Η εκλογή προέδρου στη Νέα Δημοκρατία και η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος

ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΚΟΣΑΣ ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΑΚΟΣΑΣ Πολιτική • 30 Σεπτεμβρίου 2015

Η διαδικασία εκλογής νέου προέδρου στη Νέα Δημοκρατία δεν είναι μια πράξη που αφορά ένα κόμμα. Είναι κάτι πολύ σπουδαιότερο: πρόκειται για την σταθεροποίηση του πλέον σημαντικού πυλώνα άσκησης πολιτικής εξουσίας από την αστική τάξη.

Από τότε που ο στρατηγός Παπάγος, μετεμφυλιακά, δημιούργησε τον «Ελληνικό Συναγερμό», η αστική τάξη, αλλά και οι ξένοι σύμμαχοί της, γνώριζαν πως πρόκειται για τον πιο έμπιστο σύμμαχό τους, με σταθερά και ισχυρά ερείσματα στα λαϊκά στρώματα. Εν αντιθέσει, ιστορικά, ο έτερος «πυλώνας» διαιώνισης της αστικής πολιτικής, ο λεγόμενος χώρος του κέντρου έβρισκε μόνο κατά διαστήματα σταθερή πολιτική έκφραση. Μόνο λίγα χρόνια πριν τη δικτατορία με την Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου (1961-1967) και περίπου 30 χρόνια στη μεταπολίτευση (1977 – 2009) με το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου, «λειτούργησε» αποτελεσματικά ο δεύτερος πυλώνας.

Η (οριστική) μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Ιούλιο με την υπογραφή του μνημονίου και η εκ νέου επικράτησή του στις τελευταίες εκλογές, φαίνεται πως σταθεροποιεί (έστω και για ένα μικρό διάστημα) τον λεγόμενο πόλο της κεντροαριστεράς. Ωστόσο, ιστορικά, αυτός ο χώρος, επειδή διακατέχεται από πολλαπλές ιδεολογικές αφετηρίες και επειδή κατά κύριο λόγο εκφράζει τα συμφέροντα των λεγόμενων «μεσαίων στρωμάτων» (δηλαδή των μικροαστών) και μέρους της εργατικής τάξης (εργατική αριστοκρατία) είναι όχι μόνο ευμετάβλητος αλλά και επίφοβος για τη δυνατότητα σταθερότητάς του.

Οι δεσμοί της λεγόμενης «κεντροαριστεράς» με τις μάζες είναι εξαιρετικά ελαστικές και υπόκεινται σε μεταβολές, πόσο δε μάλλον οι δεσμοί που έχει αναπτύξει ο ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπώς, για την αστική τάξη της χώρας είναι εξαιρετικά κρίσιμο ο χώρος της λεγόμενης κεντροδεξιάς, δηλαδή της ΝΔ, να ανασυγκροτηθεί γρήγορα, ώστε να αποσπάσει τις όποιες δυνάμεις πιθανά φύγουν από τον ΣΥΡΙΖΑ, εξαιτίας της εφαρμογής του νέου μνημονίου.

Το πρόβλημα

Η ΝΔ παραδοσιακά εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Ωστόσο, όπως είπαμε, έχει ισχυρά ερείσματα στα λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα σε τμήμα των εμπόρων, των βιοτεχνών και γενικότερα εκείνων των μικροαστών που είχαν συμφέρον από την άσκηση μιας πολιτικής φιλελυθεροποίησης της αγοράς. Ασφαλώς, αυτή η ιδεολογία άγγιζε και τμήματα της εργατικής τάξης, κι ας μην είχαν αντικειμενικό συμφέρον από αυτήν.

Το σοβαρό πρόβλημα για τη ΝΔ ξεκίνησε από την δεύτερη θητεία του Α. Παπανδρέου (1993-1996) και διογκώθηκε από τη θητεία Σημίτη (1996-2004), όταν έγινε σαφές πως αυτή η φιλελυθεροποίηση μπορούσε να γίνει το ίδιο αποτελεσματικά και από τη λεγόμενη σοσιαλδημοκρατία. Έκτοτε, αρχίζει για τη ΝΔ η απόπειρα της λεγόμενης «ανακατάληψης του μεσαίου χώρου», η οποία πέτυχε την περίοδο Καραμανλή, αλλά από εκεί και έπειτα η ΝΔ διαρκώς ταλανίζεται.

