Η κεντροαριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι … βάρκες

ΕΥΗ ΛΑΜΠΟΥ ΕΥΗ ΛΑΜΠΟΥ Πολιτική • 22 Ιουλίου 2014

 

Η συζήτηση για την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς αναζωπυρώνεται μετά τις ευρωεκλογές με την πρωτοβουλία του κλυδωνιζόμενου Φώτη Κουβέλη να απευθύνει κάλεσμα σε διάλογο τόσο προς το ΠΑΣΟΚ, όσο και προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Για την ακρίβεια ο Κουβέλης κάλεσε τον ΣΥΡΙΖΑ σε διάλογο για την προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας, αλλά στο ίδιο τραπέζι προσκάλεσε και δυνάμεις της «κεντροαριστεράς» όπως το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, τον Λοβέρδο, την Κατσέλη και τους Οικολόγους.

Ο Κουβέλης, δεδομένου ότι  βρίσκεται σε αδύναμη θέση μετά την εκλογική επίδοση του 1,3% στις ευρωεκλογές,  η οποία έχει φέρει το κόμμα  του στα όρια της διάλυσης, πιθανότατα ούτε ο ίδιος παίρνει τοις μετρητοίς την πρωτοβουλία του. Με ποιο κύρος και ποια εχέγγυα άλλωστε κάποιος που δε διάβασε σωστά τα σημάδια το 2010 όταν έφευγε απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ [τότε δε φαινόταν η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ φαινόταν όμως καθαρά που το πήγαινε το ΠΑΣΟΚ με το οποίο γύρευε συνεργασία] ενώ στις πρόσφατες ευρωεκλογές βρέθηκε κάτω από το κοινοβουλευτικό κατώφλι, θα οργανώσει τον πολιτικό διάλογο για τη διάσωση κοτζάμ κεντροαριστεράς;

Κατά πάσα πιθανότητα ο Φώτης Κουβέλης απλώς προσπαθεί να μετρήσει το κλίμα και τις αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματός του μπροστά στο Έκτακτο Συνέδριο του Σεπτεμβρίου ώστε να δει από τις αντίρροπες τάσεις που έχουν αναδειχθεί, ποια θα επικρατήσει: αυτή που κλείνει προς τη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ ή αυτή που δεν θέλει ούτε ν’ ακούει κάτι τέτοιο;

Ο ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος είδε στις πρόσφατες ευρωεκλογές τα πολωτικά διλήμματα που έθεσε να μην αποδίδουν (πολώνουν) στον βαθμό που θα ήθελε ώστε να διαγράφεται ως εφικτή η αυτοδυναμία σε περίπτωση βουλευτικών εκλογών,  αναζητεί εναγωνίως συμμάχους. Τόσο για να διαμορφώσει μια μαγιά δυνάμεων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα τον στηρίξουν μετεκλογικά όσο και για να εμφανίσει την κυβέρνηση, στο σήμερα, απομονωμένη.

Η ΔΗΜΑΡ δεν κομίζει κανένα πολιτικό και εκλογικό κεφάλαιο αυτή τη στιγμή, ωστόσο στην παρούσα φάση αν μη τι άλλο είναι χρήσιμος κοινοβουλευτικός σύμμαχος καθώς διαθέτει κρίσιμα κοινοβουλευτικά «κουκιά» στο κυνήγι των 120  εκ μέρους του Αλέξη Τσίπρα για το μπλοκάρισμα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας  από την παρούσα Βουλή.

Στο κάλεσμα για διάλογο ο ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρίθηκε με αναμενόμενο τρόπο: έθεσε το δικό του πλαίσιο όπως θα έκανε ένα κόμμα που μόλις δυο μήνες πριν αναδείχθηκε πρώτο σε εκλογική αναμέτρηση εθνικής εμβέλειας. Όσο για τα περί κεντροαριστεράς διεμήνυσε ότι η συζήτηση δεν τον αφορά.

Μάλιστα ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ σε μια προσπάθεια να ασκήσει πίεση στη ΔΗΜΑΡ ώστε να ξεκαθαρίσει τη στάση της , την εγκάλεσε … διακριτικά ότι «πατάει σε δυο βάρκες» (αυτή της «μνημονιακής κεντροαριστεράς» και την άλλη της αντιμνημονιακής αριστεράς)! 

Από πού πάνε για το «κέντρο»;

Είναι ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ τόσο «μαλωμένος» με την κεντροαριστερά ή έστω τις θέσεις της; Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ πατάει σε μια βάρκα;

Ουσιαστικά το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν θα ήθελε να ταυτιστεί με τις εγχώριες κεντροαριστερές δυνάμεις και την βασική πολιτική τους έκφραση, το ΠΑΣΟΚ που στήριξαν με πάθος τα μνημόνια και την επίθεση στην κοινωνία και τον κόσμο της εργασίας, φέρουν δε μεγάλο μέρος ευθύνης μαζί με τη ΝΔ για την πορεία της χώρας μέχρι εδώ.

