ούτε ο Ζίκο. Αντίθετα, το… κατσίκι, ο Ιταλός Ρόσι, μπλεγμένος σε στημένα ματς και λοιπές ευγενείς δραστηριότητες στο ιταλικό κάλτσιο, έγινε. Αλλά στην απορία του Φιντέλ Κάστρο προς τον Μαραντόνα «δηλαδή σουτάρεις χωρίς να κοιτάζεις τη μπάλα;», το ποδόσφαιρο θα είναι πάντα ο χώρος που θα ισχύει η απάντηση του Ντιέγκο: «Σύντροφε το τι μπορεί να κάνει ο ανθρώπινος νους δεν έχει όριο». Αυτό είναι το ποδόσφαιρο: Μια ιστορία δημοκρατίας και ταυτόχρονα απάτης.

Η «άλωση»

    Μια τόσο δημοφιλής υπόθεση, όπως το ποδόσφαιρο, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από εκείνους που θέλουν να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Εταιρείες, κυβερνήσεις, κοινωνικοί σχηματισμοί προσπαθούν, αξιοποιώντας το μηχανισμό της ταύτισης με την άλφα ή βήτα ποδοσφαιρική ομάδα, σε συλλογικό ή εθνικό επίπεδο, να κερδίσουν προσεταιριζόμενοι την «πελατεία» του αθλήματος.

    Πρώτον, γιατί οι τεράστιες μάζες των ανθρώπων που παθιάζονται με την μπάλα αποτελούν ταυτόχρονα τεράστιες, και ως εκ τούτου, κερδοφόρες αγορές.  Δεύτερον, γιατί σε ένα άθλημα με τέτοια απήχηση η δυνατότητα να επιβάλλεις τη δύναμή σου, τα συμφέροντά σου, να προκαθορίζεις και να ελέγχεις την εξέλιξή του συνιστά ένα παιχνίδι εξουσίας.  Από δω και πέρα είναι που αρχίζει το παιχνίδι να γίνεται σικέ. Όπως και στη ζωή, έτσι και στο ποδόσφαιρο, όσο πιο τερατώδης γίνεται η δύναμη των ισχυρών, τόσο πιο εξόφθαλμο γίνεται το στήσιμο.
 
   Το ποδόσφαιρο είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ακόμα κι αν αυτό δεν το καταλαβαίνουν όσοι δε θέλουν να το καταλάβουν, το καταλαβαίνουν οι πολυεθνικές. Αλλιώς, δε θα είχαν ρίξει τα νύχια τους επάνω στο ποδόσφαιρο. Το αντιλαμβάνονται οι επιχειρηματικοί κολοσσοί που ενσωματώνουν το ποδόσφαιρο στις μπίζνες τους. Το διαπιστώνουν και το εκμεταλλεύονται οι κυβερνήσεις, οι μαφιόζοι, οι τζογαδόροι, ο υπόκοσμος και οι VIPs…

     Το ποδόσφαιρο, το σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι μια υπόθεση διαπλοκής, οικονομικών συμφερόντων, πολιτικής και ιδεολογικής εκμετάλλευσης. O «έλεγχος της μάζας» και το χρήμα, είναι δύο προφανείς μαγνήτες, που έλκουν όλους όσοι είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν στο σημερινό ποδοσφαιρικό προϊόν. Καθώς το ποδόσφαιρο απευθύνεται σε κοινό δισεκατομμυρίων, δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για να αναδειχτεί η πολιτική παράμετρος του φαινομένου και των δυνατοτήτων που παρέχει σε «δυνατούς» του χρήματος και της πολιτικής εξουσίας να διεισδύσουν στις λαϊκές συνειδήσεις μέσω της μπάλας.
 
   Οι οικονομικές και πολιτικές πτυχές του φαινομένου «ποδόσφαιρο» παγκοσμίως και στον ελληνικό χώρο αντανακλώνται στην μετατροπή του παιχνιδιού σε χρηματιστηριακό προϊόν, στον τρόπο που κάποιες ποδοσφαιρικές οικονομίες «απογειώθηκαν» συγκροτώντας τραστ για να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους στο χώρο, σκιαγραφούνται στο πώς η πλούσια δυτική μητρόπολη συνεχίζει την παράδοση της εκμετάλλευσης των «ποδοσφαιρικών» αποικιών του τρίτου κόσμου.

    Το σύγχρονο ποδόσφαιρο αντιμετωπίζεται σαν «κλοτσοσκούφι» από το «Γκρουπ των Γολιάθ» που εκτός από ομάδες, ελέγχουν χρηματιστήρια και ΜΜΕ. Αυτή η αλήθεια, όμως, δεν μπορεί να οδηγεί στην παγίδα της δαιμονοποίησης του ποδοσφαίρου ως παιχνίδι όπως συμβαίνει με λογής – λογής «ελιτίστες» που λανσάρουν σαν «διανόηση» την ανίατη ποδοσφαιροφαγία τους.

