Ερμηνευτικά ρεσιτάλ

Π. Μουστάκης - Αν. Παπαδοπούλου- Λ. Δροσάκη- Β. Μαυρογεωργίου

 

Δημήτρης Δημητριάδης, «Φαέθων»

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

Θέατρο της οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής

Με το πρόσφατο έργο του (2013, εκδόσεις Σαιξπηρικόν) ο Δημήτρης Δημητριάδης, κατά την προσφιλή του μέθοδο, πραγματεύεται φαινομενικά μια ακόμη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη, τον «Φαέθοντα», έργο από το οποίο διασώζονται μόλις 320 στίχοι. Στο άρθρο της, που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα της παράστασης, η Καίτη Διαμαντάκου αναφέρει λεπτομερώς τη χαλαρή διακειμενική σχέση που συνδέει το σύγχρονο κείμενο με την αρχαιοελληνική τραγωδία. Και είναι ενδιαφέρον να επισημάνει κανείς τις λέξεις ή τις φράσεις που έχουν εγκιβωτιστεί στο νέο κείμενο και παραπέμπουν στον μύθο του Φαέθοντα αλλά και σε άλλες αρχαιοελληνικές τραγωδίες όπως η «Μήδεια» κατά την περιγραφή της ανύψωσης προς τον ήλιο του εδώ ήρωα στο καροτσάκι-άρμα μετά τον φόνο.

Πέρα, ωστόσο, από τη αρχαιόθεμη αναφορά, έντονη είναι η διαλογική σχέση του «Φαέθοντα» του Δημητριάδη με τον σαιξπηρικό «Άμλετ» καθώς λεκτικές εικόνες μοιάζουν να παραπέμπουν ρητά ή άδηλα σε αυτόν. Ωστόσο, ως προς το περιεχόμενο του έργου του, ο Δημητριάδης καυτηριάζει με σχεδόν μεταφυσική λύση σύγχρονα προβλήματα και πρώτιστα την χριστιανική ψευδο-ευλάβεια, συνυφασμένη με αρρωστημένη, φασιστική πρακτική, ένα είδος «ταρτουφισμού» αλλά με αμιγώς δραματική δομή και χωρίς αίσιον τέλος. Παράλληλα, καυτηριάζει τη δομή του πυρήνα των σύγχρονων κοινωνιών, την οικογένεια, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα το οποίο και αντανακλά: οι συνεχείς βιασμοί των παιδιών και της γυναίκας του από τον πάτερ-φαμίλια ως ένα είδος επιβεβαίωσης του χριστιανικού τελετουργικού που επικαλείται ο ίδιος ανελλιπώς συνιστά εύγλωττη μεταφορά των βιασμών που υφίσταται ο σύγχρονος πολίτης από ένα σύγχρονο χριστιανικής ηθικής κράτος που βρίσκεται εν αδίκω, πλέον διεθνώς.

Foto - Φαέθων 1,

Ανέζα Παπαδοπούλου

 

Θα μπορούσε να διακρίνει κανείς, ακόμη μια φορά, την προσφιλή στον Δημητριάδη ιδέα της ολικής «καταστροφής» -ατόμου/κοινωνίας- που μόνη αυτή θα οδηγήσει σε μια νέα «εποχή».

