Όποιος «κλείνει» τη μουσική, ανοίγει φυλακές

Ο Σταμάτης Κραουνάκης γράφει για τον ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟ

Στη δεκαετία του ‘80, τον περασμένο αιώνα, η αμερικανική μουσική βιομηχανία, προσπάθησε, μετά από τα «κακά παιδιά» του Γούντστοκ και αφού της κάηκαν τα καλύτερα μυαλά στα ναρκωτικά, να εντάξει όλη τη  μουσική παραγωγή στο μπητ της ντισκοτέκ, ενιαίο ντούπου – ντούπου, για να διευκολύνονται οι ντητζεάδες στα κολλήματα και να ενιαιοποιηθεί η παγκόσμια παράγωγη σ’αυτό το ντουπου-ντουπου, τόσοι παλμοί το δευτερόλεπτο.

Οι πολυάριθμες εθνικές μουσικές σχολές, Βαλκάνια, Τουρκία, Μεσόγειος, σύμπας ο ανατολικός κόσμος, αντιστάθηκαν φυσιολογικά, λόγω κουλτούρας και γλώσσας κι έτσι η πανέξυπνη Αμερική αποφάσισε να δημιουργήσει ειδική κατηγορία…το έθνικ, για να συμπεριλάβει και αυτή την κατηγορία στις πωλήσεις της.

Αυτό για εισαγωγή.

Τα εθνικά μουσικά σχολεία, τα μουσικά γυμνάσια, ανά την Ελλάδα  ήταν τα πρώτα θύματα της «κρίσης».

Εδώ καίγεται το μαγαζί ,τα μουσικά σχολεία θα κοιτάξουμε, φάνηκε να είναι η άποψη της κυβέρνησης.

Μια πρόταση μου σε φίλους μαθητές ανά την Ελλάδα που σπουδάζανε σ’ αυτά, ήταν να μην παραιτηθούνε, να βρούνε τοπικούς χορηγούς – μη μου λέτε δεν υπάρχουν όλα γίνονται – και να συζητήσουνε με τους δασκάλους τους, τις αμοιβές τους και με τι δίδακτρα θα ανταπεξέλθουν, έτσι που να περάσουν τα σχολεία σ ένα είδος αυτοδιαχείρισης.

Γενικά είμαι της γνώμης, πράγμα που το έχω εφαρμόσει 12 χρόνια με τους καλλιτέχνες της «Σπείρας» ,ότι  κανείς  δεν πρέπει να  τα περιμένει όλα από το κράτος.

Δυστυχώς, οι νεώτεροι συνήθισαν σε μια άλλη τακτική… και είναι δύσκολο πολύ, όπως έχουν μάθει να ξεσυνηθίσουν, παρ όλα αυτά επειδή πιστεύω ότι η ανάγκη είναι μεγάλη δασκάλα, όσοι έχουν θέμα με την τέχνη, θα βρουν τους δασκάλους τους και θα τα καταφέρουν.

Όλα τα παιδιά, οι σπουδαστές της RADA (royal academy of dramatic arts) στο Λονδίνο, ζουν από εργασία που προσφέρουν μέσα στη σχολή, από καθαρισμό, ταμείο, ταξιθεσία, λειτουργικές εργασίες, βοηθοί κλπ, μέχρι οτιδήποτε, έξω… γκαρσόνια, πωλητές συνήθως σε σημεία σχετικά με αυτό που σπουδάζουν, αλλά και οπουδήποτε αλλού αν χρειαστεί.

Αυτό είναι κανόνας για την επιβίωση των νέων καλλιτεχνών σε όλα τα σοβαρά έθνη.

Εδώ σε μας, κάθε καινούργιο που άνοιγε, για το «κοινό καλό» και την εκπαίδευση και όχι μόνο, έκρυβε από πίσω, μίζες, κομματικούς διορισμούς, ταχτοποιήσεις των ημετέρων και τα γνωστά.

Τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ και οι κρατικές ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης τα τελευταία χρονιά, απέδωσαν νέους μαέστρους, πολύ καλούς μουσικούς, ανανεωμένο ρεπερτόριο και συναυλίες παντού στην Ελλάδα, στην Ευρώπη… Όπου ηγήθηκαν νέοι και ταλαντούχοι – Μύρων Μιχαηλίδης, Γιώργος Λαζαρίδης – τα πράγματα ανθίσανε, το ίδιο και στη Λυρική, το ίδιο και στην «Ορχήστρα των Χρωμάτων», η «Καμεράτα» όσο δούλευε με τον Αλέξανδρο Μυράτ έκανε θαύματα.

Μιλάω από τη μεριά του καλλιτέχνη, άμα τον αντιμετωπίζεις σαν υπάλληλο θα εναγκαλισθεί τα χούγια του υπαλλήλου, αν τον αντιμετωπίσεις σαν καλλιτέχνη θα πάρεις το καλύτερο του.

Είχα χρειαστεί στο «Πεθαίνοντας στην Αθήνα», του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κάποια σετ με ένα τμήμα μουσικών από τους έγχορδους της Ορχήστρας Ποικίλης της ΕΡΤ, τα οποία μου έκανε η ΕΡΤ χορηγία.

Φοβόμουν ότι θα είναι δύσθυμοι, επειδή δεν θα αμείβονταν έξτρα!

Την πάτησα, μου χάρισαν τον καλύτερο εαυτό τους, τα έδωσαν όλα, ήταν συγκινητικοί, μου είπαν τα χίλια ευχαριστώ, γίναμε φίλοι με κάποιους, τους έστειλα λουλούδια και το «σι-ντι» ολονών, και πήραμε ένα εξαιρετικό συνολικό αποτέλεσμα, το όποιο καταγράφτηκε.

Τότε πρότεινα στη ραδιοφωνία και στον Χρηστό Παναγόπουλο, να δημιουργηθούν ερεθίσματα στους σύνθετες μας, να γράψουν έργα για τα σύνολα, φρέσκα, δυναμικά… Έμεινε κι αυτό, στις ελληνικές  καλένδες. Μόνο ο Τσακνής έκανε κάτι. Το ξαναπροσπάθησα με τον Ταγματάρχη, μάταια, κάπου κόλλαγε το πράγμα και σίγουρα όχι στους διευθυντές, αλλά …κάπου αλλού.

Πέρσι που βάρεσε συναγερμός, ακούσαμε μαγικές ορχήστρες, όχι μόνο από την ΕΡΤ αλλά και από εκείνες των  Δήμων Αθηνών και Πειραιά, είδαμε πρόσωπα ανθρώπων καλλιτεχνών και όχι απλών  υπαλλήλων. Άρα υπάρχει δυναμικό που μπορεί.

Σε μια στιγμή που παίζονται όλα, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν και υποτομείς, πιο ευκίνητοι, λαϊκής παράδοσης, παιδικής μουσικής φιλολογίας, ορφικά σύνολα, μικρότερα ανσάμπλ… κουαρτέτα, τρίο.

Οι βραδιές τζαζ που οργάνωνε ο Τσούχλος, στο Μέγαρο, σκίσανε όλες.

Άρα είναι θέμα χειρισμών και φαντασίας.

Κι απ ότι φάνηκε στα δυσκολα, ο εθελοντισμός της ανάγκης, εκτίναξε μια κρυμμένη δύναμη, που ήταν απαραίτητη, για να τιναχτεί γερά η σκόνη ενός στείρου δημοσιουπαλληλισμού.

Στη Θεσσαλονίκη πρόπερσι οι μουσικοί της Κρατικής Ορχήστρας oργάνωσαν ένα τριήμερο «νον στοπ» με όλα τα είδη μουσικής σ’ ένα κλαμπ, χάλασε ο κόσμος, πέρασε όλη η πόλη. Σ’ όλη την Ευρώπη, νέοι σπουδαστές παίζουν στους δρόμους, στο μετρό, στις πλατείες.

