Καθημερινές ιστορίες.
Όχι συγκλονιστικές, όχι σοκαριστικές,
αλλά οδυνηρά ανθρώπινες.

Σοκαρίστηκαν, λέει, τα κανάλια, όταν πριν λίγες ημέρες ένα 17χρονο κορίτσι λιποθύμησε και όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι η λιποθυμία της οφειλόταν στην ασιτία.

Πολύ εύκολα σοκαρίζονται τώρα τελευταία τα κανάλια. Κάτι σαν το δολοφόνο, που αφού σκοτώσει, επανέρχεται στον τόπο του εγκλήματος, κλαίει και οδύρεται, ορκίζεται εκδίκηση και μετά φεύγει ευχαριστημένος, σίγουρος ότι σκέπασε καλά τις πομπές του όπως η γάτα το σκατό της.

Ζήσαμε πολλά τούτα τα χρόνια της οδύνης και της κοινωνικής καταστροφής, που έκαναν ή θα έκαναν- αν τα μάθαιναν- τα κανάλια να εκφράσουν το σοκ που έπαθαν. Τα ίδια κανάλια που υπερασπίζονται με σθένος τη μνημονιακή πολιτική, τη γενεσιουργό αιτία των μικρών και μεγάλων τραγωδιών, που κάθε τόσο συνταράσσουν τις τοπικές κοινωνίες ή ακόμα και το πανελλήνιο.

Και δεν μιλάμε για το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, για τα παιδιά μας που ξενιτεύονται, για την γενικευμένη κατάσταση πείνας, εξαθλίωσης και στερήσεων που έχει περιπέσει η συντριπτική πλειονότητα των συνταξιούχων, για τα τέσσερα εκατομμύρια των συμπολιτών μας που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας, για τις εκατοντάδες χιλιάδες οικογενειάρχες που δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται.

Δεν μιλάμε ούτε καν για τις αυτοκτονίες, ούτε για τα χιλιάδες νοικοκυριά που τους έκοψε η ΔΕΗ το ρεύμα και επέστρεψαν μισό αιώνα πίσω, στην εποχή της λάμπας πετρελαίου (κάτι το απολύτως φυσικό, κατά τον εθνοπατέρα Ταμήλο), ούτε για τα εκατομμύρια των οικογενειών που τουρτουρίζουν το χειμώνα χωρίς θέρμανση, ούτε καν για τις τεράστιες ουρές στα συσσίτια.

Θα σας πω σήμερα για το Γιώργο, που ο εργοδότης τον κάλεσε να παίξει με τους συναδέλφους του στα χαρτιά — ναι στην τράπουλα — τις τέσσερις απολύσεις που σκόπευε να κάνει. Ο Γιώργος δεν δέχτηκε, και ήταν ένας εκ των απολυμένων. Έκανε μήνες να ξαναβρεί δουλειά. Σήμερα κάπου δουλεύει, αλλά έχει μήνες να πληρωθεί…

Θα σας μιλήσω για το φίλο μου τον βιβλιοπώλη, ο οποίος τοιχοκόλλησε ένα χαρτί στο κατάστημά του, ζητώντας κάποιον φοιτητή με μηχανάκι να του κάνει κάποια θελήματα για μια ώρα την ημέρα, έναντι μιας μικρής αμοιβής. Τρόμαξε, όταν μέσα σε δύο ώρες από την ανάρτηση της ανακοίνωσης περισσότεροι από 100 άνθρωποι, όχι φοιτητές, αλλά τριαντάρηδες και πάνω έσπευσαν να διεκδικήσουν τη “θέση’’. Δεν γνωρίζω ποιον επέλεξε τελικά, αλλά από ότι μου έλεγε, οι 80 από αυτούς ήταν κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών και περίπου οι μισοί ήταν ήδη παντρεμένοι…

Θα σας μιλήσω για την  Άννα, την τριαντάχρονη φιλόλογο, που της προσφέρθηκε δουλειά σε φροντιστήριο με αμοιβή 2,15 ευρώ την ώρα. Δηλαδή, αν δουλεύει 8 ώρες, θα πάρει ολάκερα 17,2 ευρώ την ημέρα, που μας κάνουν 344 ευρώ το μήνα με πενθήμερη πλήρη απασχόληση — προς δόξαν του κατώτατου μισθού των 582 ευρώ που έχει θεσμοθετήσει η κυβέρνηση.