Γιατί ταλανίζεται; Όσοι πιστεύουν ότι είναι η δεξιόστροφη στρατηγική Σαμαρά έχουν μόνο εν μέρει δίκιο. Το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο, και εκφράζει τα αδιέξοδα του ίδιου του πολιτικού συστήματος: όσο βαθαίνει η εφαρμογή των μνημονίων, τόσο εφαρμόζεται η φιλελυθεροποίηση της οικονομίας, μόνο που πλέον κανένα «μεσαίο στρώμα», κανένας μικροαστός, δεν έχει κανένα συμφέρον από αυτήν την συνεχιζόμενη στροφή. Αυτό το πρόβλημα μεταφράζεται στην σταθεροποίηση του ποσοστού της ΝΔ λίγο πάνω από 25% (επί των ψηφισάντων!). Δηλαδή, η λεγόμενη «βάση» (αυτοί που είχαν συμφέρον από αυτήν την πολιτική) της «παράταξης» συρρικνώνεται.

Με μια κουβέντα: η ιδεολογία της Νέας Δημοκρατίας, της φιλελευθεροποίησης της αγοράς, έχει αποτύχει. Τα λαϊκά στρώματα οριστικοποιούν αυτήν την ήττα και παρότι ξέρουν ότι ο Τσίπρας θα κάνει τα ίδια, αφού αυτά επιτάσσει το μνημόνιο, τον προτιμούν στη λογική ότι «κάτι θα περισώσει» ή ότι «δεν είναι ίδιος με αυτούς», που στην πολιτική γλώσσα σημαίνει ότι δεν έχει αυτήν την ιδεολογία, άρα αν μπορεί να κάνει κάτι άλλο, θα το κάνει.

Αυτή η ήττα για την κεντροδεξιά παράταξη, ήττα βαθιά ιδεολογική, είναι πρωτοφανής στην μετεμφυλιακή ιστορία της Ελλάδας. Δε συνέβη ούτε καν στα χρόνια του Α. Παπανδρέου. Και είναι πρωτοφανής γιατί σηματοδοτεί και μια ήττα των ιδεών της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών συμμάχων της για την ανάπτυξη στην Ελλάδα (όσο κι αν κρατιούνται στην επιφάνεια με την… τεχνητή αναπνοή του ΣΥΡΙΖΑ).

Επιτακτική η ανασυγκρότηση

Η αστική τάξη, αλλά και το πολιτικό της προσωπικό, γνωρίζει πολύ καλά ότι η νίκη του Τσίπρα στις εκλογές είναι περιορισμένης εμβέλειας. Ήταν περισσότερο μια απόρριψη του λεγόμενου «παλιού πολιτικού συστήματος» (δηλαδή, της φιλελεύθερης ιδεολογίας) παρά μια νίκη του ίδιου. Με αυτήν την έννοια, όταν τα λαϊκά στρώματα διαπιστώσουν ότι ο Τσίπρας ακολουθεί ακριβώς την ίδια πολιτική φιλελευθεροποίησης ‒την οποία απορρίπτουν‒ θα πρέπει να υπάρχει ένας πυλώνας της αστικής πολιτικής που θα πρέπει να υποδεχθεί αυτούς τους ψηφοφόρους.