Όπως η ύβρις στην αρχαία τραγωδία τιμωρείται, έτσι κι εδώ, ο Λέλο Λομ, ο γιός του βασανιστή Άμνετ, θα προβεί στην τελική πράξη της δολοφονίας του απελευθερώνοντας εαυτόν, τη μητέρα και τις δύο αδελφές του από τον δυνάστη- βιαστή όλων τους. Στο συμβατικό οικογενειακό περιβάλλον του Λονδίνου – όπου τοποθετείται η δράση- και όπου τα πάντα κινούνται με ωρολογιακή ακρίβεια και σύμφωνα με τις εντολές του πατρός, ο Λέλο παρουσιάζεται εκτός τόπου και χρόνου όταν εκφέρει τους μονολόγους του. Παρών αλλά και απών. Με τους μονολόγους προετοιμάζει την τελική πράξη, καθισμένος κατά τρόπο σουρεαλιστικό μονίμως στο παιδικό του καροτσάκι. Αυτό που ως Δίας-τιμωρός απειλεί μονίμως ο πατέρας Άμνετ ότι θα πετάξει στα νερά του Τάμεση ή ότι θα του βάλει φωτιά να το κάψει: ωσάν το καρότσι να ήταν τα φτερά του σύγχρονου αυτού Φαέθοντα-Λέλο που αμφισβητεί την πατρική προσταγή, βούληση και εξουσία. Αυτό που θα γίνει το άρμα απογείωσης-ανάληψης μετά τη δολοφονία του πατέρα. Ως ένας Φαέθων εξ αντιστρόφου, ως μια Μήδεια που αναλήφθηκε στο άρμα του Ήλιου ατιμώρητη για το έγκλημά της. Ο Λέλο, ως δραματουργικό πρόσωπο, διαφεύγει της συμβατικής εικόνας που συστήνει ο Δημητριάδης ήδη στις οδηγίες του – απαιτεί τον δικό του δραματικό χώρο και χρόνο, ως ένα «εκτός» που εξ αρχής ροκανίζει την ίδια τη φαινομενικά συμβατική δομή του έργου.

Η παράσταση

Τι είδαμε στη σκηνή του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων, στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά; Ένα συμβατικό ανέβασμα αστικού θεάτρου που δεν έφερε ίχνος απογείωσης, καμιά απολύτως ρωγμή στην ψευδο-συμβατική δόμηση του έργου του Δημητριάδη. Μια κατά γράμμα τήρηση των σκηνικών οδηγιών ως προς τα σκηνικά (Ελένη Μανωλοπούλου), παλαιϊκά και λειτουργούντα αποστασιοποιητικά από το σήμερα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη) και μια εκκωφαντική αμηχανία ως προς τη διαχείριση του χώρου του Λέλο αλλά και αυτού του ίδιου. Το ηχητικό σύμπαν που σχεδίασε ο Δημήτρης Καμαρωτός ιδιαίτερα ενδιαφέρον αφ’ εαυτού του, όμως δεν λειτούργησε παρά ως δείκτης ρεαλιστικών καταδηλώσεων του εξω-σκηνικού χώρου, άρα ενδυναμώνοντας με εναλλακτικό τρόπο την αμιγώς ρεαλιστικά μονοδιάστατη σκηνοθετική προσέγγιση του έργου.

Οι γεωμετρημένες κινήσεις των δύο αδελφών (Εύη Σαουλίδου-Σταυρούλα Σιάμου) που αναλαμβάνουν σε αναληπτική αφήγηση να διηγηθούν τα συμβάντα παραμένουν ίδιες τόσο προ όσο και μετά τα γεγονότα, σαν τίποτα να μην άλλαξε στη ζωή τους. Σαν το απίστευτο που βίωσαν, είδαν με τα μάτια τους, το «ανείπωτο» να μην επέδρασε διόλου πάνω τους. Η εισβολή του «μύθου» στην πεζή, άθλια καθημερινότητά τους δεν σήμανε τίποτα γι’ αυτές. Με αυτή τη σκηνοθετική ανάγνωση όμως η νέα «εποχή» που ευαγγελίζεται ο Δημητριάδης δεν συμβαίνει ποτέ.