Θα σας μιλήσω και για την άρτι αποφοιτήσασα μαθηματικό, τη Μαρία, η οποία μπορεί να δουλέψει τα Σαββατοκύριακα σε φροντιστήριο, με αμοιβή 1 (ολογράφως: ένα) ευρώ την ώρα. Δηλαδή, με οχτάωρη απασχόληση, 16 ευρώ το διήμερο, 64 ολάκερα ευρώ το μήνα. Ούτε τους καφέδες της δηλαδή…

Λίγους δρόμους παραπάνω, βλέπω συχνά- πυκνά, όταν περνάω, έναν ξερακιανό παππού, με το μπιτόνι, που πηγαίνει να το γεμίσει νερό στη βρύση του πάρκου. Η δική του βρύση δεν τρέχει πλέον νερό, λόγω απλήρωτων λογαριασμών.

Πριν κάμποσους μήνες, στους σκουπιδοτενεκέδες της γειτονιάς κολλήθηκε γερά ένα χαρτί. ‘’Μην πετάτε στον κάδο το ψωμάκι και τα φαγητά. Βάλτε τα σε μία τσάντα πλαστική και κρεμάστε τα στον κάδο’’…

Σε ένα συνοικιακό σούπερ μάρκετ, λίγο πριν κλείσει για το βράδυ, ο υπάλληλος τοποθετούσε με προσοχή τα ληγμένα γάλατα και γιαούρτια σε χαρτοκούτια και τα αράδιαζε στην είσοδο μακριά από τους κάδους των απορριμμάτων. “Τα περισσότερα δεν τα επιστρέφουμε πλέον. Υπάρχει πολύς κόσμος που τα έχει ανάγκη, έστω και ληγμένα’’, μας είπε.

Μικρές καθημερινές ιστορίες. Όχι συγκλονιστικές, όχι σοκαριστικές, αλλά οδυνηρά ανθρώπινες.

Ιστορίες σαν αυτή του παππού που λιποθύμησε μέσα στο βιβλιοπωλείο του φίλου, γιατί, είχε μέρες να φάει. Όπως μάθαμε εκ των υστέρων, διέθετε όλη του τη σύνταξη για τις ανάγκες των τριών εγγονών του, των οποίων οι γονείς ήταν και οι δυο άνεργοι. Πήγαινε συχνά στο βιβλιοπωλείο για να πιει το καφεδάκι που τον κέρναγε ο φίλος, αλλά έπαιρνε και τα τετράδια και τα χρησιμοποιημένα μολύβια που του χάριζε ο φίλος για τα εγγόνια του.

Είναι και εκείνος ο αγρότης που με χτύπησε στην πλάτη, καθώς ετοιμαζόμουνα να πιω νερό από το μπουκάλι που είχα αγοράσει, σε μια αγροτική κωμόπολη.

— Φίλε πόσο το αγόρασες; με ρώτησε.

— Μισό ευρώ, απάντησα απορημένος.

— Όχι φίλε μου. 5 μαρούλια το αγόρασες. 10 λεπτά πουλάμε το μαρούλι, εμείς οι παραγωγοί.

Βιομηχανία- Γεωργία, σημειώσατε 1 και μάλιστα με σκορ 5-0.

Έβρεχε τις προάλλες. Στο καφενείο στην παραλία του χωριού είχαμε μαζευτεί 20 άτομα, μη έχοντας που αλλού να πάμε Το τσίπουρο μετά μεζέ 1 ευρώ, 2 ευρώ το κατρούτσο το κρασί, επίσης μετά μεζέ. Και η συζήτηση στο φόρτε της. Για τις ελιές που φέτος δεν πήγαν καλά, για την οικοδομή που τελείωσε εδώ και χρόνια, για τους αλαζόνες πολιτικούς (οι εκφράσεις ήταν στην πραγματικότητα πολύ πιο βαριές), για το τι μέλλει γενέσθαι με τις συντάξεις, αλλά και με τις δουλειές “τώρα που η ανάπτυξη είναι επί θύραις’’ (με ειρωνικό τρόπο ειπωμένο από τον γραμματιζούμενο της παρέας, γιατί μια παρέα ήμασταν όλοι).

Μέτρησα τους παριστάμενους. 10 συνταξιούχοι, 8 άνεργοι, 2 ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο καφετζής.

Οι άνεργοι στην πλειονότητά τους οικοδόμοι και άνεργοι των πόλεων που επέστρεψαν στο χωριό. Ο οικονομικά ενεργός — πλην του καφετζή — πενταμηνίτης στο δήμο με λιγότερα από 50 ευρώ μισθό. Οι μισοί από τους συνταξιούχους θα μπορούσαν, και ήθελαν, να δουλεύουν ακόμη, αλλά η κρίση τους πέταξε έξω από την αγορά εργασίας και έχοντας δουλέψει αρκετά χρόνια μπόρεσαν να συνταξιοδοτηθούν. Οι υπόλοιποι, γέροντες, με τη μικρή σύνταξη του ΟΓΑ ή τη βασική του ΙΚΑ, που συνεισφέρουν και στα οικονομικά των άνεργων ή υποαπασχολούμενων ή κακοαμοιβόμενων παιδιών τους.

