Ο δεύτερος θάνατος του Βαγγέλη

Αν προσπαθήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε την υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη και όλα όσα έγιναν πριν και μετά από την αποκάλυψη της αυτοκτονίας του, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με τον καθρέφτη της ίδιας μας της ύπαρξης, της ίδιας μας της κοινωνίας

ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΚΟΣΑΣ ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΚΟΣΑΣ Κοινωνία • 1 Απριλίου 2015

 

Ολα δείχνουν ότι ο Βαγγέλης Γιακουμάκης αυτοκτόνησε. Αν και οι λόγοι δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί, δεν είναι λίγοι εκείνοι που συσχέτισαν την αυτοκτονία του με τις εκφοβιστικές επιθέσεις και τα βασανιστήρια εναντίον του. Φωτογραφίες των παιδιών που φέρονται να ήταν στην παρέα αυτών που εκφόβιζαν τον Βαγγέλη κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο. Τηλεοπτικά ρεπορτάζ συνέδεσαν έμμεσα την αυτοκτονία του με τα βασανιστήρια. Απαιτήθηκε «αίμα» για να ξεπληρωθεί το αίμα και έγιναν κινητοποιήσεις έξω από τη σχολή με αίτημα την «τιμωρία των ενόχων». Και μετά από λίγες ημέρες το θέμα «ξεφούσκωσε». Οι ζωντανές συνδέσεις σταμάτησαν. Τα φώτα «έσβησαν».

Εκείνο που εντυπωσιάζει από όλη την υπόθεση είναι το «παλιρροϊκό κύμα» μιας κοινωνίας που περνάει από την άκρα συγκίνηση και από εκεί στην άγρια επιθετικότητα, μέχρι που «ξεφουσκώνει» και παρακολουθεί μια συγκλονιστική ιστορία σχεδόν αδιάφορη. Πώς φτάσαμε, λοιπόν, από το ζενίθ στο ναδίρ; Τι συνέβη;

Κι όμως, ήξεραν

Έχει ενδιαφέρον ότι όλες οι καταγγελίες, που σταδιακά βγήκαν στο φως της δημοσιότητας από τη στιγμή της εξαφάνισης του Βαγγέλη, ότι δηλαδή δεχόταν επιθέσεις, ακόμη και βασανισμούς από συμφοιτητές του, ήταν ήδη γνωστές στη Γαλακτομική Σχολή όπου φοιτούσε.

Προφανώς, όταν αναφερόμαστε στη «Γαλακτοκομική Σχολή» δεν μιλάμε μόνο για τη Διεύθυνσή της, αλλά για τη Σχολή ως συλλογικό οργανισμό. Κι όμως, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστό στο σύνολο της Σχολής, εντούτοις ουσιαστική λύση στο πρόβλημα δεν δόθηκε. Ασφαλώς, μεμονωμένες περιπτώσεις φοιτητών ή καθηγητών που μπορεί να κατήγγειλαν ή να ενδιαφέρθηκαν για τις δύσκολες στιγμές που περνούσε ο Βαγγέλης μπορεί να υπήρξαν. Ωστόσο, αυτό το ατομικό ενδιαφέρον δεν αλλάζει την ουσία: Ο συλλογικός φορέας επί της ουσίας αδιαφόρησε (με την έννοια ότι δεν έδωσε οριστική λύση στο πρόβλημα).

giakoumakis-708_0

 

Γιατί συνέβη αυτό; Προφανώς, το να πούμε ότι ο καθηγητής ήταν κακός, ή ο διευθυντής ανεπαρκής, ή ότι οι συμφοιτητές είχαν… κακή ανατροφή δεν λέει τίποτα. Αντιθέτως, η απάντηση βρίσκεται αλλού.

Έχουμε «εκπαιδευτεί»

Ας κάνουμε ένα λογικό «άλμα»: Σήμερα το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας δέχεται άγρια «βασανιστήρια». Δέχεται μια πρωτόγνωρη βία. Βία η οποία δεν ορρωδεί προ ουδενός. Ένα καθημερινό, ασταμάτητο βασανιστήριο, που μπαίνει στην ψυχή μας από όλους τους πόρους του κορμιού μας. Βία που οδηγεί σε αυτό που ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ντιρκέμ θα ονόμαζε «αυτοκτονιογόνο ρεύμα», δηλαδή, σε ένα κοινωνικό ρεύμα αυτοκτονιών.

