Αυτο-εκτιθέμενοι στον πόθο

 

Δημήτρης Δημητριάδης, «Λυκάων»

Θεατρικό Αναλόγιο (11/6/2015)

Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης/ 

Στο πλαίσιο της Έκθεσης: «Τετράδια 1994-2014» (6/6 – 5/7 – 2015)

Επιμέλεια: Ντένης Ζαχαρόπουλος

Μουσείο Άλεξ Μυλωνά – Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Φεστιβάλ Αθηνών/ 

Μια εκ πρώτης όψεως παράξενη έκθεση εικαστικών «σημειώσεων» του συγγραφέα Δημήτρη Δημητριάδη επιμελήθηκε ο πάντα διορατικός Ντένης Ζαχαρόπουλος στο Μουσείο Άλεξ Μυλωνά, στο Θησείον. Έκθεση ενταγμένη στον τομέα των εικαστικών εκδηλώσεων του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών που μοιάζει ίσως από τις πλέον ενδιαφέρουσες του προγράμματος λόγω του συνδυαστικού χαρακτήρα της: σχέδια με χρώματα από κηρομπογιές που γεμίζουν σελίδες τετραδίων στα διάκενα της γραφής, εκεί όπου η γραφή των λέξεων ξάφνου πίπτει «σε παύση» και αντί του αναμενόμενου λευκού της σελίδας εισβάλλουν τα χρώματα δημιουργώντας «άμορφες» εικόνες – υποκατάστατα του λόγου. Μια αφηρημένη εικαστική γλώσσα υποκαθιστά τη συγκεκριμένη σε νοήματα γλώσσα των λέξεων συνεχίζοντάς την με τις δικές της ποιότητες. Καθώς, μέσα από την εντατική θέαση των σχεδίων με τα εκρηκτικά χρώματα αναπηδούν σταδιακά μορφές αναγνωρίσιμες, πρόσωπα, αντικείμενα, ζώα ή φυτά.

Foto - Λυκάων , Τα Τετράδια του Δ. Δημητριάδη και η μάσκα λύκου

 

Όπως γράφει ο Δημητριάδης: «Το διάστημα ανάμεσα στην παύση της γραφής -κοπιαστική επανάπαυση και άκαρπη αγρανάπαυση- είναι ένα χρονικό χάσμα που πολύ δύσκολα βρίσκει συμπλήρωση». Φράση που αποκαλύπτει τη γλυκιά οδύνη της ώρας της γραφής, των γεμάτων και άδειων χρόνων της, τη βάσανο της επόμενης λέξης, του κενού που περιμένει να γεμίσει από τα νέα μονόχρωμα σημάδια. Αντ’ αυτών, το χέρι του συγγραφέα αφήνει το μολύβι και πληροί το κενό με χρώμα, ως παρένθετο τοπίο, ξένο προς τη γραφή αλλά δικό της γέννημα και συμπλήρωμα.

Μπροστά σε αυτά τα τετράδια είκοσι χρόνων, γεμάτα από τις εναλλαγές των δύο κωδίκων – λεκτικού και εικονικού- που το ίδιο χέρι δημιουργεί, να γεμίζουν τις σελίδες τους, δεν μπορεί παρά να σκεφτεί κανείς με θλίψη πόσα χειροποίητα τεχνουργήματα στερεί η σύγχρονη πλέον γραφή σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Τα τετράδια αλλά και ξέχωρες σελίδες με σχέδια απλώνονται σε όλη την πάνω αίθουσα του Μουσείου, πάνω σε μεγάλα τραπέζια όπου μπορεί κανείς να ξεφυλίσσει τα πρώτα ή τοποθετημένα στους τοίχους, ως πολύχρωμη ταπισερί τα δεύτερα, δημιουργώντας με τη συνάφειά τους προσωπικούς συνειρμούς στον κάθε θεατή. Όπως, άλλωστε, προσωπική χειρονομία του συγγραφέα είναι και η έκθεσή τους, μια, στην πραγματικότητα, αυτο-έκθεση της δημιουργικής διαδικασίας που δεν έγινε με σκοπό να εκτεθεί.

Όπως σημειώνει ο επιμελητής της έκθεσης Ντένης Ζαχαρόπουλος: «Η έκθεση των «Τετραδίων» μετατρέπει το μουσείο σε αχανές αναγνωστήριο, θέτοντας εκατοντάδες τετράδια και χιλιάδες ιδιόχειρες σελίδες στη διάθεση του θεατή, να τις αγγίξει με τα μάτια ή με το χέρι, με τις αισθήσεις ή με τον νου. Αυτό το άγγιγμα είναι το καθαυτό γεγονός της έκθεσης».