«Νο politica»

    Δεν είναι περίεργο που αυτή η «οικειότητα» που δημιουργεί το ποδόσφαιρο με το πολυπληθές κοινό του, δεν έμεινε απαρατήρητη από εκείνους που θέλουν να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων. Εταιρείες, κυβερνήσεις, κοινωνικοί σχηματισμοί προσπαθούν, αξιοποιώντας το μηχανισμό της ταύτισης με την άλφα ή βήτα ποδοσφαιρική ομάδα, να κερδίσουν πολιτικά και οικονομικά προσεταιριζόμενοι την πελατεία του αθλήματος.

    Η «ανάπτυξη» – ή καλύτερα η υπερεκμετάλλευση – του αθλήματος οδήγησε τελικά το ποδόσφαιρο στα χέρια των «χορηγών» που με τη μορφή τεράστιων πολυεθνικών διασυνδεδεμένων με τη διαφήμιση και τα τεράστια τηλεοπτικά δίκτυα, διαφεντεύουν σήμερα το ποδόσφαιρο. Χαρακτηριστική της ποδοσφαιρικής πραγματικότητας η προειδοποίηση πριν λίγα χρόνια της γερμανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας προς τον πρώην τερματοφύλακα της ομάδας Γενς Λέμαν, πως αν επιθυμούσε να αγωνίζεται με την εθνική ομάδα θα έπρεπε να μην ξαναφορέσει τα γάντια της nike που χρησιμοποιούσε. Εντολή πολύ «λογική» στον κόσμο των πολυεθνικών αφού χορηγός της γερμανικής εθνικής ομάδας είναι η Αdidas…

    Το ποδόσφαιρο – ιδιοκτησία πλέον στα χέρια των προυχόντων, που αντιμετωπίζουν τους παρίες των κερκίδων σαν άτομα μειωμένης αντίληψης και σίγουρα μειωμένων κοινωνικών δικαιωμάτων – μετατρέπεται σε ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο «συναίνεσης». Η μπάλα, που παίζεται από τα σοκάκια του βομβαρδισμένου Ιράκ μέχρι τα ιδιωτικά γήπεδα των τραπεζών της Ζυρίχης, το ποδόσφαιρο, αυτός ο σύγχρονος «ναργιλές» αποχαύνωσης και ορόσημο μιας κάποιας ανύπαρκτης αταξικής κοινωνίας, ξαναπαίζει το ρόλο που ήθελαν οι εργοστασιάρχες στην πρώιμη φάση του: Βάλιουμ εκτόνωσης των παθών των πολλών. Νυστέρι λοβοτομής και αποπροσανατολισμού. Ένας τόπος επιβολής –μέσα και έξω από το γήπεδο– της δικτατορίας των «εχόντων και κατεχόντων».

    Σήμερα, την εποχή του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, η διαπλοκή του ποδοσφαίρου με τους οικονομικούς άρχοντες έχει πάρει απίθανες διαστάσεις. Έτσι λειτουργεί η «ελεύθερη αγορά». Οτιδήποτε αποτελεί «προϊόν» που μπορεί να πουληθεί στις μάζες το κατακτά. Το αλώνει. Το κουρσεύει. Και μετά το πουλά. Έτσι κερδίζει διπλά. Κερδίζει και ιδεολογικά και οικονομικά.

    Ωστόσο, το ποδόσφαιρο, ως παιχνίδι, δε φταίει τίποτα για όλα αυτά. Οσο κι αν ασφυκτιά από την ποδηγέτησή του από τους κάθε λογής «παράγοντες», θα έχει πάντα για το ανθρώπινο είδος την αξία που του αποδίδει ο Γάλλος συγγραφέας Ζιροντού: «Το ποδόσφαιρο είναι ο βασιλιάς των σπορ… Όλα τα μεγάλα παιχνίδια του ανθρώπου είναι παιχνίδια με μπάλα… Στη ζωή μας η μπάλα είναι το πράγμα εκείνο που ξεφεύγει ευκολότερα από τους νόμους… Έχει την ιδιότητα κάποιας δύναμης που δεν μπορεί κανένας να τη δαμάσει απόλυτα».