Ποια είναι η αντίδραση της κοινωνίας απέναντι σε αυτό το καθημερινό βασανιστήριο; Καμία! Η ίδια η κοινωνία «αδιαφορεί» για τη βία που ασκείται στα μέλη της. Ο καθένας ζει στον μικρόκοσμό του, είτε απογοητευμένος είτε ευτυχισμένος, αλλά σίγουρα μόνος του. Καθώς ο ατομικισμός έχει κλείσει τον κάθε άνθρωπο στο κουκούλι της ατομικής του ύπαρξης μπορεί να υπάρχει ένα ατομικό ενδιαφέρον, αλλά συλλογικά εκείνο που κυριαρχεί είναι η αδιαφορία. Αν μάλιστα πάμε ένα βήμα παραπέρα διαπιστώνουμε ότι η αδιαφορία είναι τόσο μεγαλύτερη όσο πιο τυχαίοι είναι οι δεσμοί που ενώνουν τα μέλη της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας, ενώ ελαττώνεται όταν οι δεσμοί αυτοί γίνονται πιο ουσιαστικοί (π.χ. οικογένεια, φίλοι κλπ.).

galaktokomiki

Αν ισχύουν τα παραπάνω, τότε το συμπέρασμα είναι συγκλονιστικό: Η Γαλακτομική Σχολή ως συλλογικός φορέας είχε «εκπαιδευτεί» από πριν, από την ίδια την κοινωνία. Ήξερε ακριβώς πως έπρεπε να αντιμετωπίσει τα περιστατικά βίας που ασκούνταν στον Βαγγέλη. Με ατομικό ενδιαφέρον, αλλά με συλλογική αδιαφορία. Άλλωστε το κάνει συνέχεια, γιατί όχι και σε αυτήν την περίπτωση;

Ένα διαρκές «Hunger Game»

Η διάρρηξη των κοινωνικών δεσμών, λοιπόν, βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα της κοινωνίας και αναπαράγεται. Αναπαράγεται σε κάθε μερικό υποσύνολο ανθρώπων, που δεν τους ενώνουν παρά τυχαίοι κοινωνικοί δεσμοί. Γι’ αυτό ακριβώς και σε τέτοια κοινωνικά υποσύνολα με τυχαίους δεσμούς, όπως συμβαίνει σε Σχολές εσώκλειστων ή στους στρατώνες, η συλλογική αδιαφορία είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται μαζί για ένα το πολύ δύο χρόνια και δεν αναπτύσσουν παρά τυχαίους κοινωνικούς δεσμούς: μπορεί να μην ξαναβρεθούν ποτέ ξανά στη ζωή τους, άρα δεν προκύπτει καμιά ανάγκη για κάτι περισσότερο. (Πόσο τυχαίες, άραγε, είναι οι συχνές αυτοκτονίες στα στρατόπεδα;).

Η άμεση επίπτωση αυτής της συλλογικής αδιαφορίας οδηγεί σε ένα είδος «κοινωνικού δαρβινισμού». Εφόσον δεν υπάρχει μια συλλογική προστασία, ένα «δίχτυ ασφαλείας» εντός της κοινωνικής ομάδας, τότε ο καθένας επιβιώνει μέσω της ισχύος του. Δημιουργείται ένα είδος «Hunger Game» (όπως ακριβώς στην αντίστοιχη ταινία), όπου ο καθένας καλείται να επιβιώσει σε ένα σχετικά ή απόλυτα εχθρικό περιβάλλον, κάνοντας κάποιες «συμμαχίες» (παρέες) οι οποίες το πιθανότερο είναι να μην αντέξουν στον χρόνο. Γίνονται κάτω από το βάρος των περιστάσεων και δεν αποκτούν ουσιαστικό περιεχόμενο.

giakoumakis

 

Το «μη αναμενόμενο αποτέλεσμα» της διάλυσης των εργασιακών σχέσεων

Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβαινε πάντα. Παλιότερα ήταν πιο δύσκολο να αναπτυχθούν σε τέτοιες διαστάσεις, αν και πάντα υπήρχαν, συνθήκες «κοινωνικού δαρβινισμού». Γιατί συνέβη αυτή η αλλαγή;

Θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή στις αιτίες γέννησης μιας τέτοιας διάρρηξης των κοινωνικών και ανθρώπινων δεσμών που αγγίζουν τα όρια της αδιαφορίας. Και εκεί που θα στραφούμε πρώτα είναι στους βασικούς φορείς κοινωνικοποίησης ενός ανθρώπου: την οικογένεια, το σχολείο και τέλος την εργασία. Ωστόσο, αν κάτι καθορίζει πάνω απ’ όλα την κοινωνικοποίηση του ανθρώπου δεν είναι τα δύο πρώτα, αλλά το τελευταίο, καθώς οι κοινωνικές συμπεριφορές που διαμορφώνονται στην εργασία διαχέονται στο σύνολο της ζωής ενός ανθρώπου (οικογένεια, φίλοι κλπ.), έστω και με ηπιότερο τρόπο.

