Το καλλιτεχνικό έργο, τα πρόσωπα, η αποδόμηση των «δημιουργών»

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ* ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ* • 7 Αυγούστου 2017

   Με αφορμή την κριτική «αποδόμηση» του Σαββόπουλου και την συνακόλουθη κριτική για την τοποθέτηση του Χρ. Λεοντή στην ΕΡΤ τίθενται κάποια ζητήματα όσον αφορά τα πρόσωπα και το έργο τους. Σε κάθε περίπτωση καλό θα είναι να κρατάμε τη βιωματική μας φόρτιση σε απόσταση από το καλλιτεχνικό έργο (μουσική, λογοτεχνία κ.λπ.), αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος να κρίνουμε τους δημιουργούς με ηθικιστικούς όρους, ως πρόσωπα. Ορθό θα ήταν λοιπόν να μην  ταυτίζουμε το δημιούργημα με το πρόσωπο. Γιατί έτσι αγνοούμαι τις συνθήκες, τις καταστάσεις και το Zeitgeist (το πνεύμα της εποχής) που δημιούργησε πρόσωπα και πράγματα αλλά και εμάς ως βιογραφίες.Ίσως ο ενδεδειγμένος τρόπος να κατανοήσουμε τη σχέση των «δημιουργών» με το έργο είναι να δούμε το νόημα, τη συνείδηση στις διάφορες μορφές της ως κοινωνικά παράγωγα, όπως προτείνει ο δομισμός.

  Αυτό σημαίνει ότι αυτές οι μορφές κοινωνικής συνείδησης παράγονται κοινωνικά. Επομένως δευτερευόντως ή καθόλου δεν μας ενδιαφέρουν τα πρόσωπα ή, όπως λέμε στην Έκθεση «τι θέλει να πει ο ποιητής»; Επομένως η αναζήτηση στα πρόσωπα ιδιαίτερων ικανοτήτων που στον συγκεκριμένο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας τους έχουν «δοθεί» (πολιτισμικό κεφάλαιο, αισθητική κρίση, μουσική παιδεία κ.λπ.) είναι μέρος μιας αστικής αντίληψης που αποδίδει τα πάντα, -υποβαθμίζοντας την κοινωνική και πολιτισμική συνθήκη και ανάδραση που τα δημιουργεί- στο άτομο και στις ικανότητές του (που λίγο πολύ κατανοούνται ως έμφυτες, ως ταλέντο κ.λπ.). 

   Αυτούς τους επαγγελματικούς διαχωρισμούς που δημιουργούν ειδικούς και αδαείς, έβλεπε να αίρονται ο K. Marx στην αταξική κοινωνία, όπου η γενική παραγωγή θα εξασφάλιζε σε όλα τα άτομα την ικανότητα να κυνηγούν, να ψαρεύουν και να μιλούν για την τέχνη χωρίς ποτέ να γίνουν επαγγελματίες κυνηγοί, ψαράδες, ή κριτικοί τέχνης. Να υπενθυμίσουμε επίσης ότι την ιδεολογία του ατομικισμού αναζητούσε να διασκεδάσει ο σουρεαλισμός ως αστικό κίνημα (P. Bürger) όταν αντιμετώπιζε το κάθε άτομο ως «εν δυνάμει δημιουργό». Σε αυτό το συγκείμενο εξηγείται, ο «αντιουμανισμός» του δομισμού, όταν εναντιώθηκε στα πρόσωπα, στο «υποκείμενο» και στην ατομική δράση, παρόλο που «μαζί με το νερό πέταξε και το μωρό» εξοβελίζοντας την ανθρώπινη δράση από την ιστορία. Σε κάθε περίπτωση η φράση του Μαρξ πως οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία σε συνθήκες όμως που δεν επιλέγουν οι ίδιοι, συνθέτει διαλεκτικά της σχέση των δομών με την ανθρώπινη δράση και τα πρόσωπα.

   Σαφώς και υπάρχει ο κίνδυνος ακολουθώντας τον δομισμό ή, μάλλον αποδομιστικές προσεγγίσεις να «πεθάνουμε» τον συγγραφέα («θάνατος του συγγραφέα», Ρ. Μπάρτ) και να αγνοήσουμε το χρονότοπο παραγωγής ενός έργου (M. Bakhtin) ως να μην υπάρχει αντικειμενική συνθήκη, επομένως να πάμε στους αναγνώστες (ερμηνευτική). Αυτό θα σήμανε επίσης ότι δεν υπάρχει μια ενιαία πραγματικότητα αλλά πολλές πραγματικότητες όσες είναι οι αναγνωστικές πρακτικές. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι σε αυτή τη θέση βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η ρεβιζιονιστκή (αναθεωρητική) προσέγγιση για την ιστορία τις προηγούμενες  δεκαετίες. Αυτή αμφισβήτησε εκτός των άλλων την εμπρόθετη δράση των υποκειμένων, υποβαθμίζοντας επίσης τα ίδια τα γεγονότα που θεωρήθηκαν εν πολλοίς κατασκευές του «λόγου» (Discourse).Ωστόσο για το θέμα μας είναι ιδιαίτερο σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι τα πρόσωπα ως οργανικό μέρος ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων γίνονται φορείς-μετασχηματιστές της συσσωρευμένης κοινωνικής εμπειρίας.

