Σαιξπηρικά ερωτικά ηχοτοπία

Γιώργος Κουμεντάκης - Θέμελης Γλυνάτσης, «57// a passion play», Θέατρο οδού Κυκλάδων - Λευτέρης Βογιατζής.

Στο πλαίσιο Αφιερώματος της «νέας Σκηνής» του «Θεάτρου της οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής» στα Σονέτα του Σαίξπηρ, η σύμπραξη του μουσικού Γιώργου Κουμεντάκη και του σκηνοθέτη Θέμελη Γλυνάτση έδωσε την εναρκτήρια παράσταση, βασισμένη στο Σονέτο 57 του Άγγλου τραγικού ποιητή.

Πρόκειται για Σονέτο απευθυνόμενο σε νεαρό άντρα από ένα υποκείμενο της εκφώνησης υποταγμένο πλήρως στις επιθυμίες αυτού του απόντος αποδέκτη εραστή, έναν ομιλούντα ο οποίος δηλώνει απόλυτη παθητικότητα στην παράδοξη σχέση που του είχε επιβληθεί ενώ βιώνει το παρόν του λόγου εν αναμονή επανόδου εκείνου, αρνούμενος την οριστική απώλεια του σαδιστή ερωτικού συντρόφου.

Το εξαίσιο πτώμα του ερωμένου

Έξι άντρες συνδαιτυμόνες κάθονται σε μεταλλικά σκαμνιά γύρω από μια σιδηροκατασκευή τραπεζιού με τρεις τάβλες που αφήνουν κενά ανάμεσα -στη μία από αυτή γυάλινη επιφάνεια καλύπτει το κενό- ενώ επάνω τους υπάρχουν επίσης μεταλλικά σκεύη φαγητού και γυάλινα ποτήρια. Ανάμεσά τους κόκκινα κομμάτια από λάστιχο, λευκές πέτρες, ξύλινα αυγά αλλά και ροκάνες, καραμούζες κ.ά. Όπως σύντομα θα αποδειχτεί, όλα αυτά τα αντικείμενα θα αποτελέσουν τα μουσικά όργανα που θα υλοποιήσουν τη νέα μουσική σύνθεση του Γιώργου Κουμεντάκη.

foto-sexpir-soneto-57-massacre-giorgos-zartaloudis-zart

Στη μεσαία τάβλα, ένα αντρικό σώμα (Πάνος Κούγιας) τυλιγμένο με χοντρό λευκό τούλι με φραμπαλάδες και δεμένο με επιδέσμους, παραπέμπει σε μούμια – ένα σώμα ταριχευμένο, ήδη νεκρό. Σώμα βορά στους συνδαιτυμόνες, επίσημους καλεσμένους σε ένα δείπνο όπου προσφέρει τη σάρκα του ως αναπαράσταση των συναισθημάτων της απουσίας αλλά και της σαδομαζοχιστικής του σχέσης με τον απόντα εραστή. Ωστόσο, είναι αυτό το νεκρό σώμα που σιγανά στην αρχή θα αρχίσει να εκφέρει τα λόγια του σονέτου άρρυθμα, με καθημερινό τρόπο ενώ αργότερα θα απαλλαγεί σταδιακά από το τούλινο περίβλημα και μένοντας σχεδόν γυμνό θα δώσει περισσότερο έντονους τονισμούς στον λόγο του έως ότου σηκωθεί και αποτραβηχτεί στο βάθος και θα πλυθεί από το νερό μιας λεκάνης, ως ένα είδος καθαρμού. Σώμα φυσιολογικό, δασύτριχο, έξω από τις προδιαγραφές της σύγχρονης ομοφυλοφιλικής αισθητικής αλλά σώμα που υπήρξε αντικείμενο πόθου και ακραίας ερωτικής συνεύρεσης. Η απο-μουμιοποίησή του και η γυμνότητά του το καθιστά σώμα εν ενεργεία, σώμα που έχοντας αφομοιώσει από τις πολλαπλές επαναλήψεις τον λόγο, τον κατέστησε ανενεργό, απλό ήχο, όπως άλλωστε ανενεργό καθιστά και το πένθος για την απώλεια του εραστή.

