Ο Αριστοφάνης ως επιθεωρησιακό νούμερο [ξανά]

Αριστοφάνης, «Όρνιθες»/ Φεστιβάλ Επιδαύρου/ Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Όταν ο Κάρολος Κουν σκηνοθέτησε «Όρνιθες» στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού το μακρινό πλέον 1959 δημιούργησε πολλαπλές αναταράξεις στα έως τότε κατεστημένα σκηνικής διευθέτησης της αριστοφανικής κωμωδίας. Τα προκλητικά κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη σε συνδυασμό με τις χορογραφίες της Ραλλούς Μάνου, η μελωδική και ταυτόχρονα ξεσηκωτική, μουσική του Μάνου Χατζιδάκι αλλά, κυρίως, οι αιχμές στην τότε κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική πραγματικότητα προκάλεσαν ρωγμές στο καλλιτεχνικό κατεστημένο και θορύβησαν τους αντιδραστικούς κύκλους που οδήγησαν τελικά στη λογοκρισία της παράστασης. Έκτοτε, «Όρνιθες» ανεβάστηκαν ποικιλοτρόπως, λιγότερο ή περισσότερο ευτυχείς, με γνώμονα όμως πλέον την επιθεωρησιακού τύπου προσέγγιση ολόκληρης της κωμωδιογραφίας του Αριστοφάνη. Έναν Αριστοφάνη τον οποίο, μόλις τα τελευταία χρόνια, επανεπισκέπτηκε και έδωσε στο κοινό με άλλη, δημιουργική οπτική ο Γιάννης Κακλέας και, φέτος το καλοκαίρι, με διαφορετική προσέγγιση, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός με τη «Λυσιστράτη» του.

foto-%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b8%ce%b5%cf%82-1-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%b3%ce%b7-%cf%86-%ce%ba%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1

Η ρομαντική εμμονική βάσανος

Ο Νίκος Καραθάνος, με μεγαλύτερη ως σήμερα σκηνοθετική του επιτυχία να εξακολουθεί να είναι η παλαιότερη εκείνη παράσταση-διασκευή του έργου «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται» – φέρει εμμονικά πλέον στις παραστάσεις του δύο στοιχεία: τον ρομαντισμό και μια ιδιάζουσα αντίληψη μεταμοντερνικότητας με το αναίτιο σκηνικά κιτς -το τελευταίο οφείλεται εν πολλοίς στον συγχρωτισμό του με τη Λένα Κιτσοπούλου η οποία, στις δικές της σκηνοθεσίες το έχει αναγάγει σε δομικό όσο και λειτουργικό στοιχείο των προσεγγίσεών της που, όμως, ακολουθεί με συνέπεια. Ο Καραθάνος φλερτάρει μαζί του αλλά η ταυτόχρονη ανάγκη του για ρομαντισμό το αφήνει δίχως αντίκρισμα, να πλανάται έωλο στις παραστάσεις του.

Ο ρομαντισμός του, άλλωστε, έγινε ορατός στον τρόπο που προσέγγισε την «Γκόλφω» του Περεσιάδη ανάγοντας τη βουκολική της ιστορία σε αποθέωση της λησμονημένης αγνής αγροτικής ζωής (αυτήν που επικαλέστηκαν όλα τα εθνικιστικά κινήματα του 19ου αιώνα) -ειδικά με την εμφάνιση του γεροντικού πλέον επιβιώσαντος ζεύγους που συμβολίζει την αιώνια, αμόλυντη αγάπη ενώ τα όποια κωμικά (βλέπε παρωδιακά) στοιχεία υπεισήλθαν στη ροή, ακυρώθηκαν από την έντονη συγκινησιακή φόρτιση που προκλήθηκε – ιδιαίτερα από το εμβόλιμο κείμενο της Κιτσοπούλου. Μια ανάλογη ρομαντική διάσταση θέλησε να δώσει σε ένα αιρετικό κείμενο όπως εκείνο του «Δεκαημέρου» του Βοκκάκιου.

Ο Αριστοφάνης και οι «Όρνιθες» δεν ξεφεύγουν από αυτή τη ροπή. Αντίθετα, την ενισχύουν ανησυχητικά.

