Ας μιλήσουμε και για τον χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας

Η είδηση πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων κι των άλλων μέσων ενημέρωσης παρά τη σοβαρότητά της . Ο υπουργός Παιδείας Ανδρέας Λοβέρδος σε συνέντευξη του σε εκκλησιαστική ιστοσελίδα (Αγιορείτικο Βήμα) ανακοίνωσε ότι από το σχολικό έτος 2014-2015  η γιορτή των Τριών Ιεραρχών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν θα είναι αργία αλλά ημέρα αφιερωμένη στον εκκλησιασμό των μαθητών και σε δραστηριότητες «σχετικά με την προσφορά των Τριών Ιεραρχών στα γράμματα. Κι όλα αυτά γιατί το ζήτησε επισήμως η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Τα θρησκευτικά

Και δεν έμεινε μόνο σ αυτά ο υπουργός Παιδείας. Υπερασπίστηκε και τη σημερινή μορφή του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία όπου αντί να διδάσκεται ένα μάθημα θρησκειολογίας ουσιαστικά οι μαθητές υποχρεώνονται στη διδασκαλία και την εξέταση των βασικών αρχών της Ορθοδοξίας. Ουσιαστικά διδάσκονται μια Ορθόδοξη κατήχηση. Ένα αντικείμενο διδασκαλίας των Κατηχητικών σχολείων και όχι μιάς σύγχρονης Εκπαίδευσης.

Απολύτως ευθυγραμμισμένος στις απαιτήσεις της Ιεράς Συνόδου ο υπουργός Παιδείας, Ανδρέας Λοβέρδος.

Απολύτως ευθυγραμμισμένος στις απαιτήσεις της Ιεράς Συνόδου ο υπουργός Παιδείας, Ανδρέας Λοβέρδος.

Κι όλα αυτά μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα έντονης εκκλησιαστικής παρουσίας με τους αγιασμούς στα σχολεία, την καθημερινή προσευχή , τις υποχρεωτικές εικόνες, την επίσκεψη ιερέων στις σχολικές μονάδες, τη δυνατότητα που τους δίνεται να εξομολογούν μαθητές, είτε πιστεύουν , είτε δεν πιστεύουν αυτοί και οι γονείς τους. Με δυό λόγια σήμερα  εν έτει 2014 αντί να εξαλείφονται έστω και σταδιακά τα δεσμά της Εκπαίδευσης,  από την ασφυκτική παρουσία της κρατούσας Εκκλησίας, παραμένουν αλλά και ενισχύονται.

Διαπλοκή

Μικρά σημάδια που αποδεικνύουν για μια ακόμη φορά τη διαπλοκή της Πολιτείας με την Εκκλησία. Μια σχέση που συνεχίζεται αδιατάρακτα από το 1833 όταν ανακηρύχτηκε το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο διοικητικός χωρισμός της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μέχρι σήμερα  Σημάδια που αναδεικνύουν το μείζον ζήτημα της διαπλοκής της Πολιτείας με την Εκκλησία.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της διαπλοκής είναι ο μεγάλος αριθμός βουλευτών των περισσοτέρων  κομμάτων  που συνδέονται ποικιλοτρόπως με εκκλησιαστικούς και παραεκκλησιαστικούς κύκλους και οφείλουν την εκλογή τους σ αυτούς.

Επί 181 χρόνια η Εκκλησία της Ελλάδος και οι κυρίαρχες τάξεις , το ελληνικό κράτος πορεύτηκαν μαζί, αλληλοϋποστηρίχθηκαν. Κυρίαρχο στοιχείο αυτής της σχέσης ήταν η υποταγή της Εκκλησίας στο Κράτος με αντάλλαγμα την αναγνώριση τής προνομιακής της θέσης στην ελληνική κοινωνία αλλά και την παραχώρηση «κοσμικών εξουσιών»  στις ηγετικές της ομάδες.

Οι ρίζες αυτής της εξάρτησης βρίσκονται , όπως αναφέραμε και παραπάνω, στο «προπατορικό αμάρτημα» του 1833, στον τρόπο με τον οποίο υλοποιήθηκε το  ώριμο αίτημα της εποχής για την ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου.

Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του Αυτοκεφάλου.

Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του Αυτοκεφάλου.

