Εικονικά ευρώ και μάταιες ελπίδες

Η ενίσχυση μεγάλων επιχειρήσεων ή  συγκεκριμένων  κλάδων, βαφτίζεται υποκριτικά  ως μέριμνα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) ανακοίνωσε πριν από λίγες μέρες  ότι χορήγησε  200 εκατ. ευρώ   σε δύο ελληνικές τράπεζες (ΕΘΝΙΚΗ,  ALPHA), για τη χρηματοδότηση   μικρομεσαίων επιχειρήσεων στους κλάδους  της βιομηχανίας, του τουρισμού και των υπηρεσιών, στο πλαίσιο της λειτουργίας του Ταμείου Εγγυοδοσίας.  Προηγήθηκε η χορήγηση ακόμη 300 εκατ. ευρώ, από την ΕΤΕπ σε ελληνικές τράπεζες. Σύνολο:  500 εκατ. ευρώ.

mikro3Με τα πρώτα 300 εκατ. ευρώ, έγινε «σπουδαία δουλειά». Η ΕΤΕπ σημειώνει στην επίμαχη ανακοίνωσή της στις 10 Ιουνίου 2014: «Μέσω των τριών πρώτων δανείων που υπέγραψε η ΕΤΕπ με ελληνικές τράπεζες στο πλαίσιο αυτής της χρηματοδοτικής διευκόλυνσης έχουν ήδη στηριχθεί περισσότερες από 250 ΜΜΕ ανά την Ελλάδα»… Να θυμίσουμε ότι στις 29 Απριλίου 2014, στην ειδική εκδήλωση για την συμμετοχή της ΕΤΕπ στο «Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο», ο πρόεδρός της  Werner Hoyer, ανέφερε: «Έχουμε διοχετεύσει 700 εκατομμύρια ευρώ κατά την διάρκεια της κρίσης και έχουμε υποστηρίξει περίπου 5.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε διάφορους κλάδους». 5.000 επιχειρήσεις σε όλη τη διάρκεια της κρίσης!!!

Η παραδοχή της ΕΤΕπ για τον πολύ περιορισμένο αριθμό ωφελούμενων επιχειρήσεων, αλλά και η ίδια η πραγματικότητα:

  • των εκατοντάδων χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων που τα βγάζουν πέρα πολύ δύσκολα, με συνεχή μείωση τζίρου- κερδών ή και ζημιές
  •  των  250.000  «λουκέτων» κατά τη διάρκεια της ύφεσης,
  • των χιλιάδων νέων  επιχειρηματικών εγχειρημάτων με μικρό μέγεθος και  μικρή διάρκεια ζωής,
  • των 350.000 και παραπάνω μικρών επιχειρηματιών και αυτοαπασχολούμενων που αδυνατούν να  πληρώσουν για την ασφάλισή τους,
  • του εξαναγκασμού ενός τμήματος εργαζομένων να αμείβεται με όρους ελεύθερων επαγγελματιών, διαστρεβλώνοντας τα στοιχεία για τον πραγματικό αριθμό των επιχειρήσεων,

ξαναφέρνουν   στην επιφάνεια βασικά ερωτήματα για τον σκοπό αυτών  των χρηματοδοτήσεων που υποτίθεται ότι διοχετεύονται προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η πικρή αλήθεια έχει ειπωθεί πολλές φορές, αλλά αγνοείται συνειδητά, πρώτα απ’ όλα από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, τους μικρούς επαγγελματοβιοτέχνες και έμπορους, πιθανόν επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ και συνακόλουθα οι σχετικές εξαγγελίες των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου της κρίσης, δεν  αφορούν  κατά κύριο λόγο στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στους αυτοαπασχολούμενους, οι οποίοι σπάνια θα ωφεληθούν  από ανάλογες πρωτοβουλίες.