Από την άλλη ακόμη κι αν δεν υπήρχε το ΚΚΕ να μετρά νυχθημερόν το βαθμό «σοσιαλδημοκρατικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ», ή οι συστημικές φωνές που τον πιέζουν να εγκαταλείψει τον «αριστερισμό», το «λαϊκισμό» και την πολιτική του ανωριμότητα και να εμβαπτιστεί στα νάματα του «ρεαλισμού», αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στις ομιλίες του Τσίπρα από το 2012 μέχρι σήμερα για να αντιληφθεί ποιες και πόσες μετατοπίσεις έχουν γίνει, λιγότερο ή περισσότερο διακριτικά.

Η επιταγή Δραγασάκη για «βίαιη ωρίμανση» ουσιαστικά «έντυσε» την προσπάθεια της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να προσεγγίσει το ευρύ κοινό του κέντρου που επί δεκαετίες ψήφιζε ΠΑΣΟΚ, και το έκανε μετατοπιζόμενη ποιο κοντά στις απόψεις αυτού του κοινού και του φορέα που το εξέφραζε. Ταυτόχρονα η προσπάθεια αυτή στόχευε στο να «εξευμενίσει» συστημικά κέντρα λήψης αποφάσεων.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ σε κάποιους ακούγεται σήμερα σαν το ΠΑΣΟΚ της πρώτης ανδρεοπαπανδρεϊκής περιόδου, ίσως αν ψάξουν καλύτερα ανακαλύψουν και το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και του ΓΑΠ.

Η προσήλωση στο ευρώ και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και η αναπαραγωγή της κυρίαρχης καταστροφολογίας απέναντι σε απόψεις υπέρ της εξόδου από το κοινό νόμισμα, οι κατά καιρούς διαβεβαιώσεις στους δανειστές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε ρήξεις θα επιδιώξει, και στο ευρώ θα μείνει, και θα πληρώσει και δημοσιονομική εξυγίανση θα εγγυηθεί και μεταρρυθμίσεις θα κάνει, η ιδέα, επίσης, μιας αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας με τους δανειστές ( win -win ) για το χρέος, όπου και η κοινωνική σωτηρία θα διασφαλιστεί και η αποπληρωμή των δανεικών, η «ισόρροπη και βιώσιμη ανάπτυξη» (στην οποία αναφέρθηκε ο Τσίπρας μόλις λίγες μέρες πριν, στη Ρώμη), η «υγιής επιχειρηματικότητα», η διολίσθηση της θέσης περί ανατροπής/ κατάργησης του μνημονίου στην πιο απαλή άποψη περί «απεμπλοκής» ή και «απαγκίστρωσης» (άνευ μονομερών ενεργειών), η διάθεση συνεννόησης με τον ΣΕΒ και τον «υγιή» επιχειρηματικό κόσμο,  οι στρογγυλοποιήσεις, οι ισορροπίες, η εμπέδωση αρχηγικής νοοτροπίας κ.λπ. μαρτυρούν μια διαρκή αγωνία συμβιβασμού ώστε να μην διαταραχθεί η «πολιτική ομαλότητα» και όλοι να μείνουν ικανοποιημένοι. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε τρεις και λίγο στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ξεσηκώνονται αντιδράσεις και συζητήσεις περί αλλοίωσης των ριζοσπαστικών του χαρακτηριστικών, περί «δεξιάς στροφής», ανησυχίες που διασκεδάζονται εκ των υστερών με ριζοσπαστικούς και φιλολαϊκούς βερμπαλισμούς εκ μέρους της ηγεσίας.

Όλα αυτά τα στοιχεία που εμφανίζονται στον κεντρικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ ως διολισθήσεις ή μετατοπίσεις σε πιο κεντρώες θέσεις χτίζουν την εικόνα ενός ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος, όπως έχει γραφτεί πολλές φορές, «πατάει σε δυο βάρκες» προσπαθώντας να «γεφυρώσει» αντίθετα συμφέροντα αντί να διαλέξει πλευρά και να δώσει μάχες μέχρι τέλους και πέραν της πολιτικής επικοινωνίας.

Προφανώς η ανασυγκρότηση της «μνημονιακής κεντροαριστεράς» δεν μπορεί να είναι στις επιδιώξεις του, καθώς αντανακλά τις προτεραιότητες και την αγωνία πολιτικής επιβίωσης τρίτων. Αλλά πόσο καταφέρνει ο «ρεαλιστικός» ΣΥΡΙΖΑ να μην μοιάζει σήμερα [και] με την κεντροαριστερά που γνωρίσαμε ως το 2010;

Διαφήμιση

tiniakos

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email