Foto - Λυκάων 1, Δ. Δημητριάδης

 

«Λυκάων»

Σε αυτό τον χώρο-σκηνικό που προκαλεί τις αισθήσεις του θεατή, μεταξύ γραφής και εικόνας που είναι τα συστατικά του θεάτρου, λαμβάνει χώρα, σε μορφή αναλογίου, το ανέκδοτο μέχρι στιγμής έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Λυκάων» -με συμπληρωματικό του τίτλου του «Περί πόθου απολογητικός» ˙ έργο που προσποιείται τη μορφή πλατωνικού διαλόγου με κάποιον μαθητή του Σωκράτη να αφηγείται, διασώζοντάς τα, τα γεγονότα: μια ύστατη εξομολόγηση του δασκάλου του και την πράξη που ακολουθεί, την «έκθεσή του» στην Αγορά των Αθηναίων. Την αποκάλυψη του πραγματικού του εαυτού, εκείνου που ποθεί σαρκικά έναν νέο, όχι με τρόπο πλατωνικό, αλλά στην πράξη, ποιώντας την πράξη μπροστά σε όλους καθώς αγγίζει, περνώντας το χέρι του κάτω από το χιτώνιο, τη σάρκα του ποθητού εφήβου. Θα ακολουθήσει ανελέητο λιντσάρισμα του δασκάλου, η κατακρεούργησή του από τους μη ανεκτικούς στο είδος του πόθου του συμπολίτες. ¨

Ο νέος λέγεται Χαρμίδης. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχει πλατωνικός διάλογος με το όνομά του. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Κριτία (που ήταν συγγενής του) επρόκειτο για νέο που ξεπερνούσε σε εξωτερική όσο και εσωτερική ομορφιά και σωφροσύνη όλους τους συνομηλίκους του. Στον ομώνυμο «Διάλογο», με αφορμή τον πονοκέφαλο του Χαρμίδη, ο Σωκράτης θα υποστηρίξει ότι η θεραπεία πρέπει να επεκτείνεται σε όλο το σώμα και όχι μόνο στο μέρος που πάσχει.

Foto - Λυκάων 3, Ορέστης Καρύδας

 

Δεν μπορεί να αποφύγει κανείς δύο υποθέσεις: η επιλογή από τον Δημητριάδη του ονόματος «Χαρμίδης» ως του νέου που θα αποτελέσει την αφορμή έκθεσης της συνολικής προσωπικότητας του Σωκράτη στην Αγορά πρέπει να σχετίζεται με τα της γενικής θεραπείας του σώματος που ο φιλόσοφος προτείνει στον πλατωνικό Διάλογο. Αφετέρου, η επιλογή του Χαρμίδη, θείου του Πλάτωνα, ως του νέου που γίνεται η αιτία κατακρεούργησης του Σωκράτη πρέπει να σχετίζεται, ως ειρωνικό σχόλιο, με τον αντι-πλατωνικό χαρακτήρα το έργου του Δημητριάδη.

Το άυλο σώμα

Ο αντι-πλατωνιστής Δημητριάδης μας λέει εξομολογητικά ότι η έκθεση του πραγματικού εαυτού στην Πόλη, στη δημόσια σφαίρα, ενέχει ακραίο κίνδυνο-γίνεται αποκρουστική για τους άλλους. Η έκθεση του ιδιωτικού γίνεται αποδεκτή μόνον όταν είναι σκηνοθετημένη, άρα πλαστή.

Ο Γιάννης Σκουρλέτης επεμβαίνει σκηνοθετικά στην ανάγνωση του κειμένου διακριτικά αλλά με αποφασιστικές δείξεις: ανάμεσα σε δύο από τα τραπέζια γεμάτα από χειρόγραφα τετράδια με λέξεις και σχέδια κάθεται ο ίδιος ο Δημητριάδης με την πλάτη στο κοινό. Απέναντί του, σε απόσταση αναπνοής, σε μια άλλη καρέκλα, κάθεται ο αποδέκτης του λόγου του Δημητριάδη-Σωκράτη και αφηγητής των γεγονότων, επιλεγμένος από τον δάσκαλο να ακούσει την εξομολόγησή του, ο Λυκάων-Ορέστης Καρύδας.

Foto - Λυκάων 4, Ορέστης Καρύδας

Βρίσκονται στον απομεμακρυσμένο από το κέντρο Ιλισό όπου η εξομολόγηση αναπαράγεται αφηγηματικά από τον Λυκάονα, με παύσεις, μουσικές παρεμβολές, φορτισμένη από τα διαδοχικά συναισθήματα του αφηγητή καθώς αποκαλύπτει τη βαθύτερη σημασία της εξομολόγησης, καθώς διαπιστώνει τα ίχνη πόθου του δασκάλου του πάνω και στο δικό του νεανικό κορμί. Ενδιαμέσως, ο αφηγηματικός λόγος υποχωρεί για να ακουστεί ο άμεσος λόγος του Σωκράτη.