Ένα «τεχνικό» πρόβλημα;

pasebe-04Αυτό σχετίζεται εν μέρει με  την κατηγοριοποίηση της ΕΕ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η οποία:  στις πολύ μικρές αναγνωρίζει τη δυνατότητα τζίρου έως και 2 εκατ. ευρώ και στις μικρές έως 10 εκατ. ευρώ! Η συντριπτική πλειοψηφία, περίπου το 96%, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της Ελλάδας (από ένα σύνολο περίπου 760.000), είναι κατά πολύ μικρότερες από τις «μικρές» της ΕΕ. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έρχονται  στην πρώτη γραμμή χρηματοδότησης επιχειρήσεις που για τα ελληνικά δεδομένα είναι μεσαίες ή ακόμη και μεγάλες. Αυτό όμως, είναι ένα «τεχνικό» πρόβλημα που θα μπορούσε να λυθεί υπό κάποιες προϋποθέσεις. Μάλιστα, η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) και η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ), συντηρώντας   ηθελημένα το παραμύθι της …«Small Business Act» Ευρωπαϊκής Ένωσης (μιας δράσης που υποτίθεται ότι αποσκοπεί στη στήριξη των μικρών επιχειρήσεων), έχουν κάνει πολλές και διάφορες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς αντιλαμβάνονται πλήρως την διαφορά ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις. Δεν πρόκειται όμως να γίνει τίποτα, επειδή το πραγματικό πρόβλημα είναι πολιτικό και οικονομικό. Είναι άμεσα συνδεδεμένο με το νέο οικονομικό μοντέλο που οικοδομείται στις στάχτες των δικαιωμάτων εργαζομένων και αυτοπασχολούμενων.

Στην Ελλάδα χρηματοδοτούνται ακόμη κάποιες επιχειρήσεις και εγχειρήματα. Αλλά δυστυχώς είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις που η χρηματοδότηση αυτή φτάνει στους πραγματικά πολύ μικρούς. Φαίνεται από τα νούμερα που αναφέρθηκαν. Το παραδέχονται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις  των μικρομεσαίων: «η συντριπτική πλειοψηφία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι αποκλεισμένη από τη χρηματοδότηση», ανέφερε στις 25 Απριλίου ο  πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ,  Γ. Καββαθάς. Ακόμη και ο πρόεδρος της ΕΤΕπ Werner Hoyer  το παραδέχτηκε, δηλώνοντας ότι …οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τον  προσέγγισαν  και του είπαν  «ακούσαμε για τα προγράμματα, για τα σχέδια, έρχεται με σημαντικά κονδύλια πολύ περισσότερα από οποιοδήποτε άλλο, αλλά για τη μικρή  μου επιχείρηση που χρειάζομαι χρήματα δεν έχω πρόσβαση σε αυτά τα Ταμεία».

Όλοι  «αγαπούν» τις μικρομεσαίες

Υποτίθεται ότι ο επικεφαλής της ΕΤΕπ έλαβε υπόψη του τα παραπάνω- εξάλλου γι’ αυτό και τα αποκάλυψε στους δημοσιογράφους- και οι αρμόδιες υπηρεσίες της τράπεζας εργάζονται πυρετωδώς για να δημιουργήσουν νέα προγράμματα. Όμως, ακόμη κι αν γίνει κάτι τέτοιο, το πρόβλημα δεν θα λυθεί. Κι αυτό, επειδή οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλούνται όχι μόνο να είναι «βιώσιμες» προκειμένου να χρηματοδοτηθούν (και ποιος μπορεί να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα;), αλλά ακόμη και αν το πετύχουν θα έχουν να ανταγωνιστούν μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με ευνοϊκότερη μεταχείριση, φορολογική, θεσμική, αλλά και με τη δυνατότητα – τουλάχιστον στον τομέα της μεταποίησης- εξαγωγών. Αντίστοιχα, μια μικρή επιχείρηση που στοχεύει στο εσωτερικό της χώρας έχει σαν εν δυνάμει πελάτες τους άνεργους, τους υποαπασχολούμενους, τους αμειβόμενους οικογενειάρχες  με 400- 800  ευρώ και τους συνταξιούχους με τις λειψές συντάξεις, οι οποίοι συντηρούν και πολλούς από τους παραπάνω. Με λίγα λόγια, οι μικρές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται πλέον  στην Ελλάδα σε ένα έντονα εχθρικό επιχειρηματικό περιβάλλον, χειρότερο από ποτέ. Γι’ αυτό άλλωστε, πολλές κλείνουν.

