Λαϊκά παραμύθια  –  έμφυλες ή άυλες ταυτότητες – του Δημήτρη Τσατσούλη

«Ακόμη πιο βρώμικα παραμύθια», σκηνοθεσία: Θάλεια Γρίβα. Ομάδα «Άπειρον», Θέατρο 104.

Η Θάλεια Γρίβα και οι συνεργάτες της επανέρχονται με τη νέα τους παράσταση σε δραματοποιημένα νέα, παράξενα όσο και τολμηρά παραμύθια αλιευμένα από παραμυθιακές συλλογές-καταγραφές του ιδιαίτερου αυτού είδους λαϊκού πολιτισμού. Είδος που επιστημονικά έχει απασχολήσει λιγότερο τους λαογράφους και τους ανθρωπολόγους από άλλα συναφή παράγωγα του λαϊκού πολιτισμού μας όπως, για παράδειγμα, τα δημοτικά τραγούδια, τα θρηνητικά και ταφικά έθιμα, κ.ά.

Και αυτό διότι τα παραμύθια, πέρα από την αμφίσημη σχέση τους με τον μύθο ή τις μνήμες λησμονημένων τελετών,  δεν συνιστούν προϊόντα που αποτυπώνουν «ακραιφνώς και ακιβδήλως» -όπως θα έλεγε ο Νικόλαος Πολίτης– τον εθνικό χαρακτήρα του λαού μας καθώς σε αυτά παρεισδύουν ξένα στοιχεία ή, καλύτερα, δεν διαθέτουν αποκλειστικά ελληνικό χαρακτήρα και οικότυπο. Αντίθετα, διαπερνούν τα εδαφικά σύνορα και απλώνονται στον ευρύτερο μεσογειακό και βαλκανικό χώρο δημιουργώντας ενδιαφέρουσες μορφολογικές παραλλαγές οι οποίες είναι σχετικά δύσκολο να εντοπιστούν χωρίς γνώση των αρχικών πηγών τους.

Συνεπώς, η απουσία σαφούς ιθαγένειας ήταν αυτή που τα «απαξιώνει» για μια παραδοσιακή λαογραφική σκέψη που υπήρξε αμιγώς στραμμένη σε εθνικιστικούς στόχους μέσω της ανάδειξης της ελληνικής ιστορικής συνέχειας και μοναδικότητας με τα κατά Tylor και Πολίτη επιβιώματα.

Το ενδιαφέρον ωστόσο είναι ότι τα ελληνικά παραμύθια, στην πλειονότητά τους, παραμένουν καταγραφές προφορικών αφηγήσεων χωρίς να έχουν υποστεί έντεχνη -και ως ένα βαθμό λογοκριμένη – επεξεργασία, όπως συνέβη στη Δύση. Γι’ αυτό και παρουσιάζουν μοτίβα που υπερβαίνουν την ανεκτικότητα  σύγχρονων κοινωνικών αντιλήψεων  και που, σε άλλη περίπτωση, μόνον υπό μορφή τραγωδίας θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά: έτσι, μεταξύ άλλων παραδοξοτήτων που για πολλούς ανάγονται στο άλογο-παράλογο (ή, για άλλους, σε ένα προ-λογικό στάδιο των κοινωνιών)  κανιβαλισμός και αιμομιξία, μητροκτονίες και παιδοκτονίες συνιστούν, μεταξύ άλλων φρικαλεοτήτων, συνήθη μοτίβα ελληνικών παραμυθιών και της ποικιλίας των οικοτύπων τους (στην πλειονότητα κοινών, βέβαια, με τις όμορες χώρες και την ευρύτερη Μεσόγειο). Ίσως, οι θεωρητικοί των «καταπεπτωκότων  στοιχείων του πολιτισμού» (Ν. Πολίτης, H. Naumann) να απέδιδαν τις παραπάνω ανομικές καταστάσεις απλώς στην παραφθορά και διαστροφή που υπέστησαν τα συγκεκριμένα πολιτισμικά αγαθά από τη στιγμή που αυτά κατέπεσαν από τους πρώτους δημιουργούς τους, ήτοι τα ανώτερα στρώματα, στα λαϊκά (βλ. σχετικά, Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, Λαογραφικά μελετήματα, Ολκός, 1975, σ. 66 κ. εξ.).