Στην αρχή, οι συνδαιτυμόνες καταφθάνουν χωριστά στον σκηνικό χώρο (υποβλητικά φωτισμένο από την Στέλλα Κάλτσου) αλλά ντυμένοι όλοι ομοιόμορφα με μαύρα παντελόνια και μαύρα πουκάμισα, διαφοροποιούμενοι μόνο ως προς το χρώμα που έχουν οι τιράντες ή οι λεπτές γραβάτες που φορούν κάποιοι από αυτούς (κοστούμια όπως και σκηνικά της Αλεξίας Θεοδωράκη). Όλοι έχουν έντονα κόκκινα βαμμένα -βουλιμικά- χείλη. Πρόκειται άραγε για νεαρούς άντρες συμπάσχοντες ή για πρόσωπα που ήλθαν να μοιρολογήσουν το εξαίσιο, εξ έρωτος πεσόν, πτώμα του ερωμένου; Ή, μήπως, για κανιβαλιστές που έρχονται να συμμετάσχουν σε αποτρόπαιο γεύμα ωμοφαγίας, στη λογική ενός Νταλί;

foto-sexpir-soneto-57-2-koumentakis-glynatsis

Στην δεξιά κορυφή του τραπεζιού θα καθίσει ο πρώτος άντρας (Νικήτας Γκρίτζαλης) με κατεβασμένο το κεφάλι και μπροστά του ένα μικρό ξυλόφωνο. Απέναντί του, φορώντας γυαλιά, ο Σταμάτης Πακάκης, δεξιά του ο Γιάννης Φίλιας με εξαιρετική φωνή στο τραγούδι ενώ δίπλα του ο μπάσος Σωτήρης Τριάντης. Στα αριστερά του, πλάτη στο κοινό, ο Νέστωρ Κοψιδάς και δίπλα του ο Βασίλης Λιάκος. Με σχεδόν τελετουργικό τρόπο, όλοι θα σηκώσουν τη μια γροθιά και θα την κτυπήσουν στις τάβλες εντείνοντας σταδιακά τη δύναμη και τον θόρυβο που προκαλείται: δεν πρόκειται παρά μόνο για την αρχή δημιουργίας του ηχητικού τοπίου που σχεδίασε ο Κουμεντάκης.

Η μουσική των αντικειμένων

Ο μουσικός, κινούμενος στην παράδοση του Τζων Κέητζ, του Ιάννη Ξενάκη, του Γιώργου Απέργη ή σκηνοθετών όπως, μεταξύ άλλων, ο Λουτσιάνο Μπέριο ή ο Τόνυ Χάρισον (π.χ. «Οι εργάτες του Ηρακλή», με το ηχητικό περιβάλλον να προκαλείται από τσιμινιέρες ή άλλα επί σκηνής αντικείμενα), δημιουργεί μια μουσική σύνθεση που στηρίζεται αφενός στα παραγλωσσικά σημεία των ηθοποιών-τραγουδιστών της παράστασης (σφύριγμα, ανάσες, λαρυγγισμοί, πλαταγίσματα χειλιών κ.ά.) και αφετέρου στον ήχο που παράγουν τα σκηνικά αντικείμενα: κροτάλισμα από πέτρες που χτυπιούνται μεταξύ τους, μεταλλικά σκεύη γεμάτα από πέτρες που αδειάζουν, ξύλινα αυγά με μπίλιες, πιρούνια που χτυπούν πάνω στο τραπέζι, ήχος από τα χείλη των ποτηριών που προκαλούν τα βρεγμένα δάκτυλα, αέρας από σωλήνες που φυσούν οι ηθοποιοί, τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής, οι σελίδες ενός υποτιθέμενου καταλόγου που τεντώνονται ή σκίζονται. Τα σκηνικά αντικείμενα γίνονται ηχογόνα, στο σκηνικό τραπέζι αποκτούν άλλες από τις αναμενόμενες λειτουργίες, αναλαμβάνοντας ρόλο μιας ορχήστρας. Άλλοι ήχοι προκύπτουν, τέλος, από τις σωματικές δράσεις των ηθοποιών όπως οι μπουνιές πάνω στο τραπέζι ή όταν χτυπούν το σώμα τους.

