Το παράδοξο «Νίκος Ρωμανός»

ΘΩΜΑΣ ΜΑΥΡΟΦΙΔΗΣ* ΘΩΜΑΣ ΜΑΥΡΟΦΙΔΗΣ* Απόψεις • 10 Δεκεμβρίου 2014

Στη σύγχρονη κοινωνική θεωρία, εμφανίζεται όλο και συχνότερα ο όρος «το παράδοξο». Ένας όρος συχνά δυσνόητος, ενοχλητικός, που υπονομεύει την επιστήμη όπως την γνωρίζουμε μέχρι τώρα.

Τι σημαίνει όμως αυτός ο όρος; Ας το εξηγήσουμε συνοπτικά. Κάθε μορφή κοινωνικής οργάνωσης, είναι ένα σύστημα. Και, κάθε σύστημα, είναι ένας μηχανισμός επιλογής – άρα, ταυτόχρονα, είναι και μηχανισμός απόρριψης. Επιλέγει ό,τι το αφορά, κι απορρίπτει ο,τιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, το νομικό σύστημα ασχολείται με όσα ζητήματα εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, κι αποφασίζει τι είναι «νόμιμο» και τι είναι «παράνομο»· έχει επίσης στη διάθεσή του συγκεκριμένες διαδικασίες, που (υποτίθεται ότι) εγγυώνται πως η ταξινόμηση νόμιμο/παράνομο θα γίνει με «νόμιμο» τρόπο – κι όχι εκτός Νόμου. Αν και το παράνομο αφορά το νομικό σύστημα, μέσα στο ίδιο το σύστημα είναι αδιανόητο.

Ανάλογα, μπορούμε να δούμε την κατάσταση και στο σύνολο της κοινωνίας. Κάθε μορφή κοινωνικής οργάνωσης, αποφασίζει τι ανήκει στην κοινωνία και τι όχι. Π.χ., στον καπιταλισμό, περιλαμβάνονται οι οικονομικές κρίσεις και καταστροφές; Η προφανής απάντηση είναι «όχι». Ο καπιταλισμός είναι (υποτίθεται) το σύστημα που εξασφαλίζει αφθονία αγαθών. Η κρίση είναι ένα παράδοξο, αυτό που δεν πρέπει να συμβεί, αυτό που είναι ενάντια στην «κατάσταση των πραγμάτων». Η μαρξιστική προσέγγιση εδώ, αποκαλύπτει το παράδοξο (κι έτσι το απο-παραδοξοποιεί) ενσωματώνοντας την κρίση στους μηχανισμούς αυτο-αναπαραγωγής του καπιταλισμού, αλλά, για τους υπερασπιστές του καπιταλισμού, η κρίση παραμένει παράδοξο: εκτός της ορθοδοξίας δηλαδή.

Πάντα, υπάρχουν – και πάντα υπήρχαν – κρυμμένα παράδοξα. Σε πρωτόγονες, φυλετικές κοινωνίες για παράδειγμα, εκεί που το «ποιος είσαι» ταυτιζόταν με το «από πού έρχεσαι», το παράδοξο ήταν κάποιος που ερχόταν από εντελώς άγνωστο τόπο. Αυτός, ή δεν ήταν άνθρωπος ή ήταν θεός. Πάντως, δεν ανήκε στο χώρο του οικείου κι ακόμα χειρότερα: η εκδήλωσή του αποκάλυπτε ότι το ανοίκειο είχε τη δυνατότητα να δηλώσει την παρουσία του, παρά τα μέτρα που η κοινωνία έπαιρνε για να το κρατήσει μακριά. Θα μπορούσες π.χ. να είσαι ή Αθηναίος ή Σπαρτιάτης ή, έστω Πέρσης ή Αιγύπτιος. Θα μπορούσες να είσαι εχθρός ή φίλος, γνωστός ή άγνωστος, και θα σε μεταχειριζόμασταν ανάλογα, με διαδικασίες που από πριν είχαμε έτοιμες· αλλά δεν θα μπορούσες να είσαι άνθρωπος αν δεν ξέραμε πού να σε κατατάξουμε: θα ήσουν ένα παράδοξο. Και, το ενοχλητικό με το παράδοξο, αυτό που είναι απολύτως ασυγχώρητο κι άρα απαράδεκτο, είναι ότι αποδεικνύει πως η μορφή της κοινωνίας μας δεν έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μορφή πρόκλησης. Το παράδοξο είναι η ωρολογιακή βόμβα σε κάθε μορφή κοινωνικής οργάνωσης· είναι, ακριβώς, η προοπτική υπονόμευσης της σταθερότητάς μας. Για να μη μπερδευόμαστε: ο «κοινωνικά απόβλητος», αυτός που φυλακίζεται π.χ. ή θανατώνεται, δεν συνιστά παράδοξο· η κοινωνία έχει θεσμοθετημένες σχετικές διαδικασίες για αυτόν, άρα τον έχει εκ προοιμίου συμπεριλάβει μέσα της και τον έχει αντιμετωπίσει πριν καν αυτός εμφανιστεί. Το παράδοξο, είναι αυτό για το οποίο δεν υπάρχει καμιάς μορφής πρόβλεψη.

