ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: Ο βυζαντινός δρόμος, το «κουτί» και ο εκβιασμός

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ Πολιτισμός • 18 Δεκεμβρίου 2014

Υπάρχει τεράστια εμπειρία τόσο στον εκβιασμό όσο και στη χειραγώγηση. Τόση που εφαρμόζεται σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου, χωρίς διακρίσεις, χωρίς μέτρο.

Στην περίπτωση του Μετρό της Θεσσαλονίκης και του εξαιρετικής σημασίας βυζαντινού σταυροδρομιού που βρέθηκε στο σταθμό Βενιζέλου τα εκβιαστικά διλήμματα τέθηκαν ευθύς εξαρχής. «’Η Μετρό ή Αρχαία» είχε πει τον Ιανουάριου του 2013 η Αττικό Μετρό και το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), που δεν ήθελε να χαλάσει την καρδιά της εταιρείας αποφάσιζε να «σηκώσει» το δρόμο από εκεί που βρέθηκε και να τον στείλει σ’ ένα στρατόπεδο για να συνεχιστεί το έργο. Το ενδεχόμενο να απαγκιστρωθεί  το αρχαίο από τον σταθμό και να αναδειχθεί ελεύθερο λόγω της μεγάλης του σημασίας, δηλαδή να καταργηθεί ο συγκεκριμένος σταθμός μήτε που το συζητούσαν. Και μόνο στο άκουσμα αυτού του ενδεχόμενου ερχόταν αν όχι η καταστροφή του κόσμου, η καταστροφή της πόλης οπωσδήποτε.  Δεν χωρούσε καμία αμφισβήτηση στο γεγονός ότι κατ’αρχήν πρέπει να προστατευτεί το δημόσιο έργο. Όχι πως θα πάθαινε κάτι το έργο αν καταργούνταν ένα σταθμός, αλλά για το καλό της εταιρείας έτσι έπρεπε να λέγεται. Εκείνη την εποχή δε συζητιόταν ούτε καν το ενδεχόμενο ο σταθμός να συνυπάρξει με τα αρχαία.

Στο μεταξύ η ελληνική και η διεθνής επιστημονική κοινότητα, αλλά και η κοινωνία της Θεσσαλονίκης ξεσηκώθηκαν στο άκουσμα του…. «ξεσηκώματος» του μνημείου. Τι νόημα έχει ένας δρόμος που δεν θα τον βλέπουν οι άνθρωποι εκεί που βρέθηκε,  εκεί δηλαδή που υπήρξε κομμάτι της καθημερινής ζωής,  αλλά κάποια χιλιόμετρα μακριά;  

Και ω του θαύματος… εκτός από τα διλήμματα και τους εκβιασμούς υπάρχουν κι άλλες λύσεις.  Πριν ένα χρόνο, τον Ιανουάριο του 2014, το ΚΑΣ επανήλθε κατόπιν πιέσεων, αλλά και προσφυγών στο ΣτΕ από το Δήμο Θεσσαλονίκης.  Σε μία επεισοδιακή 11ωρη συνεδρίαση, όπου η προσπάθειες χειραγώγησης και εκβιασμού εκδηλώθηκαν από τα πρώτα λεπτά, κατατέθηκαν  6 προτάσεις από φορείς της πόλης (ΤΕΕ, ΑΠΘ, Δήμος, Αττικό Μετρό) που προέβλεπαν ότι ο μνημειακός δρόμος μπορούν να συνυπάρξουν, αλλά το αρχαίο θα αποσπασθεί και θα επανατοποθετηθεί μετά την ολοκλήρωση του σταθμού. Από τις 6 προτάσεις – ιδέες επιλέχθηκε ο συνδυασμός δύο προτάσεων.

Και ερχόμαστε στο σήμερα. Στις 16 Δεκεμβρίου 2014 το ΚΑΣ συνεδριάζει και εξετάζει τη μελέτη ανάδειξης του ευρήματος (δηλαδή το συνδυασμό των δύο προτάσεων), δηλαδή πώς θα το βλέπουν οι διερχόμενοι μετά την απόσπασή του, την ολοκλήρωση του σταθμού και την επανατοποθέτησή του.  Κι ενώ μοιάζει να είναι μια νίκη, και είναι, αν σκεφτεί κανείς ότι αρχικά ο βυζαντινός δρόμος εξοριζόταν από το σύγχρονο Μετρό, στην πραγματικότητα για άλλη μια φορά επιχειρείται να βρεθεί η όλη υπόθεση προ τετελεσμένων γεγονότων και να μη δοθεί περιθώρια να εξετασθεί η συνύπαρξη σταθμού και αρχαίων χωρίς το εύρημα να χρειαστεί να αποσπαστεί. Η διαδικασία της απόσπασης και επανατοποθέτησης και  κινδύνους ενέχει για την ακεραιότητα του μνημείου και διαταράσσει την αυθεντικότητά του, αφού η μετέπειτα έκθεσή του θα είναι πλέον μια κατασκεύη.

