«…σαν λαδωμένες σακούλες που γλιστρούσαν…»

Anders Lustgarten, «Λαμπεντούζα», σκηνοθεσία: Β. Θεοδωρόπουλος - Θέατρο του Νέου Κόσμου - Κεντρική Σκηνή

Ο 39χρονος σήμερα Άντερς Λουστγκάρτεν, Βρετανός θεατρικός συγγραφέας, γεννημένος από Αμερικανούς πανεπιστημιακούς αριστερούς γονείς, ακολούθησε Κινεζικές Σπουδές στην Οξφόρδη ενώ ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας. Αριστερός ακτιβιστής ο ίδιος, με έντονη δράση και φυλακίσεις στις τέσσερις ηπείρους, έδωσε ακαδημαϊκές διαλέξεις σε φυλακισμένους ενώ δίδαξε δράμα μέσα στις φυλακές τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Άρχισε τη συγγραφή θεατρικών έργων το 2007 ενώ το 2013 βραβεύεται με το Βραβείο  θεατρικού συγγραφέα «Harold Pinter» για το έργο του «If You Dont Let Us Dream, We Wont Let You Sleep» («Αν δεν μας αφήνετε να ονειρευτούμε, δεν θα σας αφήσουμε να κοιμηθείτε») το οποίο ανέβηκε στο Royal Court.

foto-0-anders-lustgarten-photo-matt-writtle

Το έργο «Lampedousa» («Λαμπεντούζα», 2015) γράφτηκε από τον Άντερς Λουστγκάρτεν κατόπιν παραγγελίας του θεάτρου Σόχο του Λονδίνου στο πλαίσιο αφιερώματος για το πολιτικό θέατρο σήμερα. Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά την άνοιξη του 2015 σε σκηνοθεσία του Steven Atkinson. Στην Ελλάδα ανεβαίνει τη άνοιξη του 2016 από την Εταιρεία Θεάτρου «Μνήμη», στο Θέατρο Κυδωνία, στα Χανιά, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη που κρατά και το έναν από τους δύο ρόλους, αυτόν του Στέφανο.

Η αθηναϊκή παράσταση ανεβαίνει σε νέα μετάφραση της Αγγελικής Κοκκώνη.

Στρατευμένο θέατρο

Ο Λουστγκάρτεν είναι ένας σαφώς στρατευμένος συγγραφέας καθώς ο ίδιος εμπλέκεται στον διεθνή πολιτικό ακτιβισμό, εστιάζοντας τις δραστηριότητές του στη συμπεριφορά των πολυεθνικών εταιρειών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ίσως ο πλέον επιτυχημένος χαρακτηρισμός των έργων του είναι αυτός που διατυπώθηκε από τη βρετανική κριτική με ευκαιρία την παράσταση του «Αν δεν μας αφήνετε να ονειρευτούμε» και τον εντάσσει στο «agit-prop» θέατρο της δεκαετίας 1970, δηλαδή στο «αγωνιστικό-προπαγανδιστικό» θέατρο που στοχεύει στην ευαισθητοποίηση του κοινού απέναντι σε κρίσιμες τρέχουσες πολιτικο-κοινωνικές καταστάσεις. Πρόκειται για ένα θέατρο που αποβλέπει στην κοινωνικοποίηση του θεατή ενώ συγχρόνως ασκεί κοινωνικό έλεγχο σε πάσης φύσεως εξουσίες σε περιόδους πολιτικής κρίσης όπου τα ανθρωπιστικά και κοινωνικά δεδομένα έχουν φθαρεί από τις ακολουθούμενες πολιτικές ή, πλέον, και διεθνείς πρακτικές.

foto-lampedusa-theatro-neou-kosmou

Το «agit-prop» θέατρο κινδυνεύει πάντοτε από την υπερβολική σχηματοποίηση και παραγνώριση των καλλιτεχνικών συνισταμένων του πολιτικού του λόγου, διολισθαίνοντας συχνά σε απλουστευτικά, μονοδιάστατα σχήματα χωρίς αισθητικές αναζητήσεις στη δραματική δομή ή τη σκηνική του επιτέλεση. Η βρετανική κριτική έχει ήδη επισημάνει κάποιες τέτοιες ατέλειες στη δραματική δομή των έργων του Λουστγκάρτεν που γίνονται φανερές και στο έργο του «Λαμπεντούζα».