Εύη Σαουλίδου, Σταυρούλα Σιάμου, Άρης Μπαλής

Εύη Σαουλίδου, Σταυρούλα Σιάμου, Άρης Μπαλής

 

Αν ο Λέλο κρύβει, καθηλωμένος στο παιδικό του καροτσάκι, τη δύναμη που θα τον οδηγήσει στην καθοριστική πράξη της πατροκτονίας ως υπέρτατης απελευθέρωσης και που αναφαίνεται σταδιακά στους (εσωτερικούς) μονολόγους του, είναι κάτι που δεν φαίνεται να έχει προβληματίσει τη σκηνοθεσία αλλά και τον Άρη Μπαλή που τον υποδύεται. Ο νεαρός, υποσχόμενος με άλλες ερμηνείες του, ηθοποιός, υιοθετεί καθόλη τη διάρκεια ένα συνεχές, σε βαθμό ενοχλητικό, μονότονο κλαψιάρικο ύφος, δίχως εναλλαγές, χωρίς να δημιουργεί υπόνοιες αυτού του άλλου που θα συμβεί: όχι της πατροκτονίας αλλά της ανάληψής του μέσα στο ήλιο (μια σκηνή που παρεμπιπτόντως παραπέμπει και στην τελική σκηνή έργου με έναν άλλο δολοφόνο, στον «Ρομπέρτο Τζούκκο» του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές που έχει μεταφράσει ο Δημητριάδης). Ανάληψη-έκρηξη φωτός που ούτε φωτιστικά μπόρεσε επιτυχώς να αποδοθεί (φωτισμοί Αλέκου Αναστασίου στις πλέον ανέμπνευστες στιγμές του)- φάνηκε απλώς ότι προς στιγμήν σαν κάτι να έπαθαν τα φώτα του θεάτρου…

Η καλλιέπεια του αστικού θεάτρου που επέλεξε ως σίγουρη οδό ο Καραντζάς αδικεί τον «Φαέθοντα» του Δημητριάδη. Τον προσγειώνει σε αυτό που δεν είναι: αστικό δράμα. Τι μένει τελικά από την παράσταση;

Μια εξαιρετική ερμηνεία του Περικλή Μουστάκη, ένας άθλος φωνητικών και εκφραστικών εναλλαγών καθώς σχεδιάζει με αβυσσαλέο τρόπο τον πατέρα Άμνετ. Κι ακόμα, μένει αυτή η εσωτερική, όλο εντάσεις που διαγράφονται στις παλάμες και στην κίνηση των δακτύλων ή στις συσπάσεις του προσώπου ερμηνεία της Ανέζας Παπαδοπούλου στο ρόλο της μητέρας Τζούλι. Δυο ηθοποιοί που πήραν επάνω τους την παράσταση και κράτησαν καθηλωμένο στη θέση του το κοινό με το προσωπικό τους ρεσιτάλ και μάθημα υποκριτικής.

Σιμό, «Η Λίλα λέει»

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου-Μαριάννα Κάλμπαρη

Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» – Υπόγειο.

Πολύς ο λόγος για τον Σιμό, τον άγνωστο συγγραφέα που θεωρείται ότι κρύβεται πίσω από αυτό το ψευδώνυμο του μοναδικού του έργου «Η Λίλα λέει». Πολύς επίσης ο λόγος για την αθυροστομία της ηρωίδας του, την αντίφαση εκείνου που αυτή λεκτικά δείχνει ότι είναι και αυτού που στην πραγματικότητα είναι.

Κατά τα άλλα, επί του περιεχομένου του, το έργο δεν δίνει κάτι το πρωτοφανές: μια έφηβη που λεκτικά παριστάνει την έμπειρη σε σεξουαλικές εμπειρίες και τη διαθέσιμη απέναντι σε έναν νεαρό αραβικής καταγωγής που την μυθοποιεί, θα γνωρίσει, ως ξένο σώμα στην αραβοκρατούμενη περιοχή του Παρισιού όπου μετακομίζει πρόσφατα, την αντιμετώπιση του παρείσακτου, του διαφορετικού, ελκύοντας επάνω της προκαταλήψεις και στερεότυπα. Που ίσως η ίδια προκαλεί. Το αποτέλεσμα θα είναι ο πραγματικός βιασμός της, η αυτοκτονία της και η αποκάλυψη ότι ήταν παρθένα.