Παραμυθιακές πολιτικές κατάλυσης έμφυλων ταυτοτήτων

Η Θάλεια Γρίβα επιλέγει να παρουσιάσει έναν έντονα επίκαιρο οικότυπο παραμυθιών, αυτόν που έχει σχέση με την αλλαγή φύλου. Προβαίνει σε δραματουργική σύνθεση δύο απόλυτα συγγενών παραμυθιών με συναφείς τίτλους: «Του βασιλιά η κόρη έγινε παλικάρι» (φαρασιώτικο παραμύθι που συμπεριλαμβάνεται στον Α’ τόμο της συλλογής ελληνικών παραμυθιών της Άννας Αγγελοπούλου, Οι Παραμυθοκόρες, Εστία, 1991) και «Η βασιλοπούλα που έγινε αγόρι»,  και συμπεριλαμβάνεται σε βορειοελλαδίτικη συλλογή παραμυθιών.

Από τους τίτλους των δύο παραμυθιών γίνεται προφανές ότι πρόκειται για τύπο που αφορά στην «αλλαγή φύλου», τύπος που παρουσιάζεται σε 22 παραλλαγές καταγεγραμμένες από τον Γ. Μέγα, όπως σημειώνει στα σχόλιά της η Α. Αγγελοπούλου. Οι λόγοι βρίσκονται στο γεγονός ότι ο βασιλιάς, μη έχοντας διάδοχο αλλά κόρη που παραμένει πεισματικά ανύπαντρη,  δέχεται πολεμική επίθεση από φίλο βασιλιά και όντας ο ίδιος αδύναμος να ηγηθεί του στρατού του, τον ρόλο αναλαμβάνει η βασιλοπούλα μεταμφιεσμένη σε άντρα. Συλλαμβάνεται αιχμάλωτη και ο φίλος βασιλιάς, πεπεισμένος από τα λεγόμενα της βασιλοπούλας ότι το αγόρι είναι νόθος γιος του φίλου του, του/της χαρίζει τη ζωή με την προϋπόθεση να παντρευτεί την δική του μοναχοκόρη ώστε να αποκτήσει γαμπρό-διάδοχο. Ο γάμος γίνεται αλλά φυσικά μένει ανολοκλήρωτος. Οι υποψίες ανικανότητας του γαμπρού οδηγούν τον βασιλιά να τον στείλει στον «αγύριστο» απ’ όπου, αν μεν σωθεί, θα έχει «διορθωθεί» το πρόβλημα, ειδάλλως ας πεθάνει.

Ο/Η νέος/α αρχίζει το ταξίδι έχοντας στο οπλοστάσιό του/της τις συμβουλές της Γριάς για το πώς θα υπερβεί τα εμπόδια ώστε να φτάσει στη χώρα της Δράκαινας και να πετύχει να κόψει με μιας τον κλώνο του δένδρου που αυτή φυλάει και που, αν το πετύχει, «ότι θέλει γίνεται». Η κόρη ακολουθεί τις συμβουλές, πετυχαίνει τον στόχο της και έτσι γίνεται με μιας και βιολογικά αγόρι ώστε να καταστεί πλέον και σεξουαλικά ενεργός «γαμπρός».

Επιτελεστικότητα, υλικότητα σώματος, έμφυλη διαφορά.

Είναι προφανές ότι το παραμύθι, όπως όλα της σειράς, θα ενθουσίαζαν θεωρητικούς του φεμινισμού, τόσο της άποψης ριζικής διάκρισης μεταξύ βιολογικού και κοινωνικού φύλου (Σιμόν ντε Μπωβουάρ) όσο και της θεωρίας της «επιτελεστικότητας του κοινωνικού φύλου» (Judith Butler). Η βασιλοπούλα, αρνούμενη ήδη το βιολογικό της φύλο με την άρνηση  του γάμου της με άντρα επιλέγει τη μεταμφίεση σε αγόρι, φέρεται και κινείται ως αγόρι, πείθει τους πάντες (ακόμη και τον πατέρα της) γι’ αυτή την επιλογή και με αυτή την ιδιότητα αποδέχεται τον γάμο με την άλλη βασιλοπούλα, ως κάτι το φυσικό. Αποδομεί έτσι την έννοια της έμφυλης ταυτότητας, το δίπολο «άντρας-γυναίκα» καθώς, όντας γυναίκα, υιοθετεί και υποστηρίζει την αντρική συμπεριφορά.