    Παρά την καπηλεία που έχει υποστεί, παρά το σφετερισμό του από τους «άμπαλους» του χρήματος, παρά τους «μπαρμπα-Θωμάδες», τους «χοντρούς», τους «κοκαλιάρηδες», τους «Ρίνγκο», τους «καουμπέους», τους «τίγρεις» που κατά καιρούς το λερώνουν και που τα… χαριτωμένα προσωνύμιά τους προσδίδουν στο περίφημο «no politica» το πρωτάθλημα μπουρδολογίας,  παρά την βρωμιά που κρύβεται πίσω από την βιομηχανία του θεάματος, παρά τους νταβατζήδες της FIFA και της UEFA που το πουλάνε και το αγοράζουν με το αζημίωτο, το ποδόσφαιρο είναι αθώο! Το ποδόσφαιρο δεν φταίει σε τίποτα. Γι’ αυτό το λατρεύουν και θα το λατρεύουν στις φαβέλες ακόμα κι όταν χρυσοπληρωμένοι «δούλοι» της αρένας του ποδοσφαίρου – μπίζνα, όπως ο Νειμάρ, καραγκιοζοποιούνται. 

Το παιχνίδι είναι αθώο

    Πράγματι, το ποδόσφαιρο το έχουν σφετεριστεί οι μεγιστάνες του χρήματος. Αλλά το ποδόσφαιρο θα παραμένει πάντα το άθλημα του λαού. Ετσι έγινε

  • τότε που οι Γερμανοί έμπαιναν στην Αθήνα και ο Τσολάκογλου, ο διορισμένος «πρωθυπουργός» των κατοχικών δυνάμεων, καλούσε τη νεολαία «να εγκαταλείψει την πολιτική και να αφοσιωθεί στο ποδόσφαιρόν της», αλλά η νεολαία και η οργάνωσή της, η ΕΠΟΝ, απαντούσε «πολεμώντας και τραγουδώντας», αλλά και παίζοντας μπάλα!
  • Τότε, που η Ελλάδα «αναμορφωνόταν» στα Μακρονήσια και τα ξερονήσια, αλλά που ο πρωταθλητής Ολυμπιακός κατατροπωνόταν στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας από την ποδοσφαιρική ομάδα των πολιτικών κρατουμένων της Μακρονήσου!
  • Τότε, που ο λοχαγός του ΕΛΑΣ και ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, ο Νίκος Γόδας, ήρωας της μάχης της «Ηλεκτρικής» και μαχητής στα Δεκεμβριανά, εκτελούνταν από το δολοφονικό απόσπασμα «κοιτώντας τους δολοφόνους του στα μάτια και φορώντας τη φανέλα του Ολυμιακού»!

    Η ιστορία σαν κι αυτή του Νίκου Γόδα, ίσως σε κάποιους φανεί ακατανόητη. Οχι όμως και στον Καμί, τον Αλμπερτ Καμί, που ως τερματοφύλακας της ομάδας του πανεπιστημίου της Αλγερίας, είχε αντιληφθεί το… «ακατανόητο» και το εξηγούσε λέγοντας: «Οσα γνωρίζω περί ηθικής και καθήκοντος, μού τα έμαθε το ποδόσφαιρο».

    Το ποδόσφαιρο είναι αθώο και πάντα μια μπάλα θα φτάνει για να το αποδείξει. Μια μπάλα θα είναι αρκετή για να γίνεται πάλι το ποδόσφαιρο παιχνίδι. Μια μπάλα, μερικά πανιά δεμένα, οτιδήποτε μοιάζει στρογγυλό, είναι αρκετό για να πάρει φωτιά η αλάνα, το σοκάκι, η αυλή, ο δρόμος, για να αντηχήσει η πιο διαδεδομένη γλώσσα στον κόσμο: Η γλώσσα του ποδοσφαίρου. Αυτό το παγκόσμιο παιχνίδι είναι παντού, κάθε στιγμή, κάθε μέρα προσιτό σε όλους.

    Πριν χρόνια το πρακτορείο Magnum οργάνωσε μια περίφημη φωτογραφική έκθεση με τίτλο: «Πλανήτης Ποδόσφαιρο». Πράγματι, ζούμε σε έναν πλανήτη όπου: «Σε τόπους πολιτικών κρίσεων, στο πεδίο της μάχης, σε μικροαστικές αυλές, στις άθλιες παραγκουπόλεις της Λατινικής Αμερικής, στις ευρωπαϊκές πλαζ, στους κύκλους των λουόμενων ινδουιστών στον Γάγγη, σε πάρκινγκ, σε αυλές ιταλικών μοναστηριών», όπου κι αν ταξιδέψεις συναντάς το ποδόσφαιρο. Το συναντάς «στην παιγνιώδη διάθεση των νεαρών μουσουλμάνων γυναικών που παίζουν ποδόσφαιρο κουκουλωμένες με την μπούρκα, στη στοργή που δείχνει ο ποδοσφαιρόφιλος στο μικρό του γιο (…) στα ξυπόλητα παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο στο Καμερούν, στη χαρά των νεαρών Ιρλανδών ιερέων που βγάζουν τα ράσα για να παίξουν ποδόσφαιρο» (Γ. Καρουζάκης, «Φωτογραφίες στη γλώσσα του ποδοσφαίρου», Ελευθεροτυπία, 6/10/2004).