Φυσικά, όλες οι κοινωνίες έχουν εφεύρει τρόπους για να αντιμετωπίζουν τα παράδοξα. Ο πλέον κοινός τρόπος είναι η αδιαφορία: κάτι για το οποίο δεν συζητάμε, δεν υπάρχει, δεν συμβαίνει, δεν είναι γεγονός. Και, στη νεωτερική κοινωνία, που οι όροι «Ελευθερία, Ισότητα, Αδερφοσύνη» εμφανίζονται ως οικουμενικοί, δηλαδή (υποτίθεται ότι) περιλαμβάνουν κάθε άνθρωπο, το παράδοξο είναι η ίδια η αναίρεση της οικουμενικότητας.

Κι εδώ ακριβώς, μπαίνει στο κάδρο ο Νίκος Ρωμανός. Μην με παρεξηγήσετε, δεν τον ηρωοποιώ, ούτε καν περνάει από το μυαλό μου κάτι τέτοιο. Το θέμα είναι άλλο. Σε μια κοινωνία που ισχυρίζεται ότι είναι μια “all inclusive” κοινωνία, όπου όποιος είναι άνθρωπος, αναγκαστικά και χωρίς εξαίρεση περιλαμβάνεται εντός της, τι κάνεις με κάποιον που λέει «γαμώ την κοινωνία σας, την νεωτερικότητά σας, την ελευθερία σας, την ισότητά σας, την αδελφοσύνη σας, τη φιλανθρωπία, τη Δικαιοσύνη σας και τη Δημοκρατία σας μαζί»; Αυτόματα, γίνεται αυτός που έρχεται από άγνωστο τόπο, με άγνωστες κι ανοίκειες συνήθειες. Είναι «άλλος», αλλά απρόβλεπτος «άλλος», εξωγήινος, άγνωστη κι απειλητική μορφή ζωής. Η ύπαρξή του, από μόνη της φέρνει στο προσκήνιο το αντιπαθητικό παράδοξο. Δεν απειλεί τη ζωή μας, απειλεί την εικόνα της κοινωνίας μας.

Στο σημείο αυτό, είναι που βραχυκυκλώνει ο ευσταλής (ή ομοφοβικός), σοβαρός (ή με πετρώδη δυσκοιλιότητα) υπουργός Δικαιοσύνης (άμα τε και «ανθρωπίνων δικαιωμάτων») και αναβρύζει αυθόρμητα από μέσα του η κουτοπονηριά (που είναι η βασική του δομή), ρωτώντας: «Αν υπήρχε όμως αποτελεσματικό σύστημα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, τότε θα συμφωνούσατε σε αυτό ή πάλι θα ζητάγατε να δοθεί άδεια στον Ρωμανό»; Και, δεν του απαντούν ευθέως, λέγοντας π.χ. «αν υπήρχε Δημοκρατία, θα είχαμε φτάσει ποτέ στη δολοφονία του Γρηγορόπουλου»;

Και δεν του απαντούν, γιατί καμιά πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να ομολογήσει ότι ουδέποτε είχαμε Δημοκρατία, ούτε στην Ελλάδα ούτε πουθενά. Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να δει κατάματα αυτό που η Δημοκρατία μας κρατάει καλυμμένο, δηλαδή την απουσία της.

Στις 10 Ιουνίου 1970, στη Στοκχόλμη σε εκδήλωση της UNESCO, ο ερευνητής Herbert Brun, έκανε μια ομιλία όπου τόνισε και το εξής:

«Ο ορισμός ενός προβλήματος κι η δράση που αναλαμβάνεται για να επιλυθεί, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την άποψη που έχουν για το ευρύτερο σύστημα τα άτομα ή οι ομάδες που το ανακάλυψαν (σ.σ. το πρόβλημα). Κάποιο πρόβλημα, μπορεί να εμφανιστεί ως λάθος ερμηνεία της κατάστασης, ή σαν λάθος έξοδος ενός προβληματικού συστήματος, ή σαν λάθος έξοδος ενός γενικά αλάνθαστου συστήματος, ή σαν ορθή – πλην όμως ανεπιθύμητη – έξοδος ενός αλάνθαστου αλλά ανεπιθύμητου συστήματος. Όλες οι περιπτώσεις, εκτός από την τελευταία, υποδεικνύουν διορθωτική δράση· μόνο η τελευταία περίπτωση υπαγορεύει την ανάγκη αλλαγής κι έτσι δημιουργεί ένα ανεπίλυτο πρόβλημα σε όποιον αντιτίθεται στην αλλαγή».