 

Ένα αίτημα των αγωνιστών του 1821 , φωτισμένων διανοουμένων όπως ο Αδαμάντιος Κοραής που ήταν ένας από τους πιό σκληρούς επικριτές της πολιτείας του πατριαρχικού θρόνου έναντι των υποδούλων Ελλήνων. .Αντί για μία Εκκλησία κυβερνωμένη από «Σύνοδον ιερέων ,εκλεγομένων ελευθέρως  από ιερείς και κοσμικούς ,καθώς έπραττεν η αρχαία Εκκλησία.», όπως ζητούσε ο Κοραής ,συγκροτήθηκε μια Εκκλησία της οποίας αρχηγός ως προς τα διοικητικά ήταν ο ρωμαιοκαθολικός το θρήσκευμα βασιλιάς Όθων που διόριζε  το ανώτατο όργανό της την πενταμελή Σύνοδο.

Βίος και Πολιτεία

Με το διάταγμα της «Ανεξαρτησίας» η Εκκλησία της Ελλάδος απεξαρτήθηκε (και ορθώς) από το Πατριαρχείο όμως μπήκε σε μια σχέση εξάρτησης και υποτέλειας στις εκάστοτε κυβερνήσεις της χώρας.

Σε καθοριστικές στιγμές της ελληνικής Ιστορίας η Διοικούσα  Εκκλησία στήριξε τις κυρίαρχες τάξεις προσφέροντας την  αναγκαία ιδεολογική  κάλυψη.Αρκεί μόνο να θυμηθούμε :

-Την εκστρατεία κατά των «μαλλιαροκομμουνιστών» στη δεκαετία 1920-1930, τις εγκυκλίους της Ιεράς Συνόδου και την απαίτηση για δίωξη των δημοτικιστών και αριστερών διανοουμένων. Όλα αυτά αποτέλεσαν τον προπομπό της ψήφισης του «ιδιώνυμου» του Απριλίου του 1928.

Ο Μητροπολίτης Κυδωνίας Αγαθάγγελος χαιρετά φασιστικά σε εκδήλωση κατά τη διάρκεια της κατοχής

Ο Μητροπολίτης Κυδωνίας Αγαθάγγελος χαιρετά φασιστικά σε εκδήλωση κατά τη διάρκεια της Κατοχής

 

-Την στάση της πλειοψηφίας των μητροπολιτών στα χρόνια της Κατοχής. Άλλοι συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους κατακτητές , άλλοι έσπευσαν να αποκηρύξουν τους αντάρτες και άλλοι εγκατέλειψαν το ποίμνιό τους και κατέφυγαν στη σιγουριά της Αθήνας.

 

 

 

 

Ηταν σημαντικός ο ρόλος της Εκκλησίας στη βρετανική επέμβαση  μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

Ηταν σημαντικός ο ρόλος της Εκκλησίας στη βρετανική επέμβαση μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

-Στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου η  Διοικούσα Εκκλησία και οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις όπως η «Ζωή» μετατράπηκαν σε ισχυρό βραχίονα του «ιερού αντικομμουνιστικού αγώνα». Εκείνη την εποχή η Πολιτεία ποδηγετεί την Εκκλησία ως  ιδεολογικό (και όχι μόνο) μηχανισμό. Εκείνα τα χρόνια σφυρηλατούνται οι ισχυροί δεσμοί Εκκλησίας και Στρατού που φανερώνονται αργότερα στη διάρκεια της Χούντας.

-Η συνεργασία Κράτους και Εκκλησίας στα χρόνια του Εμφυλίου αλλά και στις δεκαετίες του 50 και του 60 έχει και την θεωρητική της θεμελίωση. Τότε θεμελιώνεται η ιδέα της «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών».

 

 

 

 

 

Πολύ στενές ήταν οι σχέσεις της Εκκλησίας με τη χούντα

Πολύ στενές ήταν οι σχέσεις της Εκκλησίας με τη χούντα. Στη φωτογραφία ένα στιγμιότυπο από τα πολλά «εγκαίνια» της περιόδου, χοροστατούντος του περιβόητου Ιερώνυμου. (Προσοχή! Το δίσκο μπροστά στο δίδυμο Παπαδόπουλου- Ιερώνυμου κρατάει ο νυν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ανθιμος, ενώ πίσω δεξιά διακρίνεται ο πρώην αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος!)

– Εκείνα τα χρόνια οι «θεωρητικοί» της  επίσημης Εκκλησίας χαρακτηρίζουν τον Μαρξισμό εγκληματική ιδεολογία . Αυτοί γράφουν διαπαιδαγωγόντας τους πιστούς  ότι οι κομμουνιστές είναι «άνθρωποι εκθηριούμενοι» που πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες.

-Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στην μάχη για την αντιμετώπιση της Αριστεράς επιστρατεύονται και οι μητροπολιτες.Είναι χαρακτηριστικές οι αναφορές για τον ρόλο  των μητροπολιτών στα παραρτήματα του γνωστού σχεδίου «Περικλής».