Τα πράγματα, λοιπόν, έχουν ως εξής:

  • Αντί να προηγηθούν οι μελέτες απόσπασης και επανατοποθέτησης του μνημείου, ώστε να γνωρίζουν οι επιστήμονες ακριβώς το αντικείμενο της μετέπειτα ανάδειξης και όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα τί απώλειες θα υπάρχουν στη διάρκεια αυτών των εργασιών, προηγείται η μελέτη ανάδειξης ώστε να υπάρχει τετελεσμένο. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι το αρχαίο θα επανατοποθετηθεί  κατά το 85%, δηλαδή με απώλειες της τάξης του 15%, αλλά η μόνη πραγματική εγγύηση παραμένουν οι μελέτες. Στο μεταξύ δεν έχει διευκρινιστεί πού θα μεταφερθεί το μνημείο μετά την απόσπασή του, ενώ το ενδεχόμενο κάτω από τον βυζαντινό δρόμο να βρεθούν άλλες αρχαιότητες (κάτι πολύ πιθανό) και να περιπλακεί περαιτέρω η κατάσταση δεν συζητείται. Διότι σε αυτή την περίπτωση είναι αμφίβολο εάν το εύρημα επιστρέψει στη θέση του.
  • Ο Δήμος της Θεσσαλονίκης συνεργάστηκε για την παραπάνω μελέτη και συμφωνεί στην εφαρμογή της , αλλά μόνο αν αποκλειστεί η δυνατότητα το μνημείο να αναδειχθεί χωρίς να μπει στη διαδικασία της απόσπασης από τη θέση του. Επομένως, δεν παραιτείται από την προσφυγή που έχει κάνει στο ΣτΕ κατά της τελευταίας απόφασης του ΚΑΣ και αναμένει την εμπειρογνωμοσύνη ενός βρετανικού μελετητικού γραφείου.
  • Η Αττικό Μετρό από την άλλη πλευρά επιχειρεί να κλείσει το θέμα χωρίς να υπάρξει άλλη «εμπλοκή», όπως για παράδειγμα μια εμπειρογνωμοσύνη που να λέει «μπορείτε και Μετρό και αρχαία χωρίς να καταπονηθούν τα δεύτερα». Θυμίζουμε, σε αυτή την εκδοχή η Αττικό Μετρό παρουσιάζει άλλο σενάριο καταστροφολογίας, όπου γκρεμίζονται πολυκατοικίες, οι κάτοικοι ξεσηκώνονται, το έργο κρατάει αλλά 13 χρόνια και οι συμφορές τελειωμό δεν έχουν. Μόνο που αυτή τη εκτίμηση είναι του ίδιου του ωφελούμενου, δηλαδή της Αττικό Μετρό, γεγονός ούτε νόμιμον ούτε ηθικόν…. Στην προσπάθεια της λοιπόν να κλείσει το θέμα επανέφερε κατά τη συζήτηση στο ΚΑΣ εκβιασμούς όπως «αν δεν υπάρχει σαφής γνώμη από το ΚΑΣ δεν μπορεί να σχεδιαστεί το υπόλοιπο έργο». Ένα έργο που έχει μπλοκάρει στις  οικονομικές απαιτήσεις των εργολάβων.  Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης γινόταν προσπάθεια από τη μια πλευρά να εμπλακούν στο γενικότερο πρόβλημα του Μετρό της πόλης και τα αρχαία. Από την άλλη πλευρά γινόταν συστηματική προσπάθεια ώστε όσοι διαφώνησαν με τη μεταφορά του μνημείου σε στρατόπεδο να χρεωθούν καθυστέρηση στα έργα προστασίας του ευρήματος. Δηλαδή, κανονική αντιστροφή της πραγματικότητας.
  • Οσο για το ίδιο το αρχαίο, η μελέτη ανάδειξης που παρουσιάστηκε πιθανόν ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να γίνει με τα υπάρχοντα δεδομένα. Αλλά ποιος στ’ αλήθεια πιστεύει πως όταν κλείνεις έναν δρόμο – και μάλιστα τέτοιων διαστάσεων και τέτοιας σημασίας για τη ζωή της πόλης επί σειρά αιώνων – σ’ ένα κουτί τον αναδεικνύεις κιόλας; Οι δρόμοι είναι ανοιχτοί στο περιβάλλον, παίρνουν μέρος στον πολεοδομικό σχεδιασμό μιας πόλης, αποτελούν μέρος της καθημερινής κίνησης των ανθρώπων, των εμπορικών συναλλαγών, των κοινωνικών σχέσεων. Μόνο ανοιχτούς μέσα στην πόλη μπορεί να τους διαβάσει και να τους κατανοήσει ο σύγχρονος κάτοικος.

Αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε εξ’ αρχής η πιθανότητα εύρεσης αρχαιοτήτων τέτοιας αξίας να θεωρείται λόγος ικανός να αλλάξει ο σχεδιασμός του έργου και όχι εμπόδιο και κίνδυνος για τη δημόσια τάξη….

Διαφήμιση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Άποστολή άρθρου μέσο Email