Έχει αξία να επισημανθεί ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι σημαντικές από άποψη απασχόλησης και του γενικότερου ρόλου τους στην οικονομία, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την ΕΕ. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο  των Ευρωπαϊκών ΜμΕ (European Observatory for SMEs), το 2008 στην ΕΕ των 19 μελών, το 91,8% ήταν  πολύ μικρές επιχειρήσεις (0-9 εργαζομένων), το 6,9% μικρές επιχειρήσεις (10-49 εργαζομένων) και το 1,1 % είναι μεσαίες επιχειρήσεις (50-249 εργαζομένων). Το 2008 οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις απασχολούσαν το 67,1% του συνόλου των εργαζομένων στην ΕΕ, παρουσιάζοντας μια αύξηση της τάξης του 17,1% από το 2003. Στις ΗΠΑ, την ίδια περίοδο,  το αντίστοιχο ποσοστό απασχόλησης ήταν 43,5% και στην Ιαπωνία 38,4%. Σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, που δημοσιεύτηκε το 2009, στην Ελλάδα την ίδια περίοδο οι μικρές επιχειρήσεις κάλυπταν το 99,6% του συνόλου. Ιδιαίτερα οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (1- 9 εργαζόμενοι) αντιστοιχούσαν στο 98% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων( το 2011 είχαν πέσει στο 96,5% σύμφωνα με την ICAP), ενώ απασχολούσαν  το 57% του συνόλου των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα (εκτός του χρηματοπιστωτικού κλάδου).

Τα στοιχεία δείχνουν πόσο σημαντικές είναι οι μικρές επιχειρήσεις, η ΕΕ έχει προβεί σε ειδικές δράσεις γι’ αυτές, ιδρύματα όπως αυτό της ΕΤΕπ, της τράπεζας που ίδρυσε η ΕΕ, αναγνωρίζουν την σημασία τους. Τι γίνεται λοιπόν και η συντριπτική πλειοψηφία  των αυτοαπασχολούμενων και μικρών επαγγελματιών, βιοτεχνών, εμπόρων:

  • υποφέρουν από υπερφορολόγηση;
  • δεν χρηματοδοτούνται εκτός κι αν… έχουν λεφτά;
  •  υφίστανται ένα γραφειοκρατικό πλαίσιο πολύ αυστηρότερο απ’ ότι των μεγάλων επιχειρήσεων;
  •  οποιαδήποτε ελάφρυνση, είναι παρεπόμενη από διατάξεις που ευνοούν απείρως περισσότερο τις μεγάλες και έχουν ως πρόσχημα τις μικρές;

Οι μικρομεσαίες είναι το… πρόβλημα

Αυτό που γίνεται είναι ότι η ΕΕ δεν έχει καμιά όρεξη να στηρίξει τον  κάθε μικρομαγαζάτορα και μικροβιοτέχνη, είτε στην Αθήνα, είτε στο Παρίσι, είτε στην Βαρσοβία. (Σημειωτέον, η κρίση χτύπησε πολύ τους μικρούς σε όλη την ΕΕ). Υποκρίνεται λοιπόν και κοροϊδεύει, σπαταλά τον χρόνο που απομένει στους μικρομεσαίους της οικονομίας και αφήνει την «φυσική επιλογή» να κάνει τη δουλειά της, με λίγη επιπρόσθετη  βοήθεια από νόμους και διατάξεις υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων. Η δημιουργία νέων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων απασχολεί το ευρωπαϊκό κεφάλαιο μόνο στο βαθμό που μέσα από αυτές μπορούν να προκύψουν νέες, φρέσκες ιδέες, στις οποίες θα διοχετευθεί μέρος από τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια, κάνοντας έτσι τις μικρές… μεγάλες!