foto-sexpir-soneto-57-3-koumentakis-glynatsis

Όλοι αυτοί οι «φυσικοί» ήχοι (ηχητικός σχεδιασμός Tim Ward) δεν παρατίθενται ανεπεξέργαστοι. Αντίθετα, δημιουργούν ένα συμφωνικό ποίημα, μια υποδόρια μελωδία, έναν ρυθμό που πάνω τους πατάει ο εκφερόμενος στίχος του σονέτου. Άλλωστε, αναλαμβάνοντας την εκφορά του λόγου αυτού οι έξι άντρες τον καθιστούν, εν μέσω των προκαλούμενων ήχων, μελωδία, τραγούδι, άλλοτε χαμηλότονο, σχεδόν παρακλητικό και άλλοτε έντονο, απαιτητικό. Εκεί αναδεικνύονται και οι εξαιρετικές φωνές των συμμετεχόντων οι οποίες, σε μουσική διδασκαλία Μιχάλη Παπαπέτρου, ξεπηδούν ως φυσική συνέπεια των προηγούμενων ήχων προσφέροντας απολαυστικό άκουσμα.

Σε ιδιαίτερες, πιο μελωδικές στιγμές εισέρχεται το ξυλόφωνο ή η φυσαρμόνικα ενώ σε σκηνές έξαρσης που αναπαριστούν σκηνές του βίαιου ερωτικού πάθους ή την περιγραφόμενη σαδομαζοχιστική σχέση των δύο εραστών υπεισέρχονται οι ροκάνες και οι καραμούζες οδηγώντας σε ένα ανεξέλεγκτο ηχητικό-ερωτικό πανδαιμόνιο ενώ το ίδιο το τραπέζι ανασυντίθεται, με τα αντικείμενα που πριν προσεκτικά τοποθετημένα έφερε απάνω του να βρίσκονται τώρα αναποδογυρισμένα, ανακατωμένα, δίνοντας έτσι ταυτόσημη, πλήρους αναστάτωσης και αποδόμησης, εικόνα.

foto-sexpir-soneto-57-1-koumentakis-glynatsis

Αν η κάθαρση για τον εκφωνούντα το ποιήμα επέρχεται με το νερό που θα ρίξει επάνω του, η ηχητική κάθαρση θα επέλθει με το τραγούδι του αγοριού (Γιώργος Κιουσάκης) που στην τελική εικόνα εισέρχεται στη σκηνή: ένα τραγούδι α-καπέλα του ίδιου αυτού σονέτου, όμως τώρα με την απλότητα, αθωότητα, ανεπιτήδευτη αγορίστικη φωνή που αναλαμβάνει να καταλαγιάσει κάθε προηγούμενη ένταση, να ανασημασιοδοτήσει, τελικά, το νόημα του σονέτου, αποδίδοντάς το στη στιχουργική τέχνη του βάρδου, πέρα από ερμηνευτικές εικασίες και πραγματολογικές επιβαρύνσεις.

Ο Γιώργος Κουμεντάκης και ο Θέμελης Γλυνάτσης (που ανέλαβε και την απόδοση του κειμένου) προέβησαν από κοινού σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σύλληψη ως προς τον τρόπο σκηνικής επιτέλεσης ενός ποιήματος, δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη, απολαυστική παράσταση σύγχρονου μουσικού θεάτρου, συνδιαλεγόμενοι ευθέως με τα αντίστοιχα σκηνοθετικά ρεύματα της Ευρώπης (Μαρτάλερ, Λάουερς κ.λπ.) αλλά και αποδεικνύοντας ότι η ανανέωση του θεάτρου βρίσκεται στην ισότιμη συνέργεια των τεχνών που ήδη από τη φύση του εμπεριέχει.

Αrtwork: Γιώργος Ζαρταλούδης

 

* Ο Δημήτρης Τσατσούλης είναι Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , , , , ,

Διαφήμιση

Ekdoseis Topos

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email