Το έργο συντίθεται από δύο παράλληλους, αποσπασματικά εναλλασσόμενους και ουσιαστικά άσχετους μεταξύ τους μονολόγους οι οποίοι δεν συγκλίνουν στο τέλος παρά μόνον σε ένα μεταφορικό επίπεδο: Στη λύτρωση που γνωρίζουν οι δύο μονολογούντες -με μοναδικό και σαφή αποδέκτη το κοινό ως οιονεί σκηνικά παρόν πρόσωπο- καθώς συμβάλλουν, εντός ενός γενικευμένου απανθρωπισμού, στην ανάδυση ανθρωπιστικών αξιών. Και ταυτόχρονα, στο πέρασμα από το γενικό-κοινωνικό και εν τέλει απρόσωπο, στο προσωπικό.

Ψαράς πτωμάτων

Το παραδεισένιο ιταλικό νησί Λαμπεντούζα, απομονωμένο στη Μεσόγειο ως γέφυρα μεταξύ Αφρικής και Ευρώπης, απέκτησε φήμη μόλις πρόσφατα από τα πτώματα των προσφύγων που ξεβράζονται στις ακτές του και τα υπερπλήρη κέντρα «φιλοξενίας» όσων ελάχιστων διασώζονται. Ο Στέφανο, ψαράς από προπάππου, με μειωμένες πλέον σήμερα, όπως λέει, δυνατότητες να ασκήσει το επάγγελμα, μεταπηδά στη συγκομιδή πτωμάτων μεταναστών και προσφύγων που ψαρεύει στα ανοικτά του νησιού ώστε να μην παρενοχλούνται οι ρώσοι τουρίστες που κατακλύζουν το νησί. Τουμπανιασμένα πτώματα, άλλα φαγωμένα από τα ψάρια, μαυρισμένα, σαν λαδωμένες σακούλες που γλιστρούν την ώρα που προσπαθεί να τα μαζέψει και διαλύονται στα χέρια του είναι η αποκρουστική πλέον δουλειά που εξαναγκάζεται να κάνει για επιβίωση.

Η γνωριμία του και σταδιακά η φιλία του με έναν πρόσφυγα, μηχανικό από το Μάλι- στον οποίο θα δοθεί η προσωρινή άδεια διαμονής- θα τον οδηγήσει να βγει στην ταραγμένη θάλασσα προκειμένου να βρει τη βάρκα που φέρνει κοντά του και τη γυναίκα του η οποία δεν έχει δώσει σημεία ζωής. Η σωτηρία της, δεδομένου του πνιγμού της πλειονότητας των συνεπιβατών της, και η συνεύρεση των δύο συζύγων θα δώσει πλέον άλλο νόημα στην άχαρη έως τότε δουλειά του Στέφανο.

foto-lampedusa-2-theatro-neou-kosmou

Δεν μπορεί, φυσικά, να μην συγκρίνει κανείς το έργο με την αντίστοιχης θεματικής αλλά ανατρεπτικά ποιητικής και γλωσσικά αποδομητικής δραματική προσέγγιση της Ισπανίδας Ανχέλικα Λίντελ με τον παράδοξο τίτλο «Και τα ψάρια βγήκαν να πολεμήσουν ενάντια στους ανθρώπους» που είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών πρόπερσι σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση. Σαρκασμός, εικόνες ανήκουστης φρίκης, αιρετική δομή αναδείκνυαν τόσο την κατακόμβη θυμάτων στη Μεσόγειο όσο και την εκκωφαντική αδιαφορία των Ευρωπαίων με τρόπο συγκλονιστικό και διόλου διδακτικό ή συγκινησιακά φορτισμένο.

Συλλέκτης δανείων

Αν, ωστόσο, ο μονόλογος του Στέφανο καταθέτει μια ενδιαφέρουσα όσο και με στοιχεία «αγωνίας» του θεατή, ως προς τη έκβασή της, ιστορία, εκείνος της Ντενίζ που εμβολίζει τον πρώτο, μάλλον καταχρηστικά τίθεται κάτω από τον τίτλο της «Λαμπεντούζα». Μια φοιτήτρια σε βρετανικό Πανεπιστήμιο αναγκάζεται να εργαστεί -για να πληρώσει τις σπουδές της- για λογαριασμό εισπρακτικής εταιρείας μαζεύοντας καθυστερημένες δόσεις καταναλωτικών δανείων από αναξιοπαθούντες ή κακοπληρωτές.

