One more cup of coffee…

ΜΙΛΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ ΜΙΛΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ • 25 Ιουνίου 2014

Ο Μίλτος Πασχαλίδης γράφει για τον ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟ

 Τον Ιούνιο του 1989 ερωτεύτηκα τη Francoise, μια Γαλλίδα που γνώρισα στο καράβι για Σαντορίνη.

Ταξίδευε με μια φίλη της, θα έμενε στο νησί μια βδομάδα, μια βδομάδα ήταν λίγο, αλλά περισσότερο από καθόλου.

Παρ όλο που ήμουν τρελαμένος μαζί της- και εγώ και οι ορμόνες μου- την εγκατέλειψα την τέταρτη μέρα κατά τας Γραφάς, χωρίς την παραμικρή τύψη.

Ερχόταν ο Bob Dylan στην Αθήνα. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Δεν υπήρχε περίπτωση ούτε μία στο εκατομμύριο να τον χάσω.

Τζάμπα να πάνε οι εργατοώρες πάνω στο «εργαλείο» για να βγάλουμε (τελικά) λάθος τα ακόρντα;

Η Francoise έπρεπε να περιμένει. (Για την ιστορία, κόντρα στη ροή του αγώνα που λένε και οι αθλητικοί, με περίμενε και βρεθήκαμε και το Σεπτέμβριο στο Παρίσι και μετά- νομοτελειακά- χωρίσαμε…)

Ο «θεός» θα έπαιζε στη Λεωφόρο, στην Αγία Λεωφόρο της παιδικής μου γειτονιάς, εκεί που είδα και τους Jethro Tull  και τον Βασίλη με τους Νορμάλ και τον «Μπουμπλή» πριν γίνει σκέτο Χουάν Ραμόν Ρότσα και το Δομάζο παίκτη της ΑΕΚ κόντρα στον Παναθηναϊκό και τον Δεληκάρη στην τελευταία του εμφάνιση με τη Εθνική κόντρα στην Ιταλία.

Η αδημονία μου δεν περιγράφεται.

Ήταν η πρώτη μεγάλη συναυλία όπου θα έβλεπα από κοντά σταρ παγκόσμιου βεληνεκούς- και όχι κάποιον τυχαίο, τον ίδιο τον Dylan, τον άνθρωπο που έδωσε στον όρο «τραγουδοποιός» τη σύγχρονη σημασία του –  και την ονειρευόμουν απ το Μάρτη που είχε ανακοινωθεί.

Επιπλέον δέλεαρ: τη βραδιά θα άνοιγε ο Βαγγέλης Γερμανός, ο τύπος που- ερήμην του- πριν λίγα χρόνια με είχε πάρει απ το χέρι με τα «Μπαράκια» και μου είχε δείξει πως μετατρέπεται η κιθάρα σε όχημα για τον Παράδεισο. Και ότι αυτό που αγαπώ, γίνεται και στα ελληνικά.

Πήγα μόνος.

Δεν ξέρω γιατί. Δεν έψαξα καν για παρέα. Για κάποιο λόγο που ακόμα παραμένει αδιευκρίνιστος εντός μου, τον Dylan ήθελα να τον δω μόνος.

Έξω από τη Λεωφόρο τίποτα δε θύμιζε συναυλία.

Τσίκνα από λουκάνικα, αναψυκτικά, φελιζόλ για τις κερκίδες, πράσινα κασκόλ, κάτι μυστήριοι τύποι που πούλαγαν εισιτήρια στη «μαύρη», σαν Κυριακή απόγευμα πριν από ντέρμπυ.

Πήρα πατατάκια και μια μπύρα, περισσότερο από υποχρέωση παρά από επιθυμία.

Ήταν ακόμα μέρα όταν βγήκε ο Γερμανός. Μόλις είχε βγάλει το δίσκο «Μπανάνες» και έπαιξε αρκετά από τα καινούργια κομμάτια, με μάλλον ηλεκτρικό ήχο και ποπ διάθεση- εμένα μου άρεσαν, τα είχα ήδη βγάλει στην κιθάρα, αλλά αντιλαμβανόμουν ότι ο κόσμος προτιμούσε ν ακούσει τα παλιά. Ύστερα έπαιξε και μερικά παλιά.