Τέτοιας μορφής πρόβλημα είναι ο Νίκος Ρωμανός: ξεσκεπάζει το παράδοξο μιας Δημοκρατίας μη-Δημοκρατίας. Και δεν μπορεί να επιλυθεί, ούτε με νομικούς ελιγμούς ούτε με «ρυθμίσεις» ad hoc, γιατί όλα αυτά είναι τα «προβλεπόμενα μέτρα», όμως το πρόβλημα είναι απρόβλεπτο. Άρα, υποδεικνύει αλλαγή, κι η αλλαγή αυτή αφορά την αλλαγή της μορφής της κοινωνικής οργάνωσης.

 

Υ.Γ. Η τελευταία πρόταση, γράφηκε την ώρα της ψηφοφορίας στη Βουλή, που φαίνεται να έδωσε λύση στο πρόβλημα του Νίκου Ρωμανού. Δεν έδωσε όμως λύση στο κρυμμένο παράδοξο κι έτσι, αναπόφευκτα θα το ξαναδούμε…

 

* Ο Θωμάς Μαυροφίδης είναι διδάκτορας της θεωρίας συστημάτων, και διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Διαφήμιση

tiniakos

Διαφήμιση

2 Σχόλια - "Το παράδοξο «Νίκος Ρωμανός»"

  1. Θωμάς Μαυροφίδης Ο/Η Θωμάς Μαυροφίδης λέει:

    Νίκο, έχεις απόλυτο δίκιο. Αναφέρω όμως ότι ο Μαρξ απο-παραδοξοποίησε την κρίση στην περίπτωση του καπιταλισμού, αν και δεν το αναλύω όπως κάνεις εσύ, το χρησιμοποιώ απλώς σαν παράδειγμα.
    Κι είναι βεβαίως ορθό, ότι κανένα σύστημα δεν μπορεί να αποφύγει τον αποκλεισμό, μια και όταν επιλέγει, ταυτοχρόνως αποκλείει (και το παράδοξο συνήθως έγκειται στην αποφυγή αναγνώρισης του αποκλεισμού).
    Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία γίνεται μια συνεχής πορεία κι όχι μια κατάσταση: η Δημοκρατία είναι εκ φύσεως καταδικασμένη να αιτείται συνεχώς τον εαυτό της κι αυτό διασφαλίζεται ερευνώντας τα παράδοξα καθώς αυτά προκύπτουν.

  2. Ο/Η Νίκος Παπαβασιλείου λέει:

    Θα ήθελα να σχολιάσω κάποια σημεία του άρθρου.
    Το πρώτο είναι ότι στον καπιταλισμό οι κρίσεις δεν αποτελούν «παράδοξα» αλλά μέσα και τρόπους ανανέωσης, μέσω της καταστροφής ενός μέρους της παραγωγικής δραστηριότητας σε οποιοδήποτε τομέα. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε επειδή υπάρχει κορεσμός (πχ φούσκα ακινήτων), αναχρονισμός (πχ ανάπτυξη νέων βελτιωμένων υλικών) ή μια μακροοικονομική απόφαση που στηρίζεται σε πολιτικά δεδομένα (πχ η απόφαση των ΗΠΑ να παραδώσουν ολόκληρους παραγωγικούς κλάδους στην Κίνα). Οι επιπτώσεις τέτοιων αλλαγών είναι βαρύτατες σε κάποιους πολίτες, ακόμα και πόλεις ολόκληρες παρακμάζουν (πχ το Ντητρόιτ σήμερα δεν έχει καμιά σχέση με κείνο που ήταν πριν από μισό αιώνα, όταν αποτελούσε στο κέντρο της αμερικάνικης αυτοκινητοβιομηχανίας), το μεγάλο τους πλεονέκτημα για το παραγωγικό σύστημα όμως είναι ότι το ανανεώνουν και του δωρίζουν μια περίοδο ανάπτυξης που θα κρατήσει μέχρι να προκύψουν και πάλι συνθήκες κρίσης. Είναι αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε επαναστικοποίηση των μέσων παραγωγής και οι σύγχρονοι οικονομολόγοι δημιουργική καταστροφή και δεν αποτελεί «κακό καθ’ εαυτό» αλλά ένα χαρακτηριστικό του συστήματος, επαχθέστερο ίσως και αυτής της εκμετάλλευσης αλλά που του δίνει τη δυνατότητα να εξακολουθεί να υπάρχει. Δεν έχει φυσικά καμιά σχέση με τη δημοκρατία, το θέμα είναι όμως ότι δεν έχει μέχρι τώρα υπάρξει μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που αντιμετωπίζει το πρόβλημα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Άποστολή άρθρου μέσο Email