Η σκηνή σε ένα βενζινάδικο έξω από τη Σπερχειάδα, στη Φθιώτιδα.

— Πόσο να βάλω;

— Φουλάρισέ το.

— Έλα Χριστέ και Παναγιά, ανέκραξε ο βενζινοπώλης κάνοντας το σταυρό του.

— Τι έγινε ρε φίλε;

— Τίποτε, αλλά είπες μια λέξη που έχω τουλάχιστον 3 χρόνια να την ακούσω. Κανένας πελάτης δεν έχει βάλει πάνω από 20 ευρώ βενζίνη από το 2010…

Ελλάδα, ενάμιση μήνα πριν τελειώσει το 2014. “Μπήκαμε στην ανάπτυξη’’ πανηγυρίζει ο Σαμαράς. “Το τρίτο τρίμηνο παρουσιάσαμε το μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης στην Ευρωζώνη!’’, αναφώνησε περιχαρής ένας ενημερωτής της κοινής γνώμης σε κάποιο κανάλι.

Η συγκυβέρνηση κλαψουρίζει μόλις υψώσουν λίγο τη φωνή τους οι επικυρίαρχοι της τρόικας και αλλάζει εν ριπή οφθαλμού νόμους που είχε ψηφίσει μόλις πριν 10 ημέρες. Για μένα δεν υπάρχει πιο γελοίο θέαμα από αυτό που παρουσιάζουν οι επί των καναλιών “αντάρτες’’ βουλευτές, οι οποίοι αφού εξαντλήσουν την επαναστατικότητά τους κακαρίζοντας στις οθόνες των τηλεοράσεων, στοιχίζονται στη γραμμή και σε ότι τους ρωτούν απαντούν πάντα “ναι’’.

Στο εσωτερικό μέτωπο, όμως, η συγκυβέρνηση υπερασπίζεται με σθεναρό τρόπο τα επιτεύγματά της. Η ανεργία κατατροπώθηκε, η ύφεση μην την είδατε, τα θρασίμια και οι μπαχαλάκηδες συντρίφτηκαν από το σιδερένιο χέρι των ΜΑΤατζήδων, εκείνων των γενναίων αντρών που κραυγάζοντας “γαμήστε τα!’’ δέρνουν άοπλα αγόρια και κοριτσόπουλα, που δεν έχουν πάρει αγωγή από το σπίτι τους, όπως λέει και ο πρωθυπουργός. Ενώ η αγωγή των ΜΑΤατζήδων ξεχειλίζει από τις αρβύλες τους, τα ρόπαλά και τις ασπίδες τους, τις σιδερένιες γροθιές και τα κράνη τους, τις χειροβομβίδες κρότου και λάμψης και προπαντός από τις ιαχές τους καθώς εφορμούν επί του εχθρού. “Γαμήστε τα!’’, αντρική ιαχή, ελληναράδων αντρών.

Οι επικυρίαρχοι και οι υποτακτικοί τους, όμως, ξεχνούν κάτι πολύ σημαντικό. Αυτό που με ανεπανάληπτο τρόπο τραγούδησε πριν κάμποσες δεκαετίες η Μαρία Δημητριάδη: “Μεγάλο φουσκωμένο ποτάμι η οργή του λαού, κυλάει πάνω από τα χωράφια, ποιος τη σταματάει…’’

Να είναι σίγουροι. Αυτή η οργή θα εκδηλωθεί αργά ή γρήγορα και θα είναι τρομερή. Γιατί, οι εξαθλιωμένοι θα συνειδητοποιήσουν ότι “δεν έχουν να χάσουν τίποτε εκτός από την εξαθλίωσή τους’’.

Και είναι πολλοί οι εξαθλιωμένοι σε τούτη τη χώρα. Εκατομμύρια, με τον καθένα να βιώνει το προσωπικό του δράμα, ως τη στιγμή που τα εκατομμύρια προσωπικά δράματα ενωθούν σε ένα τεράστιο ποτάμι που θα ξεχειλίζει από θυμό και από την απόφαση να πάρουν οι ίδιοι στα χέρια τις τύχες τους και τη ζωή τους.

Διαφήμιση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Άποστολή άρθρου μέσο Email