Ικανοποιεί έτσι πρακτικά πλήρως τη θεωρητική έννοια της εξαΰλωσης της έμφυλης ταυτότητάς της. Επιστρέφει σε ένα εμβρυακό «αυτό», προ της ονοματοδοσίας που ορίζει τη θηλυκοποίηση, δηλαδή την επιτελεστικότητα «του λόγου που θεσπίζει ή παράγει εκείνο που ονοματίζει» (J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία», στο Δ. Μακρυνιώτη, Τα όρια του σώματος, Νήσος, 2004, σ. 189).  

Ωστόσο, παρόλο που ο γαμπρός δεν θα υποστεί «τη διαρκή ακύρωση της πραγματικότητάς του» καθώς την επιβάλλει συμπεριφορικά,  επειδή αυτός αδυνατεί να «επιτελέσει το φύλο του σύμφωνα με τους προβλεπόμενους και διαθέσιμους κώδικες του έμφυλου διμορφισμού» (Α. Αθανασίου, Ζωή στο όριο, Εκκρεμές, 2007, σ. 211),  ήτοι να επιτελέσει την σεξουαλική ολοκλήρωση του γάμου του ως «αρσενικό» ώστε να  εξασφαλίσει  την αναπαραγωγή ,  δεν θα αποφύγει την άσκηση σε βάρος του τού κοινωνικού ελέγχου.

Το παραμύθι, ωστόσο, δεν επιλέγει την αποκάλυψη του βιολογικού φύλου του γαμπρού (με τις όποιες, όχι υποχρεωτικά καταστροφικές συνέπειες) όπως συναντάται, για παράδειγμα,  η παρενδυσία στη λόγια δραματουργία ήδη από τον Σαίξπηρ όπου η αποκάλυψη του βιολογικού φύλου οδηγεί σε μια παράπλευρη λύση που αποκαθιστά τα πράγματα -και, οπωσδήποτε,  τις κοινωνικά επιβεβλημένες  σχέσεις των φύλων- με ευτυχές τέλος. Ούτε, βέβαια, η μεταμφίεση υποκρύπτει απλώς το βιολογικό φύλο, όπως ήταν η περίπτωση της Πάπισσας Ιωάννας του Ροΐδη η οποία λειτουργεί βιολογικά ως γυναίκα φτάνοντας να μείνει έγκυος.

Αντίθετα, ο ά-λογος κόσμος του παραμυθιού εφευρίσκει τη «διόρθωση» του ίδιου του βιολογικού φύλου του εμπλεκόμενου προσώπου επεμβαίνοντας σε αυτή τούτη την «υλικότητα του σώματος». Η αποστολή στον «αγύριστο» που σηματοδοτεί τη χώρα της Δράκαινας και μια σειρά από δοκιμασίες, δεν συνιστά παρά μια μυητική διαδικασία «αρσενικοποίησης» του «άντρα» την οποία η βασιλοπούλα/γαμπρός πρέπει να επιτελέσει ώστε το κοινωνικό φύλο να «βιολογικοποιηθεί» μέσω ακριβώς της επιτελεστικής δύναμης του ενεργήματος του λόγου της Δράκαινας που τον/την καταριέται: «Εάν είσαι θηλυκό, να γίνεις αρσενικό, κι αν είσαι αρσενικό, να γυρίσεις θηλυκό». Λεκτικό ενέργημα που έρχεται, ωστόσο, σε συμφωνία με το προαναφερθέν «ότι θέλει γίνεται»-κινητήριο μοχλό της ανάληψης της δοκιμασίας  εκ μέρους του γαμπρού και κατ’ επέκταση αντανακλά την πραγματική βούληση του γαμπρού/κόρης και η οποία καταλήγει στην επιτυχία: ο επιτελεστικός λόγος της «κατάρας» συνιστά υλοποίηση της επιθυμίας του.

