Λαϊκό Ονειρόδραμα
Σε μια Πόρτα ανοιχτή…

 

 

Φέρεντς Μόλναρ, «Λίλιομ»

Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος

Θέατρο Πόρτα

Στη νέα του εποχή, το Θέατρο Πόρτα της Ξένιας Καλογεροπούλου, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Θωμά Μοσχόπουλου και τον Κορνήλιο Σελαμσή στην καλλιτεχνική διεύθυνση του μουσικού προγράμματος, εμφανίζεται πολυπρισματικό, πολυδιάστατο, με ποικίλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Φιλοξενεί, εκτός από το πλούσιο παιδικό πρόγραμμα για όλες τις ηλικίες όπου πρωτοστατεί η Ξένια Καλογεροπούλου, και εφηβικό θέατρο, μουσικά δρώμενα, χορό και, φυσικά, θεατρικές παραστάσεις. Ένα στοίχημα που μένει να κερδηθεί κυρίως μέσα από τις επιλογές έργων και συνεργατών.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος επιλέγει ως πρώτη του φετινή σκηνοθεσία ένα έργο «παράδοξο» ενός αν όχι άγνωστου λίγο-πολύ ξεχασμένου συγγραφέα. Ο ουγγρικής καταγωγής Φέρεντς Μόλναρ (Βουδαπέστη, 1878 – Νέα Υόρκη, 1952), όταν γράφει το «Λίλιομ», είναι ήδη γνωστός διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος που κατάγεται από εύπορη Ουγγρο-εβραϊκή οικογένεια . Το «Λίλιομ» ανεβαίνει για πρώτη φορά στη Βουδαπέστη το 1909, γνωρίζει την αποτυχία ενώ στη συνέχεια θα γνωρίσει πολλαπλά ανεβάσματα στο Μπρόντγουεη αλλά και κινηματογραφικές διασκευές από γνωστούς σκηνοθέτες μεταξύ των οποίων ο Φριτς Λανγκ (1934), ο Όρσον Ουελς (ραδιόφωνο, 1939), κ.ά. ενώ στη σκηνή της Νέας Υόρκης, μεταξύ άλλων, τους κεντρικούς ρόλους του έργου θα ερμηνεύσουν η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ο Ελία Καζάν (1940).

 Φιλαρέτη Κομνηνού - Γιώργος Χρυσοστόμου

Φιλαρέτη Κομνηνού – Γιώργος Χρυσοστόμου

Στην ελληνική σκηνή το έργο δεν είναι άγνωστο. Χορν και Λαμπέτη, Μουσούρης με Χατζηαργύρη είναι μεταξύ αυτών που έχουν πρωταγωνιστήσει στις παραστάσεις του.

Ένα μόρτικο μεθυστικό λουλούδι

«Λίλιομ» στα ουγγρικά αλλά και στα ελληνικά είναι ένα είδος κρίνου που συναντάται σε πολλά έντονα χρώματα ενώ μια ποικιλία του διαθέτει μεθυστικό άρωμα. Στα ουγγρικά ωστόσο, σημαίνει και τον «μόρτη», άτομο που κινείται στο κοινωνικό περιθώριο. «Λίλιομ» είναι το όνομα του κεντρικού προσώπου του έργου, ένα κράμα γοητευτικού αλητάκου, μικρο-απατεώνα που εργάζεται σε ένα «Καρουζέλ» όπου «ρίχνει» όλες τις λαϊκές κοπέλες (και κυρίες) της γειτονιάς καθώς έχει αναχθεί σε πολυπόθητο ερωτικό σύμβολο.

Μια από αυτές, η Τζούλι, αν και ερωτευμένη μαζί του, είναι σκληρό καρύδι, δεν θα του χαριστεί εύκολα. Τον γοητεύει, την παντρεύεται αλλά αποδεικνύεται, ως οικογενειάρχης, το ίδιο ανεύθυνος όπως πριν. Εκ του φυσικού του…Με απατεωνιές θα προσπαθήσει να κερδίσει χρήματα εν όψει του παιδιού τους που έρχεται αλλά μια «καλή δουλειά» που θα του προτείνει πιεστικά ο φίλος του Φικσούρ θα έχει άσχημο τέλος: ο «Λίλιομ» σε συμπλοκή θα σκοτωθεί, θα πάει στους ουρανούς αλλά εκεί θα του δοθεί, πριν οδηγηθεί στον Παράδεισο, μια δεύτερη ευκαιρία να διορθώσει τα σφάλματά του κατεβαίνοντας πάλι στη γη. Μόνο που ο χρόνος μετράει αλλιώς: εκεί θα συναντήσει μια ήδη μεγάλη κόρη, θα διαπληκτιστεί με τη Τζούλι, θα χαστουκίσει σχεδόν άθελά του την κόρη…