Το ενδιαφέρον, καθαρά αφηγηματολογικής τεχνικής στοιχείο, είναι ότι ο λόγος της διαμεσολαβείται από τον ίδιο τον Σιμό-ήρωα και πρωτοπρόσωπο αφηγητή που μοιάζει έτσι να διηγείται προσωπικό του βίωμα. Ένθετα, παρεμβαίνει ή παραχωρείται λόγος στην ίδια τη Λίλα καθώς εκφέρει τα πρόστυχα λόγια της.

Η παράσταση

Οι δύο σκηνοθέτες, Β. Μαυρογεωργίου και Μ. Κάλμπαρη επέλεξαν σωστά να τοποθετήσουν τη δράση σε ένα σκουπιδότοπο, μια σκηνή γεμάτη μαύρες σακούλες σκουπιδιών κι ένα εγκαταλελειμμένο τραπέζι (σε εμπνευσμένα σκηνικά και κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη). Δίνουν έτσι το στίγμα του περιθωριακού χώρου της δράσης με την αρωγή των διακριτικά παιγνιωδών φωτισμών της Στέλλας Κάλτσου και των μουσικών ήχων σε επιμέλεια του Γιάννη Σορώτου.

Λένα Δροσάκη-Βασίλης Μαυρογεωργίου

Λένα Δροσάκη-Βασίλης Μαυρογεωργίου

 

Η παράσταση, ωστόσο, στηρίζεται αποκλειστικά στους δύο πρωταγωνιστές της. Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί καταλληλότερη για τον ρόλο της Λίλας από τη Λένα Δροσάκη, αυτή τη νεαρή ηθοποιό που μεταμορφώνεται, από παράσταση σε παράσταση, ως χαμαιλέων. Μοιραία και ξεπεσμένη Στέλλα που σχολιάζει την ηρωίδα της Μερκούρη και του Κακογιάννη, ροκ Γλαύκη στην «Κοσμική τραγωδία» της Μήδειας του Δημητριάδη, Βορειο-Ελλαδίτισσα Στέλλα στην παραλλαγή του «Λεωφορείου ο Πόθος» του Σκουρλέτη, η Δροσάκη αλλάζει περσόνα με εντυπωσιακή ρευστότητα. Ως Λίλα δίνει ακόμη ένα ρεσιτάλ που συνδυάζει την αγγελική μορφή της παιδούλας με το λεκτικά εκπορνευόμενο νυμφίδιο: οι πρόστυχες λέξεις βγαίνουν από το στόμα της με τέτοια καθηλωτική αθωότητα, οι κινήσεις και στάσεις του σώματός της αποκτούν τέτοια σαγηνευτική παιδικότητα στην προκλητικότητά τους που καθαγιάζονται όπως το πορτραίτο της Παρθένου που εμφανίζεται κάποια στιγμή στη σκηνή.

Λένα Δροσάκη, Βασίλης Μαυρογεωργίου

Λένα Δροσάκη, Βασίλης Μαυρογεωργίου

 

Δίπλα της, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, ένας ταλαντούχος σκηνοθέτης αλλά και απολαυστικός κατά τη δική μου αντίληψη ηθοποιός, ως αφηγητής-Σιμό και συμμετέχων στο βίωμα συμπρωταγωνιστής υλοποιεί σκηνικά με εντυπωσιακό αποτέλεσμα το αναψοκοκκίνισμα της εφηβείας, το ερωτικό σκίρτημα του αγνά ερωτευμένου άπειρου νεαρού, την μετέπειτα ώριμη γνώση του αφηγητή με παίξιμο λιτό, δίχως εντάσεις, παραχωρώντας διακριτικά τη λάμψη στη Λίλα αλλά και γνωρίζοντας πώς πρέπει να κινείται ερμηνευτικά ο ηθοποιός που αναλαμβάνει ρόλο αφηγητή επί σκηνής. Μια καλλιτεχνική σύμπραξη καρποφόρα για τη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

Ετικέττες: , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email