Η αποπολιτικοποίηση ως αισθητική πενία

Αν κάτι καυτηριάζει ο Αριστοφάνης με τους «Όρνιθες» του 414, εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου, είναι αφενός η ουτοπία αναζήτησης μιας άλλης από τη δική μας κοινωνίας, κοινωνία για την οποία είμαστε υπεύθυνοι και θα έπρεπε να βρίσκουμε τρόπους σωστά να διαχειριστούμε αντί να αναζητούμε ουτοπίες ˙ αφετέρου, είναι ο σφετερισμός κάθε νέου που γεννάται από τις πολιτικές, θρησκευτικές και άλλες κυρίαρχες ομάδες ή τυποποιημένες μορφές παρα-εξουσίας, το ψεύτισμα και η αφομοίωσή του. Τέλος, καυτηριάζει το γεγονός ότι ο όποιος Πισθέταιρος εμπνευστεί μιαν άλλη συλλογική κοινωνία, θα καταλήξει να άρχει: ο γάμος του με τη Βασιλεία, με τα υμνολόγια Άγγελου και Χορού, το αποδεικνύει.

foto-%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b8%ce%b5%cf%82-3-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%b3%ce%b7-%cf%86-%ce%ba%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1

Ο Καραθάνος επιλέγει να αποσιωπήσει όλες αυτές τις συνιστώσες που ενέχουν πολιτικά μηνύματα. Δεν εμφανίζει επί σκηνής κανένα από τα πρόσωπα που λυμαίνονται την αθηναϊκή Δημοκρατία και θέλουν να προλάβουν να διεκδικήσουν θέση στη νέα Πολιτεία, τη Νεφελοκοκκυγία. Έτσι, ούτε Ιερεύς, ούτε Ποιητής, ούτε Χρησμολόγος, ούτε ο Μέτων, ούτε Επόπτης, ούτε Ψηφισματοπώλης έχουν θέση στην παράσταση του Καραθάνου καθώς, όλοι αυτοί, συνηθίζεται να αναπαρίστανται με σύγχρονα ανάλογά τους και επομένως να απαιτούν από τον σκηνοθέτη και τον μεταφραστή-διασκευαστή του (Γιάννης Αστερής) να πάρουν συγκεκριμένη θέση για να τους διαχειριστούν σκηνικά. Δηλαδή, τα πρόσωπα που κάποτε, με τον χειρισμό τους εκ μέρους του, στοίχισαν στον Κουν την απαγόρευση της παράστασής του, ο Καραθάνος τα λογοκρίνει εξ αρχής διασφαλίζοντας έτσι με την ανώδυνη, διόλου απειλητική προς όλα τα κέντρα εξουσίας σκηνοθεσία του, τη γενική αποδοχή.

Το δικό του πολιτικό μήνυμα είναι η ύπαρξη, πράγματι, μιας ουτοπικής κοινωνίας στην οποία μπορούμε, με τραγούδια και χορούς, να καταφύγουμε, χωρίς ανάγκη οιουδήποτε προσωπικού ή κοινωνικού αγώνα για βελτίωση, χωρίς αξιοκρατία. Αρκεί να πετάξουμε πάνω από τα σύννεφα, στην Πολιτεία των πουλιών όπου θα έλθει οικειοθελώς η Βασιλεία να μας συναντήσει. Αν και ο Καραθάνος αποφεύγει και αυτή την αριστοφανική λύση: ο γάμος δεν δηλώνεται πουθενά και έτσι το όραμα μιας συλλογικά κυβερνώμενης πολιτείας μένει υποσχόμενο να αιωρείται. Σε αυτή την καραθανική πολιτεία θα συναντήσουμε τη μικρογραφία μιας ατόλης, ενός παραδεισένιου νησιού του Ειρηνικού όλο δέντρα, όπως φαντάστηκε και υλοποίησε σκηνικά τη Νεφελοκοκκυγία η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου και φώτισε πειστικά ο Σίμος Σαρκετζής.

foto-%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b8%ce%b5%cf%82-2-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%b3%ce%b7-%cf%86-%ce%ba%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1

Στην όλη αίσθηση ψευδο-ευδαιμονίας συμβάλλει και το συνεχές μουσικό χαλί του Άγγελου Τριανταφύλλου, άλλοτε φλερτάροντας με κλασικά ακούσματα και άλλοτε με νεοελληνικές φολκλορικές ανατάσεις ενώ τα εμβόλιμα τραγουδάκια μοιάζουν να εξυπηρετούν κυρίως το ρεπερτόριο της ανύπαρκτης σκηνικά Νατάσσας Μποφίλιου.