Αν εξαιρέσουμε τη «μεταφυσική» της απόλυτα κωμικής, ωστόσο, σκηνής που διαδραματίζεται στους ουρανούς λίγο πριν το τέλος, το έργο συνιστά πρόσφορο έδαφος για ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’50 με ήρωες τον λαϊκό όμορφο απατεωνίσκο (στυλ Άλκη Γιαννακά) που διατηρεί δεσμό με την ώριμη ιδιοκτήτρια του καρουζέλ αλλά ερωτεύεται το δύσκολο λαϊκό κορίτσι που συμπεριφέρεται σαν αντράκι (μια Άννα Φόνσου της εποχής), το παντρεύεται, το αγαπά, χάνει τη δουλειά του, δεν βρίσκει άλλη που να τον αντιπροσωπεύει, κάνει το μεγάλο κόλπο και σκοτώνεται αφήνοντας στην τύχη της την έγκυο γυναίκα του. Άριστο υλικό πρόσφορο για μελόδραμα.

Τι μπορεί να δώσει σήμερα ένα τέτοιο, μάλλον αδιάφορο για τον σύγχρονο προβληματισμό, έργο στη σκηνή;

Ευφάνταστη σκηνοθεσία

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, ο οποίος ανέλαβε και την απόδοση του κειμένου στα ελληνικά, απέφυγε κάθε ηθογραφική ανάγνωση του έργου δημιουργώντας εξ αρχής μια συνθήκη βαριετέ, ευθυμίας και γλεντιού στα οποία πρωτοστατεί ο Λίλιομ. Στις διαταγές του όλο το καρουζέλ -μικρογραφία της γειτονιάς και των κατοίκων της- καθώς στην εναρκτήρια σκηνή προστάζει τα αλογάκια του-μετωνυμίες τού μη αναπαραστάσιμου σκηνικά καρουζέλ: οι ηθοποιοί, με μάσκες αλόγων στο κεφάλι, ακολουθούν υπάκουα τις εντολές του, εισέρχονται ή εξέρχονται στη σκηνή, κάνουν επίδειξη ικανοτήτων ως συμμετέχοντες σε διαφημιστική καμπάνια του «κράχτη» πελατών Λίλιομ υπό τους ήχους της μουσικής του Κορνήλιου Σελαμσή.

Φιλαρέτη Κομνηνού - Γιώργος Χρυσοστόμου

Φιλαρέτη Κομνηνού – Γιώργος Χρυσοστόμου

Το όλον αντικατοπτρίζει την ελκυστική ανεμελιά του κυρίαρχου αρσενικού που η παρουσία του και μόνο κάνει να σκιρτούν οι κοριτσίστικες καρδιές. Το κωμικό στοιχείο θα επικρατήσει σε όλο το έργο, ακόμη και στις στιγμές που θα μπορούσαν να δώσουν σκηνοθετικές αφορμές για μελόδραμα.

Σε αυτό συντελούν οι απόλυτα ισορροπημένες ερμηνείες των ηθοποιών. Ο Γιώργος Χρυσοστόμου, στον ομώνυμο ρόλο, κυριαρχεί επί σκηνής δίνοντας όλες τις πτυχές του ήρωά του, αποδεικνύοντας ακόμη μια φορά (και ίσως περισσότερο από κάθε φορά) το εκρηκτικό ταλέντο του. Μακριά από γνωστά πρότυπα που προανέφερα, δίνει σάρκα στον αμετανόητο μπαγαποντίσκο του που διατηρεί την εφηβική του αφέλεια αλλά και τον ανεπιτήδευτό έρωτα για τη Τζούλι, έρωτα που όμως αδυνατεί να διαχειριστεί. Ο Χρυσοστόμου διαγράφει επί σκηνής αυτό το κράμα παιδιάστικης σκανταλιάς, εφηβικού ναρκισσισμού, ανώριμου ενήλικα με όπλο του την πληθωρική κινησιολογική εξωστρέφεια που υπόγεια σαρκάζει το είδωλο του ήρωά του και τη λεκτική δοτικότητα που αποκαλύπτει την εσωτερική του απλότητα.