Το γεγονός ότι είναι κινεζοεγγλέζα την καθιστά εύκολο θύμα ρατσιστικών σχολίων ενώ, παρά τις προσπάθειές της, η άρρωστη Εγγλέζα μητέρα δεν καταφέρνει να πείσει ότι δικαιούται το επίδομα ανικανότητας προς εργασία. Τόσο η δουλειά όσο και το εγγλέζικο σύστημα αλλά και η κακή σχέση με τη μητέρα της που μεταφράζεται σε σκληρότητα εκ μέρους της χωρίς ωστόσο να αιτιολογηθεί ποτέ, οδηγούν την Ντενίζ σε ένα διαρκές κατηγορώ κατά του ισχύοντος συστήματος, των θεσμών της χώρας της, κάθε έμβιου όντος. Λόγος αποφθεγματικός, χωρίς ανάγκη τεκμηρίωσης για τα παραδείγματα που φέρνει, καθαρά αγωνιστικός κατά του φιλελευθερισμού αλλά ως κάτι το αυτονόητο που δεν χρήζει επιχειρηματολογίας, ο μονόλογος της Ντενίζ παρουσιάζει δραματουργικά τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα.

Ωστόσο, η ανθρώπινη αντιμετώπιση που θα επιδείξει απέναντι σε μια Πορτογαλίδα δανειολήπτρια θα αποδειχτεί καθοριστική για να γνωρίσει και αυτή, όπως και ο Στέφανο, όχι μόνο τη φιλία αλλά και τη δυνατότητα ανάπτυξης ανθρώπινων σχέσεων.

 Το έργο στηρίζεται τελικά σε προκατασκευασμένα δυαδικά σχήματα χωρίς υπόνοια ανατροπής ή ανοικτών επιλογών. Ο φτωχός ψαράς όπως και η φτωχή Κινεζοεγγλέζα θα βρουν τα ανθρώπινα αντίστοιχα σε αναξιοπαθούντες πρόσφυγες ή μετανάστες. Καμιά δραματουργική έκπληξη αλλά και, σε τελευταία ανάλυση, καμιά κοινωνική ανατροπή: η ανεύρεση της ατομικής ψυχικής ηρεμίας σβήνει ως δια μαγείας όλες τις κοινωνικο-ιδεολογικές συγκρούσεις, οδηγώντας σε χάπι εντ.

Η αισθητική της παράστασης

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος επέλεξε αναμφισβήτητα το έργο για το επίκαιρο των ζητημάτων που θέτει στον πυρήνα του και τις προεκτάσεις που μπορεί πλέον να δώσει ο ευαισθητοποιημένος Έλληνας θεατής που περιβάλλεται και από τα δύο προβλήματα που θίγει το κείμενο. Και, φυσικά, του προσέδωσε την αναγκαία αισθητική αξία ώστε να απαλύνει το μονοδιάστατο του κειμένου.

Ως έργο μονολογικό, στηρίζεται σε μέγιστο βαθμό στην επιδεξιότητα των ηθοποιών. Επιπλέον, δεν υπάρχουν περιθώρια κινησιακής δράσης ή προσεγγιστικών σχέσεων που συχνά ποικίλουν τη σκηνική εικόνα. Έτσι, ο σκηνοθέτης επέλεξε τη συνύπαρξη, μέσα στον ενιαίο σκηνικό χώρο, των δύο προσώπων τα οποία εναλλάσσονται στην εκφορά του λόγου, παρουσιάζοντας το καθένα τη δική του ιστορία, ενώ, αυτό που σταματά να μονολογεί, αποσύρεται στο βάθος ή στο πλάι της σκηνής.

Σε μια ευτυχή διανομή, τον ρόλο του Στέφανο ανέλαβε ο Αργύρης Ξάφης ο οποίος πλέον διαθέτει σκηνική εμπειρία και εσωτερικούς ρυθμούς που υπερβαίνουν την πραγματική του ηλικία. Στο γενειοφόρο πρόσωπο έγραψε όλη την κακουχία του παλαίμαχου ψαρά ˙ στην εκφορά του λόγου κινήθηκε σε ενδιαφέρουσες τονικότητες χωρίς εξάρσεις και καταγγελτικό ύφος, σχεδόν αποστασιοποιητικά -και γι’ αυτό αποτρόπαια- όταν απαριθμεί τις συνθήκες που διαμορφώνουν τη μορφή που παίρνουν τα πτώματα ˙ στην κινησιολογία, ως αντίβαρο στο βαρύ σώμα και το κουρασμένο περπάτημα, αντιπρότεινε τις μικρές χειρονομίες, τις κινήσεις των δακτύλων, κάποιες φορές το ανολοκλήρωτο μιας αναποφάσιστης, ωστόσο εύγλωττης χειρονομίας. Ερμηνεία λιτή αλλά καθηλωτική.