Ήταν και κάποιοι δίπλα μου, κλασσικοί μαλάκες, ξερόλες και είρωνες, που δεν τους ταίριαζε ο «Κηπουρός» ή η «Κρουαζιέρα» πριν από τον Dylan και γκρίνιαζαν απ το πρώτο τραγούδι- απομακρύνθηκα πριν τσακωθώ και μου χαλάσει το κέφι.

Πάνω που έδυε ο ήλιος, βγήκε ο θεός.

Ήμουν μακριά και τον έβλεπα μόνο σαν λεπτοκαμωμένη φιγούρα ανάμεσα στην ολιγομελή ροκ μπάντα, σκούρο πουκάμισο και τζιν και πλατύγυρο καπέλο, αλλά το ρίγος αυτό δεν το ξανάνιωσα από τότε. Κι από τότε έχω δει πολλά…

Θα ήθελα να σας δώσω την play list, αλλά προτιμώ να είμαι ειλικρινής: δεν τη θυμάμαι.

Έπαιξε σίγουρα το «Like a rolling stone» και το «Times are achanging» και λίγο πριν το τέλος το «Blowing in the wind», έπαιξε κι άλλα που δεν τα ήξερα τότε- και μια τόσο δύστροπη και στριφνή διασκευή του «All along the watchtower» που αν δεν έβλεπα τον διπλανό μου να το τραγουδάει δεν θα το καταλάβαινα.

Αλλά ποιος νοιάζεται να καταλάβει εκείνη την ώρα;

Ήταν απλά τέλεια.

Ο Dylan έπαιζε ακουστική και φυσαρμόνικα και τραγουδούσε με την στριγκή του φωνή για πάρτη μου, μόνο για πάρτη μου, αλλά και γω για πάρτη του είχα παρατήσει στη Σαντορίνη ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά- στα κρύα του λουτρού.

Ήμαστε σχεδόν πάτσι, ε;

Σε λίγες μέρες θα έκλεινα τα 20 και βίωνα την απόλυτη χαρά.

Μια άγρια, πρωτόγονη χαρά που δεν περιγράφεται. Και δεν επαναλαμβάνεται.

Λίγο πριν το φινάλε, εκεί που λες καλύτερα δεν γίνεται, ανεβαίνει ένας τύπος στη σκηνή, βουτάει μια ηλεκτρική κιθάρα, ρίχνει ένα σόλο, ούτε φλύαρο, ούτε επιτηδευμένο, ένα καταπληκτικό αργό σόλο απόλυτης μουσικότητας- οι μπροστινοί να παραληρούν, εμείς δεν ξέρουμε γιατί, ο τύπος τζάμαρε με τον Dylan σα να ήταν κολλητοί από χρόνια, έπαιξαν παρέα δύο κομμάτια σαν encore, υποκλίθηκαν και έφυγαν αγκαλιασμένοι. Ωραίος, αλλά ποιος ήταν, διάολε;

Την άλλη μέρα μάθαμε.

Ήταν ο Van Morrison!

Αυτό δεν το ονειρεύτηκα, δεν ήταν παραίσθηση, εντάξει;

Το καλοκαίρι του 89, είδα τον Bob Dylan και τον Van Morrison μαζί στη σκηνή, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Δεν πήγα προχτές στη Μαλακάσα.

Όχι γιατί ο θεός έγινε 73 και πια δεν αντέχει ούτε να κρατήσει την κιθάρα. Μου είναι αδιάφορο κι αν θέλει να βγαίνει στη σκηνή και απλώς να απαγγέλει. Ο «θεός» παραμένει θεός.

Απλά, είναι που εγώ έγινα 45 και δεν έχω το κουράγιο να τον ακολουθώ στα χωράφια.

 

Μίλτος Πασχαλίδης 25 Ιούνη 2014

 

Υ.Γ.

(επί του πιεστηρίου- που λέγανε όταν ακόμα υπήρχαν πιεστήρια)

Τα χάπια μου, αλλά χαλάλι:

«γκόοοοοοοοοοοοοοοοολ!!!»

 

 

 

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email