     Ναι, το ποδόσφαιρο είναι παντού. Ανήκει σε όλους. Όπως και η ζωή. Κι ας το καρπώνονται οι λίγοι. Όπως και τη ζωή. Η μπάλα μοιάζει με τη ζωή. Εκεί οφείλεται η βασιλεία της. Την μπάλα (όπως και στη ζωή) την κλωτσούν οι αεριτζήδες και την λυμαίνονται οι παράγοντες. Την ξεφουσκώνουν οι μεγιστάνες και το ιερατείο της UEFA και της FIFA. Της ρουφάνε την ψυχή στήνοντας το παιχνίδι στα μέτρα της διαφημιστικής αρένας, της χρηματιστηριακής φούσκας και των πολιτικών σκοπιμοτήτων από την εποχή που ο Φράνκο διαφήμιζε τη χούντα του μέσω της Ρεάλ.

    Στη μυθολογία του ποδοσφαίρου, όμως, εκτός από την Ρεάλ του Φράνκο, υπάρχει και η Μπαρτσελόνα των ανυπότακτών, η Δυναμό που διέλυσε τους ναζί, η Ιντερ του διεθνισμού και ο (ανά την Ελλάδα) Αστέρας. Και σε κάθε περίπτωση η μπάλα παραμένει ένα πολύπλοκο συμβολικό γεγονός που διατηρεί την τελετουργία και τα στοιχεία του Αναγκαίου για την ανθρώπινη επιβίωση προϊστορικού κυνηγιού. Δηλαδή, τη στρατηγική, την τακτική, τη συνεργασία της ομάδας, τον κίνδυνο, την αυτοσυγκέντρωση, την αντοχή, τη φαντασία, την ψυχραιμία, την αυτοθυσία, τη γενναιότητα.

    Η μπάλα είναι μια «θρησκεία» που όταν ξεχνιέται πως «θεός» της δεν είναι ο εκάστοτε πρόεδρος της εκάστοτε ΠΑΕ με τους «ιδιωτικούς στρατούς» του και τους αλητοπαπαγάλους του, τότε… «χάνεται η μπάλα». Αλλά την ίδια ώρα η μπάλα ως παιχνίδι κρατά ζωντανή την προοπτική ώστε με οργάνωση, με σχέδιο, με πειθαρχία, με ταλέντο, με κόπο, με ιδρώτα, με αγώνα, όλα να είναι πιθανά! Όπως και στη ζωή!

    Η μπάλα, παρά τους βιασμούς που υφίσταται από τους άθλιους διακορευτές της, συνεχίζει να υπάρχει. Αγνή, ζωντανή, στρογγυλή και απρόβλεπτη καθώς είναι μπορεί να καταργήσει κάθε νόμο των πιθανοτήτων. Στη μπάλα όλα μπορούν να συμβούν. Ακόμα και να πάρει η Εθνική Ελλάδας το κύπελλο στην Πορτογαλία.

     Στη μπάλα, όπως και στη ζωή, «όλα είναι δυνατά»! Ακόμα και η νίκη επί όσων μαγαρίζουν και τη μπάλα και τη ζωή μας. Αυτό είναι που δεν κατάλαβε ποτέ ο «ποδοσφαιροφάγος» Ουμπέρτο Εκο. Ευτυχώς το κατάλαβαν ο Ρίτσος, ο Χατζιδάκις και ο Αναγνωστάκης, ο Παζολίνι, ο Τσε Γκεβάρα, ο Βιμ Βέντερς, ο Μονταλμπάν και ο Γκαλεάνο. Το κατάλαβε ο Γάλλος φιλόσοφος Κριστιάν Μπρομπερζέ δίνοντας εκείνο τον αξεπέραστο ορισμό: «Ποδόσφαιρο: το πιο σημαντικό ασήμαντο πράγμα του κόσμου».    

    Ναι, τελικά, το ποδόσφαιρο είναι αθώο. Κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, ας κάνει το πείραμα: Ας πάρει μια μπάλα κι ας την πετάξει σε οποιονδήποτε πιτσιρικά, σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Αμέσως μετά ας κοιτάξει το παιδί στα ευτυχισμένα του μάτια. Τόσο αθώο είναι το ποδόσφαιρο. Και τόσο ένοχοι αυτοί που το εξουσιάζουν.

(*) Το βιβλίο «ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ – Μια Θρησκεία χωρίς απίστους», των Νίκου Μπογιόπουλου – Δημήτρη Μηλάκα κυκλοφορεί από τις «εκδόσεις ΚΨΜ» 

Πηγή: thepressproject.gr

(Visited 2 times, 1 visits today)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend