Στέλλα , η δημοφιλής σοσιαλίστρια κόρη, σε νέες περιπέτειες

( μερικές σκέψεις για την πολυαναμενόμενη παράσταση «Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη στο Εθνικό Θέατρο )

ΙΣΑΑΚ ΣΟΥΣΗΣ ΙΣΑΑΚ ΣΟΥΣΗΣ Πολιτισμός • 18 Οκτωβρίου 2016

Μέχρι να κάνει την εμφάνισή του ο Πατέρας στο «Στέλλα κοιμήσου» του Οικονομίδη, μας έχει ήδη επιβληθεί κατά κράτος, που σημαίνει ότι και αρχηγού απόντος εκτός απ΄ το να βαυκαλιζόμαστε ότι κάτι κάνουμε δεν κάνουμε τίποτα ουσιαστικά .

Ο πατέρας της Στέλλας , ο πιστολάς και επιχειρηματίας Γερακάρης, αυτός ο γνήσιος και ατίθασος απόγονος των οπλαρχηγών της επανάστασης του 21, που δεν αναλάμβαναν την εθνικοαπελευθερωτική τους αποστολή αν δεν λύνονταν οι συνεχείς παρεξηγήσεις για την αρχηγία, αν δεν εξασφαλίζονταν λάφυρα και αν δεν δίνονταν νέες υποσχέσεις για τον πολιτικό ρόλο, που θα έπαιζε στο κράτος που με την συμβολή τους θα ιδρυόταν. Ο απελευθερωτής μας λοιπόν, στον οποίον είμαστε αιώνια υπόδουλοι.

Το να μην εμφανίσει τον ήρωα του ο Οικονομίδης, παρά μόνο προς το τέλος, έχοντας φροντίσει να μας τον καταστήσει θρυλικό μέσα από τις μαρτυρίες των άλλων προσώπων, που κανιβαλίζονται και σφάζονται εξαιτίας του για μιάμιση σκηνική ώρα, ήταν μια πανέξυπνη στρατηγική (αισχύλεια) επιλογή, σε μια παράσταση με όλη την γνώριμη ευχέρεια του Οικονομίδη στην κατασκευή θεατρικών εντάσεων ήδη από τον κινηματογράφο.

Ωστόσο όσοι με το «Σπιρτόκουτο» αναθάρρησαν και πιστέψανε ότι, συν τω χρόνω, οι εύφλεκτες κατασκευές του Οικονομίδη θα αποκτούσαν και μια άλλη λιγότερο νατουραλιστική και περισσότερο ανθρωπολογική και ιστορική υπόσταση, δεν θα την βρούνε ούτε εδώ, και μάλλον αυτό που παρακολουθήσαμε σαν μέθοδος, έρευνα και πραγμάτωση είναι πιο πίσω από τις πρώτες ταινίες του σκηνοθέτη παρά πιο μπροστά. Γιατί παίζει και το πόσο περιεχόμενο σου προσφέρει για να το ξανασκεφτείς όταν έχεις απομακρυνθεί από τα ζωντανά ερεθίσματα και περιστρέφεσαι πια γύρω από τις αιτίες.

Επιπλέον με άφησε ακάλυπτο η απόφαση του Οικονομίδη να σταματήσει την πλοκή στο σημείο που την σταμάτησε. Είχα σαφώς την περιέργεια να δω την δικιά του εκδοχή για την εξέλιξη, ο Ξενόπουλος στην εποχή του δεν δίστασε να αναλάβει την ευθύνη για την λύση στο έργο του . Γιατί δεν το έκανε λοιπόν και ο Οικονομίδης; Υποτίθεται ότι το αφήνει ανοιχτό στην προτίμηση και βούληση του θεατή, μα ο θεατής είναι ήδη χειροπόδαρα δεμένος στις απόλυτα δίχως διαφυγή συνθήκες που του παρουσιάζει το έργο χωρίς συμβολισμούς και χωρίς αμφιλογίες.

Προκύπτει όμως και άλλο θέμα, έξω από την αξία και την επιδραστικότητα της συγκεκριμένης παράστασης. Είναι το μεγάλο θέμα της προβολής και της οργανωμένης διαφήμισης. Ο Οικονομίδης είναι αναμφισβήτητα ένας καλλιτέχνης του οποίου η εργασία δεν μας αφήνει αδιάφορους, από αυτό το γεγονός μέχρι την μυθοποίηση του και την θεσμοποίηση του, που θα τον καταστούσε επί της ουσίας ανενεργό, απέχουμε σταθμούς και παρασάγγας.

Βιάζονται τα διάφορα κυκλώματα να κλασσικοποιήσουν πρόωρα νέους ανθρώπους, μπας και τονώσουν την αγορά αλλά, το κυριότερο, έχουν την έννοια να επισημοποιηθεί το σημερινό αντι- κατεστημένο και να αποδοθούν οι ρόλοι , να κατασταλάξουν οι αναφορές.

Αν θεωρήσουμε την κρίση ως ευκαιρία για τις καλλιτεχνικές ζυμώσεις- και πράγματι είναι- όλες αυτές οι μεθοδεύσεις είναι ενέργειες ανθρώπων που δεν παρακολουθούν πραγματικά, παρά ταραγμένοι από την κρίση, προσπαθούν βεβιασμένα να αποκαταστήσουν ένα σύστημα . Σε μια μετάβαση που τίποτα δεν είναι δεδομένο, εκτός από το φάντασμα του κράτους και το ασπόνδυλο της κοινωνίας, αυτοί επιχειρούν να πείσουν ότι τα σκηνικά και η προσομοίωση των λειτουργιών, στα οποία επενδύουν, είναι δεδομένα.

Και ας δεχθούμε ότι ο Οικονομίδης επαναφέρει κάτι, ή και αυτούσιο, το πνεύμα του Αλέξη Δαμιανού και όσων αντιστρατεύτηκαν την βιτρινοποίηση της ελληνικής ζωής. Μα, όταν το έκανε αυτό ο Δαμιανός, το κυρίαρχο μοντέλο ήταν επιβεβλημένο παντού. Σήμερα είμαστε, παρά τις σθεναρές προσπάθειες χειραγώγησης, σε διαρκή αμφισβήτηση κι από την άλλη, μεγάλο κομμάτι των αμφισβητιών έχει ήδη επανδρώσει τους θεσμούς. Είναι και αυτό μια μορφή της μαρξιστικής ιστορικής φάρσας.

Πιστεύω ότι το θέμα μας, λοιπόν, δεν είναι η άγρα εντάσεων και συγκινήσεων, όσο οι επισημάνσεις των περίπλοκων αινιγμάτων, που η σταδιακή μας αυτογνωσία επιφέρει για τον σημερινό Έλληνα και τον σημερινό άνθρωπο. Το δόγμα του σοκ, και στην τέχνη, έχει φθαρεί. Ποιος να σοκαριστεί, εκτός από όσους ζούνε στην κοσμάρα τους, από μια ακόμα μια βίαιη , εκρηκτική παράσταση;

Nα εκτονώσει φαντασιακά το δικό του καλυμμένο μένος για τις καταστάσεις ναι, αλλά να σοκαριστεί δεν το πολυβλέπω. Λείπει λοιπόν η νηφάλια οργή, η αληθινή απόγνωση που φέρνει η συνειδητοποίηση των αδιεξόδων και η επιθυμία για έξοδο που ακούγεται παράλογη στις δεδομένες συνθήκες. Μια συνθήκη πράγματι επαναστατική σε μια εποχή αντεπαναστατική.

Η αρρώστια μας έχει το μεγάλο δέλεαρ του ναρκισσισμού. Πεθαίνουμε και ασφυκτιούμε, αλλά μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας του θεάματος, όπως οι Ρωμαίοι, αναπαριστούμε καθημερινά τους θανάτους μας.
Το έργο και η παράσταση του Οικονομίδη προστίθενται στις τεκμηριωμένες καταθέσεις για την άλλη Ελλάδα, τη σκοτεινή, την αρρωστημένη Ελλάδα, πολύ πριν και εξακολουθητικά μετά το μνημόνιο. Αυτήν εδώ την Ελλάδα δηλαδή που δεν επιδιορθώνεται με τα νόμπελ, τους ποιητές της και τα αρχαιολογικά της ευρήματα, πρόθυμα και αυτά να θυσιαστούν για μερικές ακόμα αρπαχτές.

Αλλά παρά τις εντάσεις του έργου, δεν πάει όσο βαθιά θα χρειαζότανε, πιστεύω. Ο πατέρας αφέντης του έργου δεν είναι μόνος του σε αυτή τη ζωή, ούτε είναι μια ψυχωσική δύναμη που διατρέχει ανενόχλητη τον ιστορικό χρόνο, όπως και η παθητική στάση των υπολοίπων δεν είναι απλά η έκφραση ενός τραύματος. Έχουν πολλά περισσότερα να «ξεράσουν», σύμφωνα με την έκφραση που προτιμά ο ίδιος ο σκηνοθέτης, τα πρόσωπα του Οικονομίδη, πιθανά με λιγότερα θυμικά ξεσπάσματα και μια περισσότερο ενδελεχή προσέγγιση.

Μια ρουμάνικη ταινία που παίζεται αυτές τις μέρες, η «Αποφοίτηση», ενός εξαιρετικού σκηνοθέτη, του Κριστιάν Μουνγκίου , υπάρχει εύκολα αυτή τη στιγμή, για να αντιπαραβάλει μερικά καλλιτεχνικά βήματα μπροστά στα βαθιά ανθρωπολογικά αδιέξοδα που παρουσιάζουν οι ευρωπαϊκό- βαλκανικές περιπτώσεις. Θα σύστηνα, μετά την Στέλλα, να το δείτε. Είναι μια φάση που τα τέρατα έχουν απόλυτα ενσωματωθεί στο κοινωνικό και δεν ακούγεται ούτε μια κραυγή. Αντίθετα, θύτες και θύματα έχουν αναπτύξει σχέσεις μεγάλης κατανόησης μεταξύ τους.

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email