Ανεπίδοτη διακειμενικότητα

Είναι ενδιαφέρον το σκηνοθετικό εύρημα εκείνο που ενσωματώνει σκηνικό στοιχείο άλλης παράστασης (ή και στοιχείο άλλης τέχνης) στο δικό του σώμα, ανασημασιοδοτώντας το. Πρόκειται για ένα είδος διακειμενικότητας ή, στην περίπτωσή μας, διαπαραστασιακότητας σύμφωνα με την οποία το σημαίνον ενός πράγματος (η μορφή του), ενσωματωμένο σε νέο περιβάλλον, ανασημασιοδοτείται ώστε να εξυπηρετήσει νέους στόχους χωρίς να παύει να διατηρεί διάλογο με την αρχική πηγή του. Διάλογο δημιουργικό, ανατρεπτικό, παρωδιακό.

Ο Καραθάνος εμφανίζει, χωρίς όμως να ανασημασιοδοτεί (ή καλύτερα, χωρίς καθόλου να αιτιολογεί) τον Άγγελο Παπαδημητρίου ως μαμά-Μήτση από τους τηλεοπτικούς «Δέκα μικρούς Μήτσους» του Λαζόπουλου, μη δίνοντάς του στην πραγματικότητα κανέναν απολύτως ρόλο. Είναι ζήτημα αν λέει μία, όλη κι όλη, ατάκα στην παράσταση. Ως Μαμά-Μήτση, όμως, παραμένει αναγνωρίσιμο από το κοινό σημείο, καθώς στη Νεφελοκοκκυγία του Καραθάνου όλοι χωράνε αρκεί να θωπεύουν τον ορίζοντα προσδοκιών για γέλιο(τητα) του κοινού.

foto-%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b8%ce%b5%cf%82-4-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%b3%ce%b7-%cf%86-%ce%ba%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1

Εμφανίζει, τον καλό ηθοποιό Χρήστο Λούλη, στον ρόλο του Έποπα, ντυμένο στα μαύρα, σαν γριά καμπούρα με τσεμπέρι , θέλοντας έτσι να δείξει την μη ολική μετάβαση του Έποπα/Τηρέα σε κατάσταση πουλιού. Η όλη ενδυματολογία παραπέμπει ευθέως σε μεταμφιέσεις του Στάθη Ψάλτη ή και του Σωτήρη Μουστάκα σε βιντεοταινίες της παρακμής που ουδείς θέλει να θυμάται. Όμως, τα κιτς διακείμενα που επιλέγει ο Καραθάνος ορίζουν και την αισθητική της παράστασής του: αναφορές σε τηλεοπτικά προϊόντα που μεταφέρονται αυτούσια και δίχως λογική ένταξη στο νέο παραστασιακό κείμενο. Μόνος τους στόχος η πρόκληση γέλιου του κοινού λόγω των συνειρμών. Έτσι, ο Λούλης, ματαίως, κάτω από την παράδοξη αμφίεση, προσπαθεί να δώσει ερμηνεία, να σχηματοποιήσει το πρόσωπο της κωμωδίας: η παρενδυσία του σε μεταμφιεσμένο Ψάλτη υπερισχύει κάθε του φιλότιμης προσπάθειας ενώ, αργότερα, όταν θα απαλλαγεί από τη μαύρη φούστα-μπλούζα και τσεμπέρι, θα μείνει με το λευκό σλιπάκι, τα πρόσθετα στήθη και καμπούρα: προς τι άραγε η γελοιοποίηση του ηθοποιού ή του προσώπου/Έποπα;

