Ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά σε κομβικές επιλογές

ΕΥΗ ΛΑΜΠΟΥ ΕΥΗ ΛΑΜΠΟΥ Πολιτική • 1 Ιουνίου 2014

Το σύνθημα που επέλεξε ο ΣΥΡΙΖΑ στο μεγαλύτερο μέρος της προεκλογικής εκστρατείας για τις ευρωεκλογές, «στις 25 ψηφίζουμε, στις 26 φεύγουν» έχει ήδη κριθεί από το αποτέλεσμα. Μπορεί τα συνθήματα να έχουν στόχο να παρακινήσουν σε μια κατεύθυνση και όχι απαραίτητα να αποτυπώσουν το επερχόμενο και να προβλέψουν. Ωστόσο την επομένη των ευρωεκλογών, το συγκεκριμένο σύνθημα δεν επιβεβαιώνεται: ούτε αυτοί «φεύγουν» ακριβώς, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ «έρχεται».

Ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να σταθεροποιείται στα ποσοστά των βουλευτικών εκλογών του Ιουνίου του 2012 σημειώνοντας μια μικρή ανακύκλωση ψήφων καθώς κατέγραψε εισροές από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, έχασε όμως και περίπου 140.000 ψήφους του 2012. Κάνει σημαντικά βήματα, αν αναλογιστεί κανείς την κατάκτηση δύο περιφερειών εκ των οποίων η μία είναι η μεγαλύτερη της χώρας (Αττική) και 21 δήμων, ωστόσο αυτά είναι μικρότερα από τους ρυθμούς καταστροφής της κοινωνίας και της χώρας. Το άνοιγμα της ψαλίδας κατά 4 μονάδες με τη ΝΔ, λόγω της υποχώρησης της δεύτερης κατά 7 μονάδες από τον Ιούνιο του 2012  δεν επιβεβαιώνει κάποιο ισχυρό κοινωνικό ρεύμα που θα σηκώσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, ενώ τα ερωτήματα που τίθενται στο τραπέζι είναι περισσότερα από τις βεβαιότητες.

Παρά τη σαφή υποχώρηση του κυβερνητικού μνημονιακού μπλοκ και το άνοιγμα πολιτικών διεργασιών (το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ προσδοκούσε ότι θα συμβεί) προς το παρόν δεν είναι σαφές αν οι εταίροι που το συγκροτούν «φεύγουν» ή αν με τα κατάλληλα κοινοβουλευτικά «μαγειρέματα» θα καταφέρουν να ανασυνταχθούν και να μείνουν κακήν κακώς όσο χρειαστεί. Προφανώς, η κυβέρνηση έλαβε το μήνυμα της αποδοκιμασίας, αλλά το καταχωρεί ανερυθρίαστα στο αρχείο της και αντί ν’ αλλάξει πολιτική – δεν αναμενόταν άλλωστε – στοχεύει ήδη στην αριθμητική της λεγόμενης «προεδρικής πλειοψηφίας», δηλαδή την αναμόρφωση των κοινοβουλευτικών συσχετισμών για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή τον ερχόμενο Μάρτιο.

Ανοιχτό το παιχνίδι

Πάρα ταύτα, για τον ΣΥΡΙΖΑ το παιχνίδι παραμένει ανοιχτό, υπό προϋποθέσεις: τι κινήσεις θα κάνει την επόμενη μέρα, που θα στραφεί για πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες, με ποιο τρόπο, τι πρόγραμμα θα παρουσιάσει εν όψει εκλογών όποτε κι αν αυτές γίνουν.

Σε πρώτη φάση οι αποτιμήσεις υπογραμμίζουν το νικηφόρο αποτέλεσμα και την «ιστορική πρωτιά» με τη συμπλήρωση ότι δεν πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν πρέπει να επαναπαύεται».