Η πλέον σημαίνουσα αλλαγή στο πλαίσιο της εργασίας την τελευταία εικοσαετία είναι η σταδιακή διάλυση των εργασιακών σχέσεων, η οποία στην Ελλάδα στα χρόνια του μνημονίου έχει πάρει σαρωτικές διαστάσεις. Η παλιότερη «προστασία» που απολάμβανε ο εργαζόμενος στον εργασιακό του βίο έχει ολοκληρωτικά αφαιρεθεί. Οι σταθερές εργασιακές σχέσεις έχουν «τελειώσει». Οι μέρες που ένας εργαζόμενος πήγαινε σε μια δουλειά και υπήρχαν σημαντικές πιθανότητες ακόμη και να συνταξιοδοτηθεί από εκεί δεν υπάρχουν πια. Άρα και οι σταθεροί κοινωνικοί δεσμοί, που εγγυούνταν και υποβοηθούσαν την ανάπτυξη ενός συλλογικού δεσμού, όλο και ελαχιστοποιούνται. Οι εργαζόμενοι δουλεύουν για ένα, δύο το πολύ τρία χρόνια σε μια δουλειά. Και αναπτύσσουν με τους υπόλοιπους εργαζόμενους τυχαίες κοινωνικές σχέσεις και δεσμούς. Ο συλλογικός δεσμός καταργείται και στη θέση του μπαίνει ο ατομισμός της επιβίωσης. Η ανάπτυξη της αδιαφορίας («τουλάχιστον δεν απέλυσαν εμένα») για τον διπλανό, τον συνάδελφο, δεν εντείνει μόνο την ατομική ανασφάλεια αλλά και την ίδια τη βία. Καθώς ο άνθρωπος βρίσκεται απροστάτευτος στην ίδια του τη ζωή (διότι η εργασία είναι η ζωή του με την έννοια ότι δίχως αυτή δεν εξασφαλίζει τα βασικά στοιχεία που χρειάζονται για αυτήν), η μόνη λύση που έχει είναι να στραφεί στη δική του «δύναμη», δηλαδή, στη δική του βία απέναντι στους άλλους. Και όχι απέναντι στον εργοδότη (τότε θα μιλούσαμε για συλλογική βία, όμως η συλλογική διάσταση έχει ήδη αφαιρεθεί εξαιτίας ακριβώς της διάρρηξης των εργασιακών σχέσεων), αλλά απέναντι στον άμεσο ανταγωνιστή: τον άλλο εργαζόμενο.

Από αυτό το σημείο το διαρκές «Hunger Game» αναπαράγεται διαρκώς, ακόμη και ασυναίσθητα. Όπως ακριβώς η βαρύτητα λειτουργεί ακόμη κι αν δεν τη νιώθουμε, έτσι λειτουργεί και στην παρούσα περίπτωση ο «κοινωνικός δαρβινισμός».

Ο «δεύτερος θάνατος» του Βαγγέλη

Μόνο αν έχουμε αυτά υπόψη μας μπορούμε να κατανοήσουμε το κύμα συμπάθειας και αγάπης που αναπτύχθηκε αυθόρμητα από ανθρώπους όλων των ηλικιών και όλων των τάξεων για τον χαμό του Βαγγέλη Γιακουμάκη.

galaktokomiki-kinitopoiisi

 

Ο περιβόητος «μηχανισμός ταύτισης» λειτούργησε ως εξής: όταν ο Βαγγέλης εξαφανίστηκε και το θέμα άρχισε να παίρνει διαστάσεις, όταν άρχισε να γίνεται γνωστή η βία που ασκήθηκε σε βάρος του Βαγγέλη, τότε όλοι εμείς, έστω και ασυναίσθητα, έστω και υποσυνείδητα, αρχίσαμε να κατανοούμε ότι είμαστε εξίσου θύματα. Ότι καθημερινά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια βία αντίστοιχου βεληνεκούς (η οποία προφανώς δεν ασκείται με τον ίδιο τρόπο) και η οποία μας καθιστά εν δυνάμει αυτόχειρες. Και όταν αυτό που όλοι υποπτευόμασταν έγινε σαφές, ότι δηλαδή το άτυχο παιδί είναι νεκρό, τότε όλοι ήρθαμε αντιμέτωποι με μια ανείπωτη αλήθεια: «και εγώ μπορεί να γίνω Βαγγέλης». Η κοινωνία αντιλήφθηκε τη βία που της ασκείται και ταυτίστηκε με τον Βαγγέλη. Έγινε –έστω και για λίγες μέρες– ο «Βαγγέλης». Στο πρόσωπό του είδε τη δική της «αυτοκτονία»· στο πρόσωπό της «αυτοκτόνησε» για δεύτερη φορά ο Βαγγέλης.

Όπως, όμως, συμβαίνει στην περίπτωση των εργαζομένων που αντικρίζουν εχθρικά όχι τον εργοδότη αλλά τον άλλο εργαζόμενο, έτσι και εδώ, η ταυτισμένη με τον Βαγγέλη κοινωνία είδε στο πρόσωπο των βασανιστών του τους ηθικούς αυτουργούς της αυτοκτονίας. Εφόσον «δίκασε και καταδίκασε» τους «ενόχους» και έδωσε «λύση» στο πρόβλημα, το όλο θέμα άρχισε να ξεφουσκώνει. Ασχέτως, όμως, αν είναι δίκαιη ή άδικη η κατηγορία περί ηθικής αυτουργίας (από νομικής άποψης αυτό μένει να αποδειχθεί και δεν μας απασχολεί εδώ), η ουσία είναι ότι η αυτοκτονία του Βαγγέλη ήταν η αφορμή για να διαπιστώσουμε και τον δικό μας «θάνατο». Τον θάνατο της κοινωνία μας. Της καπιταλιστικής μας κοινωνίας…

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email