Ειδικά στην Ελλάδα, στη χώρα που κάνει  κουμάντο η τρόικα και που μεσουρανούν  οι μελέτες του ΙΟΒΕ, του ΚΕΠΕ και της «Mac Kinsey», δεν έχει γίνει κανένα λάθος.

Στις 5 Ιουλίου 2010, σε ειδική εκδήλωση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) – με γενικό διευθυντή, τότε, τον Γ. Στουρνάρα– ο  Α. Τσακανίκας, διευθυντής Ερευνών επισήμανε ότι οι πολλές μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα οδηγούν σε «αδυναμία συγκρότησης κρίσιμης μάζας μεγάλων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων με διεθνή παρουσία» και σε «δυσκολίες στη διείσδυση της καινοτομίας στην παραγωγή». Η προτεινόμενη λύση ήταν η «δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρήσεων που μπορούν να αξιοποιήσουν οικονομίες κλίμακας». Από τότε, ο «προβληματισμός» για την ύπαρξη τόσο πολλών μικρών επιχειρήσεων φιλοξενήθηκε συχνά σε θέσεις και υπομνήματα του ΣΕΒ, ενώ υπήρξαν αναφορές και στην μικρή προστιθέμενη αξία των πολύ μικρών επιχειρήσεων στην οικονομία. Το μόνο που επιτρέπουν οι οικονομολόγοι  που η εργασία τους παραγγέλνεται   από τις μεγάλες επιχειρήσεις, είναι τα επιχειρηματικά «clusters», εξαρτώμενες μεταξύ τους μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις με κοινή γεωγραφική θέση. Με μια προϋπόθεση:  να εξυπηρετούν μια παραγωγική αναγκαιότητα των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, διατηρώντας μια σχέση «δορυφόρων» ως προς αυτές.

Στις 28 Ιουλίου 2010, λίγες μέρες αργότερα, οι επικεφαλείς του κλιμακίου της τρόικας συναντήθηκαν με τους υπουργούς  Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, και  Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας Λ. Κατσέλη. Σύμφωνα με πληροφορίες  κυρίαρχο θέμα ήταν οι «προβληματισμοί» της τρόικας  για το πώς μπορεί να ενισχυθεί η «ανταγωνιστικότητα της οικονομίας» μέσα σε περιβάλλον μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων.

Στη βάση αυτών των δεδομένων,  είναι σίγουρο ότι οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες δεν θα περάσουν εύκολα χρόνια, ακόμη κι αν έρθει η… ανάκαμψη. Ίσως είχαν μια ελπίδα να ξεπεράσουν σε σημαντικό βαθμό ζητήματα «μικρής προστιθέμενης αξίας»  στην οικονομία, με την χάραξη και υλοποίηση κλαδικής πολιτικής, με κεντρικό σχεδιασμό, τουλάχιστον ως υποβοήθηση. Με συνεργασίες για να δημιουργηθούν   οικονομίες κλίμακας, που θα μείωναν το κόστος ανά παραγόμενη μονάδα. Με την επίτευξη εκπτώσεων σε πρώτες ύλες που δεν έχει η Ελλάδα, λόγω μεγάλων παραγγελιών. Με τη δημιουργία ενός ισχυρού δικτύου πωλήσεων που θα εξυπηρετούσε την μεταποίηση και θα ανταγωνιζόταν αποτελεσματικά τις μεγάλες αλυσίδες. Και με πολλές ακόμη ιδέες και πρακτικές που κατέχουν οι ειδικοί. Σε αυτή τη βάση, η συμβολή στην απασχόληση, οι αμοιβές των εργαζομένων, η φοροδοτική ικανότητα και ανταπόκριση των αυτοαπασχολούμενων και των μικρών επιχειρήσεων, ο ρόλος τους στην οικονομία, όλα αυτά κι ακόμη περισσότερα θα διαμόρφωναν μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα, από τη σημερινή.

 

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email