Η κατάρα, ωστόσο, της «αντιστροφής» θα πρέπει να ειδωθεί υπό το πρίσμα και σε δομική ομολογία με τους «άθλους» που κάνει ο γαμπρός κατά την πορεία: σε όλες τις περιπτώσεις, αυτό που πρέπει να υλοποιήσει είναι απλώς να επαναφέρει στη σωστή τους θέση τα πράγματα που συναντά τα οποία η Δράκαινα είχε αντιστρέψει (μια σκάλα ανάποδα τοποθετημένη, ένα δεμάτι χόρτα ως τροφή λύκου,  κλπ). Επομένως, η επαναφορά στη φυσική τάξη πραγμάτων αφορά, κατ’ επέκταση, και τη δική του ταυτότητα: το κοινωνικό «φαίνεσθαι» του άντρα να αποκτήσει βιολογικά αρσενική ουσία. Ως μια σύγχρονη διορθωτική επέμβαση φύλου που οδηγεί στην ταύτιση κοινωνικού και βιολογικού φύλου. Με άλλα λόγια, η παραμυθιακή «τάξη πραγμάτων»  υποκαθιστά, χωρίς πρόβλημα, τις πολύ σύγχρονες ιατρικές και κοινωνικές κατακτήσεις αλλαγής φύλου με την τεχνική που αυτή κατέχει: τη μαγεία.

Μετασχηματισμοί με σκηνικό χιούμορ

Η παράσταση που σκηνοθέτησε η Θάλεια Γρίβα διατήρησε το αφελές και απροσχημάτιστο των παραμυθιών καθώς αυτά χαρακτηρίζονται από απουσία ρεαλισμού ή της όποιας ψυχολογικής εμβάθυνσης. Τα πράγματα συμβαίνουν, ακόμη και αν συχνά μοιάζουν αδικαιολόγητα καθώς αυτό που ενδιαφέρει είναι η ανάδειξη της εσωτερικής τάξης, της βαθύτερης δομής που διέπει τον παραμυθιακό κόσμο. Παρά τους παραμυθιακούς ακροβατισμούς, η δραματουργία δημιούργησε ροή και σκηνική συνέπεια με εύληπτους ρόλους και μικρές αφηγηματικές εμβολές από μικροφώνου.

Τέσσερις νέοι ηθοποιοί (Ηρώ Κισσανδράκη, Μαρία Κωνσταντά, Κωνσταντίνος Δαλαμάγκας και Γιώργος Σαββίδης) εναλλάσσονται στους βασικούς ή δευτερεύοντες ρόλους  με λιτά μέσα αλλά με έντονο χιούμορ και κινησιολογία (της Γιάννας Μελλά)  που συχνά καλύπτει τις μεταβάσεις από τη μία κατάσταση στην άλλη. Σημαντικός παράγοντας τα θεατρικά και μάλλον παιγνιώδη κοστούμια της Μαντώς Ψυχουντάκη που μοιράζουν τα βασίλεια και τους άλλους ρόλους σε λευκούς και μαύρους. Έντονο μακιγιάζ στα πρόσωπα πρόσθετε εκφραστικότητα που εκμεταλλεύονταν στο έπακρο ο μαύρος βασιλιάς και η κόρη του/νύφη.

Ιδιαίτερο στίγμα διέθετε η πρωτότυπη μουσική (One Alpha) που προσέδιδε σύγχρονες προεκτάσεις στο παραμύθι επιδιώκοντας ταυτόχρονα  τον έμμεσο σκωπτικό σχολιασμό.

Παράσταση που μέσα από ανάλαφρη διάθεση θίγει επίκαιρα όσο και φλέγοντα ζητήματα γύρω από τις ταυτότητες και τον αυτοπροσδιορισμό του ατόμου αποκαλύπτοντας παράλληλα τον τολμηρό κοινωνικό προβληματισμό των άγνωστων ελληνικών παραμυθιών -αυτών που βρίσκονται στο περιθώριο του λαϊκού μας πολιτισμού – αλλά και τη φυσικότητα με την οποία αυτά (και οι κοινωνίες που τα δημιούργησαν) «διορθώνουν» τη φύση, ικανοποιώντας  τις ανάγκες του υποκειμένου.

Φωτογραφίες: Αποστόλης Κουτσιανικούλης, Βαγγέλης Μακρυγιάννης

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email