Καλό κατευόδιο…

Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης, «Συγχώρεσέ με» / Σκηνοθεσία: Ακύλλας Καραζήσης / Εθνικό Θέατρο - Κτίριο Τσίλλερ / Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

Ο τίτλος του έργου των Α. και Κ. Κούφαλη παραπέμπει στη συγχώρηση, έννοια ηθική, θρησκευτική, πολιτική, αλλά κυρίως διαπροσωπική. Όπως αναφέρει σε άρθρο του ο Σταύρος Ζουμπουλάκης -που περιλαμβάνεται σε τόμο που κυκλοφόρησε πρόσφατα με θέμα του ακριβώς τη έννοια της «Συγχώρησης»- «η ανθρώπινη συγχώρηση είναι διαπροσωπική (όπως κι η αγάπη, και σχεδόν τόσο δύσκολη όσο και εκείνη), και μόνο το θύμα μπορεί να τη δίνει […] Το θύμα συγχωρεί τον θύτη. Είναι και αυτή απροϋπόθετη: το θύμα μπορεί να συγχωρήσει ακόμη κι αν ο θύτης δεν ζητήσει συγχώρηση, δεν μεταμεληθεί, δεν αποκαταστήσει τη βλάβη»1.

Στο «Συγχώρεσέ με», κανένα από τα δραματικά πρόσωπα, στην πραγματικότητα , δεν εκφέρει τη λέξη αυτή αλλά ούτε κάποιο δίνει λεκτική συγχώρηση. Αυτό θα πηγάσει μόνον έμμεσα, στο τέλος, όταν οι ταυτότητες των προσώπων αποκαλυφθούν, όταν ο Άντρας συνειδητοποιήσει από τις περιγραφές κάποιες πράξεις του και ιδιαίτερα εκείνες απέναντι στον μικρό του γιο, ενώ θα λέγαμε ότι η «συγχώρεση», «απροϋπόθετου» τελικά χαρακτήρα, δίνεται όχι λεκτικά αλλά με την ίδια την πράξη των προσώπων να παραβρεθούν στο κατευόδιο του θύτη. Η μόνη διαφορά εδώ είναι ότι, αντίθετα από μια ηθικο-θρησκευτική αντίληψη για την επενέργεια της συγχώρησης ως λύτρωσης του θύτη για την μετέπειτα ζωή του, εδώ ο θύτης, ήδη, δεν έχει ζωή.

sigxorese me

Οκτώ ζεύγη ατόμων εισβάλλουν σταδιακά σε μια αίθουσα αναμονής με τυπικούς καναπέδες να πλαισιώνουν τη μακρόστενη σκηνή που στις δύο πλευρές περιβάλλεται από τις θέσεις των θεατών ενώ στη μια της κορυφή βρίσκονται μουσικά όργανα και στην άλλη ένα μπαρ. Το σκηνικό των Μαρίας Πανουργιά και Ιωάννας Τσάμη δεν προδιαθέτει για τίποτα το αλλόκοτο με τη μελετημένη του λιτότητα.

Ούτε όμως και τα εισερχόμενα ζεύγη που συνεχίζουν επί του χώρου κουβέντες ή διαπληκτισμούς που είχαν ήδη αρχίσει πριν την είσοδό τους εδώ, σε αυτό τον χώρο αναμονής ενός απροσδιόριστου λεωφορείου που θα τους οδηγήσει σε κάποια άγνωστη κατεύθυνση. Ένα παντρεμένο ζευγάρι, δύο αδελφές, μια μάνα με τη κόρη της, ένας πατέρας με τον μικρό του γιο που επιμένει να επιστρέψει στον…πατέρα του. Κι όλοι μιλούν για την άφιξη κάποιου τον οποίο ήλθαν να προϋπαντήσουν αλλά και που γίνεται η βαθύτερη αιτία για τις όποιες αντιδικίες τους.

Ο διαβατήριος τόπος

Ο Α. και ο Κ. Κούφαλης στήνουν την ιστορία τους με ρεαλιστικούς διαλόγους σε ένα μη ρεαλιστικό πλαίσιο αφού, όπως θα αποδειχτεί , το όλον διαδραματίζεται στον εναλλακτικό χώρο ενός επέκεινα ή, καλύτερα, του προθαλάμου του, ως εκεί που μπορούν να φτάσουν οι ψυχές των πεθαμένων για να συναντήσουν τη νέα άφιξη που τους αφορά.

sigxorese me 2

Κάποιο από τα αναφερθέντα οκτώ άτομα είναι ο νεοαφιχθείς που θα ακολουθήσει τον δρόμο για τον Άδη και κάποιος άλλος από αυτούς βρίσκεται εκεί προσωρινά, αφού στον επάνω κόσμο οι ιατρικές φροντίδες θα τον επαναφέρουν στη ζωή. Παλιοί και πρόσφατοι νεκροί, ωστόσο, έχουν λόγους που βρίσκονται εκεί, κάποιοι άγνωστοι μεταξύ τους, που όλους όμως τους συνδέει το ίδιο πρόσωπο. Και ένα αίτημα για συγχώρεση.

Οι διάλογοι των εισερχομένων ζευγών δεν μαρτυρούν φαινομενικά τίποτα για την ταυτότητά τους ή τη σχέση τους με τα άλλα πρόσωπα -εξάλλου οι υπόλοιποι είναι σαν να μην υπάρχουν. Μόνον εκ των υστέρων ο θεατής μπορεί να ανασυνθέσει το παζλ αποτελούμενο από λέξεις, σύντομες δηλώσεις, δείκτες συνδετικούς που τοποθετούν τους πάντες στην ίδια ιστορία. Κι αυτό το μικρό παιχνίδι σταδιακών αποκαλύψεων συνιστά το ενδιαφέρον μιας προσεκτικά δομημένης γραφής.