foto-%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b8%ce%b5%cf%82-9-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%b3%ce%b7-%cf%86-%ce%ba%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1Ο ίδιος ο Καραθάνος, ως Πισθέταιρος, υιοθετεί εκφραστική και κινησιολογία του Βασίλη Αυλωνίτη, αποτίοντας φόρο τιμής και σε παλιούς κωμικούς. Μαύρα μαλλιά τραβηγμένα πίσω, μαύρο μουστάκι, απλωμένα χέρια, χαρακτηριστικές εκφράσεις του παλιού ηθοποιού με το στόμα ανοιχτό σε μόνιμη απορία και τα χείλια προς τα κάτω. Όμως, πέρα από τη μεταφορά του σημαίνοντος του προσώπου Αυλωνίτη, ποιο το νέο σημαινόμενο που θέλει εδώ να προσδώσει ο Καραθάνος; Σε τι εξυπηρετεί ή πώς εκμεταλλεύεται αυτή την διακειμενική αναφορά, εντάσσοντάς την στη δική του παράσταση; Ερωτήματα αναπάντητα.

Κατά τα άλλα, η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου έντυσε τα πουλιά με φλοράλ φορεματάκια που συχνά και αναιτιολόγητα γλιστρούσαν από το σώμα, αφήνοντάς το γυμνό, και χαβανέζικα πουκαμισάκια, ενισχύοντας την υπόθεση ότι η Νεφελοκοκκυγία δεν είναι άπιαστη, αρκεί να υπάρχει το χρήμα για να πάει κανείς ως τα νησιά του Ειρηνικού.

 

Οι ηθοποιοί ακολούθησαν τις σκηνοθετικές οδηγίες, τραγούδησαν λίγο, χόρεψαν ή καλύτερα κινήθηκαν πολύ υπό την μπαγκέτα της Αμάλια Μπένετ, δημιουργώντας συχνά κομφούζιο, νεανικό πάρτυ, χαβαλέ με τουρτοπόλεμο, με στόχο να παρασύρουν το κοινό σε μια ανέμελη γιορτή. Πίστευαν αυτό που έκαναν ή η χαρά τους πήγαζε από τη συμμετοχή τους σε μια μεγάλη, πολυδιαφημισμένη παραγωγή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών που εισήγαγε νέα ήθη προώθησης επιδαύρειας παράστασης, ήθη που δεν έμειναν ασχολίαστα από τον Τύπο όσο και τους καλλιτεχνικούς χώρους.

Κάποιοι μετά βίας αναγνωρίζονταν ότι ήσαν παρόντες στη σκηνή. Κάποιοι φιλότιμα διακρίθηκαν για την έντασή τους, όπως η Μαρία Διακοπαναγιώτου ή η Γαλήνη Χατζηπασχάλη ή ο Μιχάλης Σαράντης με την αξιοθαύμαστη σωματικότητα της ερμηνείας του (που, ωστόσο, δεν οριοθετήθηκε πάντα σωστά).

foto-%cf%8c%cf%81%ce%bd%ce%b9%ce%b8%ce%b5%cf%82-8-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b8%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%ad%ce%b3%ce%b7-%cf%86-%ce%ba%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1

Ξεχώρισε με την ποιότητα της υποκριτικής του, την ευθύβολη, δίχως πλεονασμούς αλλά περίτεχνη κίνηση και την αλλαγμένη φωνητική εκφορά του λόγου του ο Άρης Σερβετάλης ως Ευελπίδης, αυθεντική κωμική περσόνα αριστοφανικής κωμωδίας καθώς διατηρεί την ποιότητά του μέσα στο γενικό κομφούζιο. Όαση αισθητική, έως ότου την κατάπιε, από μια στιγμή κι έπειτα, το μπουλούκι της παρακμιακής εποχής της επιθεώρησης. Διότι αυτές οι «Όρνιθες» επέστρεψαν σκηνικά τον Αριστοφάνη στην κακή επιθεωρησιακή του εποχή.

Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι της Κικής Παπαδοπούλου.

* Καθηγητής Σημειωτικής της Παράστασης και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , ,

Διαφήμιση

Ekdoseis Topos

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email