Η κεντρική γραμμή όπως εκφέρεται από στελέχη όπως οι Π. Σκουρλέτης και Ν. Παππάς υποστηρίζει ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ σε συνθήκες πιο χαλαρής ψήφου διατηρεί τα κυβικά του, τότε στις εθνικές εκλογές- όπου ο κόσμος ψηφίζει για κυβέρνηση και τα διλήμματα είναι πιο ισχυρά – θα ανέβει σημαντικά και θα αγγίξει την αυτοδυναμία. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί και ως μια έμμεση παραδοχή του ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να πολιτικοποιήσει τις ευρωεκλογές και να πολώσει το πολιτικό κλίμα στο βαθμό που θα ήθελε, σαν οι ευρωεκλογές να είναι εθνικές εκλογές.

Σε αντίθεση πάντως με την οπτική που θέλει την εξουσία να έρχεται στα χέρια του ΣΥΡΙΖΑ νομοτελειακά, σαν ώριμο φρούτο, υπάρχουν στο εσωτερικό του κι εκείνοι, όχι μόνο στους κόλπους της μειοψηφίας, που πιστεύουν ότι  τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο και πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη απόσταση να διανύσει.

Με δεδομένο ότι το αποτέλεσμα των εκλογών έθεσε αυτομάτως στο τραπέζι το ζήτημα των συμμαχιών, δεν είναι λίγοι εκείνοι που ανησυχούν για περαιτέρω πολιτικές μετατοπίσεις του ΣΥΡΙΖΑ προς το κέντρο με αλλοίωση των ριζοσπαστικών χαρακτηριστικών του.

Η Αριστερή Πλατφόρμα και μετεκλογικά δείχνει να τοποθετείται υπέρ ενός νέου κύματος ριζοσπαστικοποίησης με στροφή για συμμαχίες προς τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και την κοινωνία και το κίνημα, ενώ ο Παναγιώτης Λαφαζάνης ζήτησε να αναληφθεί «επικαιροποιημένη πρωτοβουλία» συμπόρευσης προς τις δυνάμεις της Αριστεράς. Η μειοψηφία, στέλνει έτσι το μήνυμα ότι δεν υποστέλλει τη σημαία τη κριτικής, παρόλο που προεκλογικά σιώπησε μπροστά στα λάθη και τους χειρισμούς της ηγεσίας.

Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας το βράδυ των εκλογών μίλησε για ανάγκη επίσπευσης και διαμόρφωσης μιας πλατιάς δημοκρατικής, προοδευτικής και πατριωτικής συμμαχίας. Ωστόσο ως πρώτο μετεκλογικό βήμα επέλεξε να ενισχύσει την αρχηγική του φυσιογνωμία και να «πικάρει» τον Σαμαρά, συντρώγοντας με τη νέα ηγεσία του ΣΕΒ, προκειμένου να δείξει ότι είναι υπολογίσιμη και μάλλον επερχόμενη δύναμη για τους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της χώρας. Επίσης, θέλησε να υπογραμμίσει ότι η εκλογική αποδοκιμασία που έλαβε η κυβέρνηση δε νομιμοποιεί τη λήψη αποφάσεων για μεγάλα ζητήματα, όπως ο ορισμός διοικητή της ΤτΕ, Επιτρόπου στην Κομισιόν ή η ρύθμιση του χρέους χωρίς τη συναίνεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κάτι που όμως εύκολα μπορεί να τον παγιδεύσει στις συζητήσεις περί κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» και να τον εκθέσει στις πιέσεις που ήδη εκδηλώνονται από το μιντιακό σύστημα για συνεννόηση με τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο.

Με βάση τα παραπάνω, το ερώτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αν πράγματι θα επισπεύσει και προς ποια κατεύθυνση: αυτή της «βίαιης ωρίμανσης» και του «ρεαλισμού» όπως ονομάστηκαν οι συστημικές προσαρμογές ή αυτή που τον θέλει να δουλεύει με συστηματικό τρόπο τους δεσμούς του με την κοινωνία (π.χ. στους επιστημονικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, στην αυτοδιοίκηση), απορρίπτοντας τα επιδερμικά και επικοινωνιακά καλέσματα για συστράτευση; Θα συνεχίσει να «πατάει σε δυο βάρκες» στέλνοντας ασαφή μηνύματα; Η συνέχεια έχει ενδιαφέρον…

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email