Εεεε, πρωτοπορία! Ρίχνε και καμιά ματιά πίσω

 

Βαδίζαμε στην έρημο χωρίς ψωμί, χωρίς νερό. Το δέντρο που ψάχναμε αργούσε να εμφανιστεί στον ορίζοντα. Έναν κάκτο τον προσπεράσαμε.

Η φάλαγγα μας όλο μάκραινε σε μήκος κι όλο αραίωνε σε ανθρώπους.

Δεν ήταν μόνον αυτοί που ξέμεναν πίσω. Ήταν κι αυτοί που έπαυαν να βαδίζουν ή καθόντουσαν οκλαδόν. Ή ξάπλωναν αποκαμωμένοι στις σκιές των αμμόλοφων.

Άλλοι ξεστράτιζαν. Έπιαναν σιγά-σιγά την άκρη και κάποια στιγμή τσούλαγαν στην ωτοστράντα που ακολουθούσε την έρημο μας σε όλο το ατέλειωτο μήκος της. Κάποιο λεωφορείο, κάποιο ωτοστόπ, ποιος ξέρει…

Όμως καινούργιοι έμπαιναν στην μακρά πορεία. Ίσως λιγότεροι, αλλά έμπαιναν. Με βήμα ξεκούραστο και ταχύ. Όπως είχαν μπει όλοι.

Όσο οι βραδυπορούντες έσερναν τα βήματα τους, τόσο οι προπορευόμενοι άνοιγαν περπατησιά. Οι αποστάσεις είχαν γίνει τεράστιες.

Κάποιος μουρμούρισε: «Για να υπάρχει πρωτοπορία, πρέπει να υπάρχει πορεία». Κάτι πρόσθεσε για «το διαλεκτικό προτσές της αποστασιοποίησης» μα κανείς δεν είχε κουράγιο να τον ακούσει.

Ένας έβγαλε την κραυγή: «Εεεε, πρωτοπορία! Ρίχνε και καμιά ματιά πίσω».

Η φωνή του δεν βρήκε ούτε βουνό, ούτε χαράδρα να κάνει αντίλαλο. Έσβησε απαλά, σχεδόν αρμονικά, στις θίνες.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email