Η παράσταση

Ο Ακύλλας Καραζήσης θέλησε να δημιουργήσει εξαρχής παραξένισμα στον θεατή, να του υποδηλώσει ότι κάτι δεν είναι του κόσμου τούτου. Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η επιλογή του να διδάξει, προς αυτή την κατεύθυνση, μια παράδοξη κινησιολογία σε όλους τους ηθοποιούς, καθώς εισέρχονται ανά ζεύγη, αλλά το καθένα με δική του χαρακτηρολογική κίνηση, στάση του σώματος, χειρονομία. Με βρίσκει όμως τελείως αντίθετο η υιοθέτηση, παράλληλα, της φωναχτής, έως ενόχλησης, εκφοράς του λόγου από όλα τα πρόσωπα: δεν ήταν μόνον ότι η φωνητική υπερβολή εμπόδιζε το απλό άκουσμα των λόγων αλλά, αγγίζοντας συχνά την υστερία, εξαφάνιζε ισοπεδωτικά και εκείνες τις μικρές ενδείξεις του κειμένου που συνιστούσαν οδηγό του θεατή.

Βρήκα εξίσου εύστοχη την «πειραγμένη» μουσική και τραγούδια που ακούγονταν ζωντανά -ως ψυχαγωγία των αναμενόντων- αφού κι αυτά, αν και οικεία, δεν ήσαν του κόσμου τούτου. Θα τα προτιμούσα, ωστόσο, πολύ πιο σύντομα σε διάρκεια, ως ακουστικά ψήγματα και όχι εν είδει ζωντανού κοντσέρτου που αποσπούσε από τη ροή της υπόθεσης και έκανε το όλο θέαμα να πλατειάζει. Και, οπωσδήποτε, θεωρώ πλεονασμό χωρίς νόημα την σκηνοθετικά εμβόλιμη παρουσία των δύο «Αγγέλων» που περιφέρονταν αδέξια στην αίθουσα όταν δεν έπαιζαν μουσική.

sigxorese me 3

Φαίνεται πώς ο Καραζήσης θέλησε να κάνει ευκρινέστερη τη διακειμενική σχέση του έργου με το «Κεκλεισμένων των θυρών» του Ζαν Πωλ Σαρτρ όπου ο Θαλαμηπόλος υποδέχεται τους νέους νεκρούς. Μόνο που εδώ, ούτε πρόκειται, στην πλειοψηφία τους, για νεο-αφιχθέντες νεκρούς αλλά ούτε οι «Άγγελοι» επιφυλάσσουν ιδιαίτερη μεταχείριση στους καινούργιους, μετακινούμενοι στον χώρο δίχως ρόλο ή την όποια δραματική υπόσταση ή λειτουργία.

Σε ένα έργο που θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από τη σύντομη και διαυγή ατάκα δόθηκε τελικά έκταση που αφενός το έκανε κουραστικό και αφετέρου επέφερε απώλεια του αναγκαίου ειρμού του θεατή βασισμένου σε δείκτες λόγου που έπρεπε να διατηρεί στη μνήμη ώστε να απολαμβάνει τις σταδιακές διασυνδέσεις που οδηγούν στην έκπληξη. Έτσι, φοβάμαι ότι η υποκριτική υπερβολή στην εκφορά του λόγου και η διάρκεια λειτούργησαν σε βάρος της δραματουργίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιοι θεατές δεν απόλαυσαν το θέαμα -θέτοντας σε δεύτερη μοίρα το κείμενο και τις όποιες αποχρώσεις του, υιοθετώντας ίσως μια διαφορετική του πρόσληψη, άλλη ερμηνεία.

Εκλεκτοί ηθοποιοί ανέλαβαν τους ρόλους: Μαρία Σκουλά, Μαρία Καλλιμάνη, Λαέρτης Μαλκότσης, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Πηνελόπη Τσιλίκα, Έλενα Τοπαλίδου, Ηρώ Μπέζου και η Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη που κράτησε με θαυμάσια ισορροπία τον ρόλο του μικρού αγοριού. Στους ρόλους των άχρωμων Αγγέλων αλλά και μουσικών και μουσικών επιμελητών η Ελένη Μπούκλη και ο Γιώργος Κατσής.

Μελετημένα ώστε να δηλώνουν χρονικά την εποχή «προέλευσης» του κάθε νεκρού τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη λειτούργησαν ως επιπρόσθετοι αφηγηματικοί δείκτες . Οι φωτισμοί που ελάχιστα συνέβαλαν στην αίσθηση παραξενίσματος ήταν του Γιάννη Δρακουλαράκου.

Μια παράσταση που αντιμετώπισε με μάλλον υπερβάλλοντα «εξπρεσιονιστικό» ζήλο ένα έργο μεταφυσικής αναζήτησης, ευαίσθητων λεκτικών συνδέσμων και, κάποιες στιγμές, χιουμοριστικών εκρήξεων.

* Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

1 Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Συγχώρηση του πολιτικού κακού: ΠΟΤΕ;», στο Σταύρος Ζουμπουλάκης (επιμ.), Η συγχώρηση, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2014, σ. 579, 565.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email