Ο λαϊκός κλήρος

Ωστόσο όσο αλήθεια είναι τα παραπάνω για τον ρόλο της Διοικούσας Εκκλησίας άλλο τόσο αλήθεια είναι πως σε καθοριστικές στιγμές της Ιστορίας μας η μεγάλη πλειοψηφία του απλού κλήρου συμμερίστηκε τη μοίρα του λαού και δεν τον εγκατέλειψε.

Αντίθετα με την ηγεσία της Εκκλησίας, ο λαϊκός κλήρος πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση

Αντίθετα με την ηγεσία της Εκκλησίας, ο λαϊκός κλήρος πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση

Στη διάρκεια της Κατοχής λίγοι μητροπολίτες αλλά  οι περισσότεροι από τους 7000 απλούς ιερείς εντάχθηκαν ή στήριξαν την Αντίσταση, συμμετείχαν ενεργά στα διάφορα όργανα της Λαικής Αυτοδιοίκησης στις ελεύθερες περιοχές, υπηρέτησαν ως στρατιωτικοί ιερείς στις μονάδες του ΕΛΑΣ. Όλοι αυτοί στα χρόνια του Εμφυλίου πλήρωσαν ακριβά την επιλογή τους να σταθούν στο πλευρό του λαού.

 

Η μεταπολίτευση του 1974 αποτέλεσε μια ευκαιρία για να λυθεί αυτό το θέμα με το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας . Τότε που ακόμη και ο Καραμανλής , ο πρεσβύτερος είχε πει στον τότε αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ: « Ήρθε ο καιρός να χωρίσουμε τα τσανάκια μας». Το βήμα αυτό δεν έγινε ούτε στη δεκαετία του ’70 ούτε και σ’ αυτή του ’80 με ευθύνη  των δύο (τότε) μεγαλύτερων κομμάτων. Είναι όμως καιρός, έστω και τώρα να τεθεί το ζήτημα.

Καλή ευκαιρία

Αυτό που επίμονα  και από θέσεις αρχής ζητούσε η Αριστερά στο σύνολό της  πρέπει να γίνει πράξη. Ουδεμία δικαιολογία υπάρχει πλέον για να μην προχωρήσει ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας. Και η προσεχής αναθεώρηση Συντάγματος αποτελεί μια καλή ευκαιρία.

Σήμερα , όχι αύριο , πρέπει να ξεκινήσουν οι απαραίτητες διεργασίες και συζητήσεις Αυτό που προέχει είναι η απόφαση. Και εδώ θα κριθούν όλοι.

Η Ορθοδοξία κατέχει μια δεσπόζουσα θέση στην ελληνική κοινωνία.Είναι φυσικό να υπάρχουν ενστάσεις, προκαταλήψεις, φοβίες. Όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος από αυτόν ενός ειλικρινούς  και ανοιχτού διαλόγου που θα οδηγήσει σε ένα έντιμο χωρισμό.

Στην πορεία αυτή ,  θα πρέπει να λάβουμε υπ΄όψιν ορισμένες παραμέτρους.

-Πρώτον:Αυτό που όλοι πρέπει να αποφύγουμε αυτή τη στιγμή είναι η επίδειξη ενός ακαδημαικού αντικληρικαλισμού. Άμεση σχέση μ΄ αυτό έχει και η απόκρουση της ιδέας ,που ακούγεται αυτές τις μέρες «ας χωρίσουμε και από κει και πέρα δεν μας νοιάζει τι θα κάνουν» . Αυτή η θέση  όχι μόνο παραγνωρίζει μια ιστορική πραγματικότητα , τον δεσπόζοντα ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην κοινωνία μας, αλλά περιέχει και τον κίνδυνο να απομονώσει τις προοδευτικές δυνάμεις από μεγάλα τμήματα του λαού που μπορεί να είναι διαποτισμένα με πίστη αλλά πλήττονται εξ ίσου από τις συνέπειες του βάρβαρου καπιταλισμού των ημερών μας. Πολύ περισσότερο που αν οι προοδευτικές δυνάμεις αφήσουν κενο θα σπεύσουν να το καλύψουν οι διάφοροι εκπρόσωποι του «ιντεγρισμού» και των θεωριών για μια κοινωνία ταυτισμένη απόλυτα με το ιδεολογικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο της θρησκείας.

– Δεύτερον:Στην πορεία για τον χωρισμό θα πρέπει να επιβεβαιωθεί το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος .Η συγκρότηση εθνικών Εκκλησιών  ειδικά στο χώρο των Βαλκανίων ήταν αποτέλεσμα και μέρος των αγώνων για εθνική απελευθέρωση. Και αυτές οι μεγάλες πρωτοβουλίες δεν έχουν εξαντλήσει  τη δυναμική τους .Καί όταν λέμε Αυτοκέφαλο εννοούμε την Εκκλησία με όλες τις μητροπόλεις της Παλαιών και Νέων Χωρών.