Τον περισσότερο μονοδιάστατο ρόλο της Ντενίζ ανέλαβε η νεότερη, με σωστή σκηνική παρουσία, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου με το καταγγελτικό ύφος που απαιτεί το κείμενο να ακούγεται καθαρό φωνητικά αλλά και πάσχοντας από ηχητική μονοτονία- σχεδόν κουραστικό. Προς το τέλος, όταν η καταστάσεις εξανθρωπίζονται, η γλυκύτερη εκφορά λόγου αλλά και η εναλλαγή στην εκφραστικότητα του προσώπου αναδεικνύουν πληρέστερα την υποκριτική της ηθοποιού.

foto-lampedusa-3-theatro-neou-kosmou

Μεγάλο ατού της παράστασης η μουσική-ηχητικός σχεδιασμός του Σταύρου Γασπαράτου που είτε παρενέβαινε στις εναλλαγές των δύο προσώπων είτε, σε κάποιες περιπτώσεις, συνόδευε τον λόγο τους προσδίδοντας μια υπόγεια μουσικότητα. Ένα ηχητικό τοπίο υποβλητικό που έντυνε με επιπλέον σημασίες τον λόγο αλλά και τα κενά του – δίνοντας σημαίνουσες προεκτάσεις στις παύσεις έως ότου το άλλο πρόσωπο πάρει τον λόγο. Μιλώντας ηχητικά για τα ανείπωτα.

Το εκ πρώτης όψεως ενδιαφέρον σκηνικό με διάσπαρτους κορμούς και γυμνά δέντρα της Μαγδαληνής Αυγερινού δεν νομίζω ότι έβρισκε ερείσματα στους επιμέρους τόπους όπου τοποθετούνται τα πρόσωπα. Ούτε το θαλασσινό τοπίο της Λαμπεντούζα ούτε το πολύβουο Λονδίνο αντικατοπτρίζονταν έστω συμβολικά ή ως σημειακοί δείκτες σε αυτό. Σε μια μεταφορική λογική, θα μπορούσε βέβαια να λειτουργεί ως καθρέφτης της απανθρωπιάς του δυτικού κόσμου, ως αντι-ουμανιστική εικόνα ή, ακόμη, ως συναισθηματική ξηρασία των μονολογούντων προσώπων. Παρόλα αυτά, δεν φάνηκε να λειτουργεί ως προς τις τυχόν παρόμοιες συνδηλώσεις ενώ συχνά έμοιαζε να συνιστά φυσικό εμπόδιο στην ελάχιστη κίνηση των ηθοποιών. Επιπλέον, το υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένα τα σκηνικά αυτά αντικείμενα έδειχνε έντονα, με τη γυαλάδα του, το ψεύτισμα το οποίο, με τη σειρά του, λειτουργούσε κατά της αισθητικής της παράστασης.

Σωτήριοι, ωστόσο, καθώς διασκέδαζαν το άστοχο σκηνικό, αποδείχτηκαν οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη που καθώς το επικάλυπταν, δημιούργησαν δραματικούς χώρους ερήμην της σκηνογραφίας. Αισθητικά άρτιοι, πολύπλευροι, γεννούσαν πολλαπλούς τόπους επί σκηνής και συγκρατούσαν κάθε φορά το βλέμμα του θεατή εκεί που έντεχνα κατασκεύαζαν χώρο δράσης.

Τέλος, τα κοστούμια της Αυγερινού εντός του αναμενόμενου, χωρίς αισθητικές εκπλήξεις.

Μια παράσταση που θίγει κρίσιμα προβλήματα της επικαιρότητας που όχι μόνον μας αφορούν αλλά και μας συμπιέζουν ώστε να είναι αδύνατο να εθελοτυφλούμε απέναντί τους. Κι αν το κείμενο δεν δημιουργεί δραματουργικές εξάρσεις, η φροντισμένη παράσταση διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αποζημιώνουν τον θεατή.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email