   Επομένως δευτερευόντως μας ενδιαφέρουν τα πρόσωπα, καθώς αυτά γίνονται φορείς ιδιοτήτων της «δομής», πόσο μάλλον όταν οι συνθήκες καλλιτεχνικής δημιουργίας (ως κοινωνικής σχέσης)έχουν αυτονομηθεί από τις προσωπικές σχέσεις όπως και στη σφαίρα παραγωγής. Αν εμείς παρόλα αυτά επιμένουμε να εκθειάζουμε  ή να  αποδομούμε τα πρόσωπα, -απόρροια της δικής μας βιωματικής εμπλοκής- αγνοώντας τις κοινωνικές σχέσεις και την ιστορική συγκυρία που τα δημιούργησε, μάλλον ιδεολογικοποιούμε το ζήτημα.

  Εξάλλου οι συγκεκριμένοι δημιουργοί κ.ά. μπόρεσαν να δημιουργήσουν σε στιγμές «ανάτασης» του λαϊκού κινήματος. Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Μίκης Θεοδωράκης που εμπνεύστηκε από τους κοινωνικούς αγώνες των λαϊκών και εργατικών στρωμάτων στην μεταπολεμική Ελλάδα. Θα τους αδικούσαμε κατάφωρα (μεταξύ αυτών και τον Θεoδωράκη με τους πολιτικούς στροβιλισμούς του) αν αξιώναμε να συμπεριφερθούν όπως το δημιούργημά τους, που όπως παραπάνω αναφέραμε είναι παράγωγο κοινωνικών διεργασιών  χωρίς υποκείμενο ή, μάλλον κοινωνικών διεργασιών με πολλά υποκείμενα.Εξάλλου αυτοί πάτησαν και εξελίχτηκαν σε μουσικά παραδείγματα επωνύμων (Τσιτσάνης κ.ά.) αλλά και ανωνύμων. Με αυτή την έννοια στην κοινωνική δημιουργία, το έργο, όπως και τα λόγια, είναι, όπως λέει ο Σεφέρης, παιδί πολλών ανθρώπων.

  Ανεξάρτητα από τις προθέσεις των προσώπων υπάρχει πάντα ένα πολιτικό και «ηθικό» ζήτημαπου αφορά περισσότερο στις πρακτικές. Αυτό όμως για να περιοριστεί το φαινόμενο της «εξαχρείωσης» συνειδήσεων και για να μην θεωρηθεί ότι η κοινωνία επικροτεί άκριτα τέτοιες συμπεριφορές. Ούτε πάλι βοηθάει  να πολιορκούμε τα πρόσωπα, τα οποία ενδεχομένως στη συγκεκριμένη στιγμή, στη στιγμή της δημιουργίας, εξέφρασαν με τον καλύτερο τρόπο κοινωνικούς οραματισμούς και   κοινωνικές προσδοκίες. Τόσοι ήτανε, τόσο μπορούσαν.Και αυτό πάλι, όχι με πρόθεση απαξίωσης των προσώπων αλλά με πρόθεση να καταδειχτούν οι πεπερασμένες δυνατότητεςτων προσώπων αλλά και της αστικής ιδεολογίας που εστιάζει στο άτομο (μεθοδολογικός ατομισμός) αγνοώντας πως αυτά προσδιορίζονται ή ευνοούνται από δομικούς παράγοντες (ταξική κατάσταση, ταξικά βιογραφικά κ.λπ.). Πάλι με τα λόγια του ποιητή: «Το βέβαιο ήτανε πως κάτι δεν πήγε καλά, δεν έφτασε όπου ονειρεύτηκε το χέρι». Ούτε θα μπορούσε ποτέ η τέχνη όσο «στρατευμένη» και να είναι να διαμορφώσει κοινωνικές συνειδήσεις, πόσο μάλλον ταξικές, γιατί έτσι θα παραγνωρίζαμε πως η κοινωνική εμπειρία, το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι που προσδιορίζουν την κοινωνική συνείδηση. 

  Αντί άλλων και με αφορμή τους κατά καιρούς «πρόθυμους» που μάλλον ως πρόσωπα δεν κατανόησαν την κοινωνική διάσταση της δημιουργίας τους, με την έννοια πως το έργο τους επιτελώντας πλέον κοινωνική λειτουργία ξέφυγε από τους ίδιους,  νομίζω πως οι στίχοι του ποιητή αποδίδουν καλύτερα τη σχέση τους με την εξουσία: «Δεν έφταιγε ο ίδιος, τόσος ήτανε, η εποχή, τα βάρη κι οι συνθήκες κι άλλοι την πάθανε που τότε είπαν το ναι και δεν ακούσανε των παλιών τις υποθήκες» (Μ. Αναγνωστάκης).

 *O Θανάσης Αλεξίου είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email