Εκδημοκρατισμός

-Τρίτον: Ο εκδημοκρατισμός της Εκκλησίας είναι μιά υπόθεση που δεν μπορεί να αφεθεί στην καλή θέληση των μητροπολιτών. Είναι ζήτημα μεγάλης  πολιτικής σημασίας και η οποιαδήποτε εξέλιξη σ αυτό θα μπορούσε να βαρύνει καθοριστικά και στις πολιτικές εξελίξεις. Μια δεσποτική Εκκλησία ακόμη και ανεξάρτητη από το Κράτος  θα μπορεί να παίξει αρνητικό ρόλο. Αντίθετα θα είναι θετικός ο ρόλος μιάς Εκκλησίας που δεν θα περιχαρακωθεί στο όνομα μιας «καθαρής πνευματικότητας» αλλά θα ενδιαφέρεται και θα τοποτεθείται για τα μεγάλα προβλήματα του λαού.

-Τέταρτον: Έξω από τις συζητήσεις δεν μπορεί να μείνουν και ζητήματα που έχουν σχέση με τα άλλα Πατριαρχεία.Ένα παράδειγμα: Oυδείς «εθνικός λόγος» και ουδεμία «εθνική υπόθεση» υπαγορεύουν το μεν ελληνικό Σύνταγμα να κατοχυρώνει το αναπαλλοτρίωτο της περιουσίας του πατριαρχείου Ιεροσολύμων στη χώρα μας και οι διοικούντες αυτό να ξεπουλάνε ανυπολόγιστης αξίας εκτάσεις στο Ισραηλινό Κράτος βοηθώντας στα σχέδια των κυβερνήσεων του Τελ Αβίβ για εκδίωξη των αράβων από την Ιερουσαλήμ.

Η εκκλησιαστική περιουσία

-Πέμπτον: Το μεγάλο ζήτημα  της εκκλησιαστικής περιουσίας και του ελέγχου σ αυτήν . Μέχρι τώρα (και δεν μιλάμε μόνο για την περιουσία της Εκκλησίας της; Ελλάδος αλλά και αυτή της Κρήτης,  των Δωδεκανήσων και των μοναστηριών του Αγίου Όρους) η κρατική εποπτεία δεν ήταν ποτέ αποτελεσματική. Τις περισσότερες φορές οι ελεγχόμενοι επικαλούνταν την εκκλησιαστική φύση των διαφόρων Ιδρυμάτων . Και αυτό συχνά χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι για να μην γίνεται ουσιαστικός έλεγχος , να υπάρχει αδιαφάνεια και να καλλιεργείται το έδαφος για σκανδαλώδη διαχείριση. Εδώ και καιρό ακούγεται ότι θα καθιερωθεί και πόθεν έσχες για μητροπολίτες και κληρικούς που διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία της Εκκλησίας. Φτάνει όμως μόνο αυτό για να ξέρουν οι πιστοί που καταλήγουν τα ευρώ πού δίνουν:

periousia

Το ζήτημα της περιουσίας του ελέγχου, της καταγραφής και της αξιοποίησής της είναι σημαντικό και για ένα άλλο λόγο: Συνδέεται και με το ζήτημα της μισθοδοσίας των κληρικών. Μετά την κρίση στις σχέσεις  Εκκλησίας και Πολιτείας της διετίας 1987-1988 αποφασίστηκε να την αναλάβει το κράτος με αντάλλαγμα την παραχώρηση της μοναστηριακής περιουσίας. Τώρα μπροστά σε ένα ενδεχόμενο χωρισμό θα τεθεί  το ερώτημα:θα συνεχίσει το κράτος να πληρώνει από τον προυπολογισμό του τους μισθούς των κληρικών ή θα αφήσει αυτή την υποχρέωση  για την (ελεύθερη πιά από κρατικά δεσμά) Εκκλησία  γίνεται με τους μισθούς κληρικών άλλων δογμάτων (π.χ. ρωμαιοκαθολικών );

 

Άς ξεκινήσει λοιπόν αυτή η συζήτηση. Ακόμη και αν στις συνθήκες της κρίσης μπορεί κάποιοι να πούν «τέτοιες ώρες, τέτοιες κουβέντες». Ναι τέτοιες ώρες και τέτοιες κουβέντες γιατί ο σφιχτός εναγκαλισμός Εκκλησίας και Κράτου ζήτημα ς είναι ένα κατ’ εξοχήν ζήτημα δημοκρατίας.

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email