Ωστόσο, αποκάλυψη για μένα ήταν η πάντα διακριτική Άννα Καλαϊτζίδου όπου εδώ, ως Τζούλι, της δίνεται για πρώτη ίσως φορά η ευκαιρία να αναλάβει το κεντρικό γυναικείο ρόλο και να αφήσει να φανεί το πόσο έχει ωριμάσει υποκριτικά όλα αυτά τα χρόνια. Εξαιρετικοί ρυθμοί, απόλυτο ερμηνευτικό μέτρο, ισορροπημένο πέρασμα από το κωμικό στο σοβαρό. Έδωσε μια σημαντική ερμηνεία.

Δίπλα τους, η Φιλαρέτη Κομνηνού ως Μαντάμ Μουσκάτ, ιδιοκτήτρια του καρουζέλ και ερωμένη του Λίλιομ, κινήθηκε διακριτικά αν και με λιγότερη λάμψη από όση θα μπορούσε -και θα περίμενε κανείς- να δώσει στο πρόσωπο. Πληθωρικός ο Σωκράτης Πατσίκας ως Φικσούρ, εύστοχη και με σωστούς ρυθμούς που έδιναν υπόσταση στο πρόσωπο ως Μαρί, φίλης της Τζούλι, η Έμιλυ Κολιανδρή. Η Κίττυ Παϊταζόγλου, κυρίως ως Θεία, ήταν πειστική αν και στα όρια της γραφικότητας. Τον θίασο ολοκλήρωναν οι Γιάννης Κλίνης, Λευτέρης Βασιλάκης, Ηλίας Μουλάς κινούμενοι στις κωμικές απαιτήσεις των ρόλων τους χωρίς παραφωνία.

Εύστοχα τα κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου, αποφασιστικής σημασίας για την εναλλαγή των διαφορετικών χώρων οι φωτισμοί της Σοφίας Αλεξιάδου, προσεγμένη διδασκαλία κίνησης από τη Χαρά Κότσαλη.

Αριστοτεχνική η εισαγωγή του τραγουδιού «Gloomy Sunday», του γνωστού ως ουγγρικό τραγούδι της αυτοκτονίας αφού θεωρείται ότι έγινε η αιτία άπειρων αυτοκτονιών μεταξύ των οποίων και του συνθέτη του Ρέζο Σέρες που το 1941 έκανε πασίγνωστο στη αγγλική εκδοχή του η Μπίλυ Χόλιντεϋ.

Μια ευχάριστη παράσταση σκηνοθετημένη με κέφι και παιγνιώδη διάθεση και εξαίρετες ερμηνείες πρωταγωνιστών που προσφέρουν ευδαιμονία. Όμως, στο βάθος, αναρωτιέται κανείς: γιατί τόσος κόπος και ταλέντο και έμπνευση για το συγκεκριμένο έργο;

Πριν ολοκληρώσω οφείλω να αναφερθώ στο συνολικό (καθότι περιλαμβάνει όλες τις παραστάσεις της σαιζόν) έντυπο πρόγραμμα του θεάτρου, κατατοπιστικό και ταυτόχρονα αισθητικά άψογο. Επειδή η σημερινή δυσπραγία έχει καταστήσει όχι απλώς δυσεύρετα τα καλά προγράμματα αλλά συνήθως ανύπαρκτα , οφείλονται συγχαρητήρια σε όσους εργάστηκαν για την υλοποίηση του παρόντος: την πολυπληθή συντακτική ομάδα, τους επιμελητές της έκδοσης, τον καλλιτεχνικό επιμελητή. Πρόκειται για πρόγραμμα έξυπνα δομημένο, με ικανό αριθμό πληροφοριών δοσμένων σε ύφος ευχάριστο, εύκολα αναγνώσιμο, εύστοχο. Και μια ευχή: αυτή η Πόρτα πρέπει να μείνει ανοιχτή.

*Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email