Ο Σωκράτης δηλώνει ότι θα πράξει αυτό που οφείλει: να εκτεθεί, παροτρύνοντας τον Λυκάονα να μην τον ακολουθήσει στην Αγορά. Ο Δημητριάδης τότε θα σηκωθεί απότομα από τη θέση του και θα σταθεί μπροστά στο παράθυρο της αίθουσας που ανοίγει προς την πόλη, τη σύγχρονη Αθήνα, και με πάντα στραμμένη την πλάτη προς το κοινό θα εκφέρει τους όποιους λόγους του προς τα έξω, προς τους περαστικούς, προς τη σύγχρονη Αγορά-οδό Σαρρή. Σκηνοθετική παρέμβαση ελάχιστη αλλά αποτελεσματικής χωρο-χρονικής μετατόπισης του Σωκράτη-Δημητριάδη του «τότε» στον Δημητριάδη-Σωκράτη του «τώρα». Του Σωκράτη απαλλαγμένου από την πλατωνική αντι-ερωτική σκέψη και στάση ζωής. Ο Λυκάων θα τον ακολουθήσει με το βλέμμα, θα δει τα όσα διαδραματίστηκαν. Απλός θεατής και καταγραφέας, ανήμπορος να επέμβει αλλά με το βλέμμα του πόθου το Σωκράτη πάνω στο σώμα του ακόμη ζωντανό.

Η σάρκα και ο λύκος

Μια τεράστια μάσκα με πρόσωπο λύκου βρίσκεται εξ αρχής τοποθετημένη πάνω σε ένα από τα τραπέζια. Ο Λυκάων θα μείνει ολόγυμνος, επιχειρώντας τη δική του αυτο-έκθεση, θα τρέξει προς το παράθυρο-άνοιγμα στην πόλη και θα φορέσει τη μάσκα, μεταστραφείς στον μυθικό Λυκάονα, γενάρχη των Αρκάδων, γιο του Πελασγού που σύμφωνα με τον επικρατέστερο μύθο, προσφέροντας στον Δία μεταξύ άλλων σφαγίων και ανθρώπινη σάρκα τιμωρήθηκε από τον θεό που τον μετέτρεψε σε λύκο. Με τον Λυκάονα και τους 50 γιους του συνδέονται άπειρα τοπωνύμια της Αρκαδίας και της υπόλοιπης Ελλάδας καθώς και ο Λύκαιος Δίας και οι αγώνες προς τιμήν του, τα Λύκαια, ενώ ο Πλάτων αναφέρεται στον μύθο του και τις γιορτές στο Λυκαίο Όρος με θυσίες ζώων και ανθρωποθυσίες ως δείγμα αλαζονείας και ασέβειας που τιμωρείται.

Η μεταμόρφωση του Λυκάονα του Δημητριάδη σε λύκο μέσω της σκηνοθετικής παρέμβασης του Σκουρλέτη μοιάζει ως ένα είδος ενσωμάτωσης πάνω του της αλαζονικά αρνούμενης την αλήθεια πόλης – λύκου που κατακρεουργεί τον δάσκαλο -μια μεταστροφή του σε ένα είδος φαρμακού φέροντα τις αμαρτίες της.

Foto - Λυκάων 5, Ορέστης Καρύδας

 

Υποκριτικά, το βασικό ζητούμενο ενός θεατρικού αναλογίου, το να ακουστεί καθαρά ο λόγος του κειμένου (που όσο κι αν ηχεί αυτονόητο σπανίζει όλο και περισσότερο λόγω αναίτιων σκηνοθετισμών και αδυναμία διδασκαλίας λόγου), επετεύχθη σε άριστο βαθμό: ο Δημητριάδης εύστοχος στις παρεμβάσεις του τονικά και πειστικός στον ρόλο του ώριμου Δασκάλου που επιθυμεί να ζήσει πέρα από το έργο, ο Ορέστης Καρύδας μια μικρή έκπληξη για μένα όχι μόνο για τους άψογους τονισμούς με την αργή εκφορά λόγου αλλά και με τη γραφή συναισθημάτων στις εκφράσεις του προσώπου του, καθώς σήκωνε το βλέμμα, κάρφωνε έντονα τα μάτια με γλυκιά αναμονή του δικού του λόγου στο πρόσωπο του συνομιλητή-δασκάλου, μισάνοιγε τα χείλη σαν να επαναλαμβάνει μέσα του τα λόγια που άκουσε τότε/ακούει τώρα. Μια δοτικότητα αυθεντικά εφηβική χαραγμένη σε ένα πρόσωπο μαθητή που κρέμεται με αγνό θαυμασμό από τα χείλη του δασκάλου του.

Ευτυχής συνεύρεση εικαστικής εγκατάστασης και θεατρικής επιτέλεσης με αφορμή δύο τεμνόμενα γεγονότα: την προσωπικής διάστασης «έκθεση» του Δημήτρη Δημητριάδη στην Αθήνα και την «έκθεση» ενός αντι-πλατωνικού Σωκράτη μπρος σε αγαπημένο μαθητή αλλά και στην ίδια την Αγορά της πόλης του της Αθήνας. Μια διττή πραγματεία για την αλήθεια του δημιουργού και την αλήθεια του έργου του. Ως μια απόπειρα συνάντησης και σύγκλισης των δύο.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

Ετικέττες: , , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email