Ειρήσθω εν παρόδω, πάνω σε αυτό ακριβώς έγινε και ο βασικός πολιτικός διάλογος κατά την προεκλογική περίοδο. Η πρόταση της ΝΔ για μετεκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, εξέφραζε αυτό ακριβώς το αδιέξοδο: δεν είχε άλλη πρόταση διαχείρισης, πέρα από την… συνδιαχείριση της κρίσης. Η επίμονη άρνηση του Αλ. Τσίπρα, εξέφραζε, ωστόσο, τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της αστικής τάξης. Όταν έλεγε ότι στη δημοκρατία πρέπει να υπάρχει μια κυβέρνηση και μια αντιπολίτευση, εννοούσε, ακριβώς, ότι πρέπει να υπάρχει ομαλή εναλλαγή κυβερνήσεων στο πλαίσιο του αστικού πολιτικού συστήματος. Αν αυτό δεν διασφαλιστεί, το πρόβλημα θα είναι μακροπρόθεσμο, βαθύτερο και με μη αναμενόμενες απολήξεις.

Είναι, λοιπόν, ζήτημα ζωτικής σημασίας για την αστική τάξη να αναδιοργανωθεί και να ανασυγκροτηθεί η κεντροδεξιά. Καθόλου τυχαία, άλλωστε, ο Β. Μεϊμαράκης ξεκίνησε άμεσα τις διαδικασίες για τη νέα εκλογή προέδρου: δεν έπρεπε να χαθεί καθόλου χρόνος.

Προς ποια κατεύθυνση;

Το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί το σύνολο του πολιτικού προσωπικού είναι προς ποια κατεύθυνση θα ανασυγκροτηθεί η ΝΔ. Και κάπου εδώ αρχίζει η μάχη των προσώπων και της νέας ηγεσίας της κεντροδεξιάς.

Μέχρι αυτήν την ώρα έχουν ανακοινωθεί τρία ονόματα για την προεδρία της ΝΔ. Και κάθε όνομα αντιπροσωπεύει μια σαφή ιδεολογική και πολιτική κατεύθυνση.

  • Ο Άδωνις Γεωργιάδης, αντιπροσωπεύει τη λεγόμενη «δεξιά πτέρυγα». Ο ίδιος προερχόμενος από το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη, εκφράζει την «ομάδα» Σαμαρά, η οποία εκφράζει ένα κράμα ακραίας φιλελεύθερης ιδεολογίας σε συνδυασμό με εθνικιστικές τάσεις.
  • Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντιπροσωπεύει την «καθαρή» φιλελεύθερη τάση. Συμφωνεί πλήρως με τις μνημονιακές ρυθμίσεις, καθώς τις αντιμετωπίζει ως ένα εργαλείο για την ενίσχυση της οικονομίας της αγοράς και την εξάλειψη του κρατισμού.
  • Ο Απόστολος Τζιτζικώστας είναι εκπρόσωπος της λεγόμενης «λαϊκής δεξιάς», δηλαδή, λίγο απ’ όλα: και άνοιγμα στο «κέντρο» και «εθνικιστικές τάσεις» και «φιλελευθροποίηση της οικονομίας» και καλές σχέσεις με την Εκκλησία (βλέπε: Άνθιμος). Αντιπροσωπεύει και ένα τμήμα των λεγόμενων Καραμανλικών.

Ο υπηρεσιακός πρόεδρος της ΝΔ, Βαγγέλης Μεϊμαράκης, δεν έχει ακόμη εκδηλώσει τις οριστικές του προθέσεις. Αν τελικά κατέβει, θα αποτελεί την τέταρτη «πτέρυγα» της Νέας Δημοκρατίας, αντιπροσωπεύοντας το λεγόμενο «άνοιγμα προς το μεσαίο χώρο», αντίστοιχα με ό,τι είχε κάνει ο Κ. Καραμανλής.

Ο διάλογος αυτός που έχει ξεκινήσει να αναπτύσσεται στη Νέα Δημοκρατία, δεν σχετίζεται, προφανώς, μόνο με το ποιος θα εκφράσει καλύτερα τα συμφέροντα της παράταξης. Αλλά, ποιος θα μπορέσει να αναδιοργανώσει τη ΝΔ, ώστε να μπορέσει να επιτελέσει αυτό που πολλοί αποκαλούν «τον ιστορικό της ρόλο».

Αυτός ο ιστορικός ρόλος είναι να συνεχίσει να αποτελεί τον έναν εκ των δύο πυλώνων του αστικού πολιτικού συστήματος.

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email