Κάποτε είχα προτείνει στη σχόλη του Νάκα, να φτιάξουμε σύνολα στο δρόμο. Και  που νομίζεται ότι προσέκρουσε; Στα σπίτια! Δεν θέλανε οι γονείς να παίξουν τα παιδιά τους στο δρόμοοοο….

Την ώρα που βαράει μπιέλα το κατάστημα, καλό είναι να καταλάβουμε ότι η τέχνη, η μουσική στην περίπτωση αυτή μπορεί να βοηθήσει να κρατηθεί η ψυχή ζωντανή.

Άκουσα πέρσι στην ΕΡΤ, καλλιτέχνες εξαιρετικούς, τενόρους, βαρύτονους, σοπράνο, σε συναυλίες υπέροχες, με τα καθημερινά τους ρούχα, αλλά με την καρδιά τους στην τέχνη τους.

Συγκινήθηκα ιδιαίτερα με τον Βαγγέλη Χατζησίμο, απενοχοποιημένα από την κλασικούμπα, ερμήνευσε το «σόλε μιο», με ψυχή σαν ζεστό ψωμί. Υπάρχει ανάγκη να κρατηθεί ζωντανό αυτό.

Ο κόσμος άκουσε κλασσική μουσική, χειροκρότησε, συμμετείχε, σ’ αυτά τα… «καταραμένα αντιεμπορικά». Αλήθεια πως γεμίζουν τα Ηρώδεια με κανονικούς ανθρώπους;

Και πάλι σύγχυση//σοπρανες στην «Ετζηαν», βλαχογάμος στην Βαρβάκειο, αν δείτε τα αντίστοιχα βίντεο στην Ισπανία και στο Παρίσι θα καταλάβετε τι λέω.

Η Μετροπόλιταν έβαλε του μουσικούς στο δρόμο και διηύθυνε το κοινό …ο χαμός!

Αν δεν  είχε έρθει ο Λούκος δε θα ξέραμε πόσο σημαντικοί νέοι Έλληνες, είναι διαθέσιμοι για την πατρίδα τους!  Ακύρωσαν παραστάσεις εις την ξένην για να είναι παρόντες στο φεστιβάλ, με ελάχιστα.

Εγκαινιάστηκε το αρχαίο θέατρο της Μεσσήνης με συναυλία της Κρατικής.

Βάλαμε στήθια να έρθει, τότε, ο σημαντικότατος της Όπερας, βασιλιάς στο Κόβεντ Γκάρντεν,  Στέφανος Λαζαρίδης, στη Λυρική. Γνώριζα λόγω προσωπικής φιλίας, τα σχέδια του… Τον Ξεκάνανε, τον πεθάνανε, έφυγε ρημαγμένος. Είχε 400 υπάλληλους αποσπασμένους από αλλά υπουργεία, άσχετους παντελώς με το αντικείμενο, που δεν ήξερε τι να τους κάνει.

Άκουσα αυτές τις μέρες να μνημονεύεται ξανά και ξανά ο Μάνος Χατζιδάκις. Θέλω να θυμίσω ποσό κυνηγήθηκε από τους συνδικαλιστικούς μηχανισμούς… Κι από την ίδια την κυβέρνηση που τον τοποθέτησε, στο Τρίτο Πρόγραμμα, μέχρι που τα βρόντηξε. Και τώρα όλοι άρχισαν τα μνημόσυνα.

Πολλαπλά αφιερώματα, ξανακούσαμε όλο το Θεοδωράκη, από το «εδώ Πολυτεχνείο» μας, μέχρι το εδώ το κατειλημμένο  προαύλιο. Κι αναλογίζεται κανείς ότι αυτό το θηρίο, που ακόμα είναι ανάμεσα μας, που πήγε την Ελλάδα σ’ όλη την υφήλιο, που ακόμα είναι ορθός να τρώει τα χημικά στα μούτρα, μπορεί ακόμα, ευτυχώς, να συσπειρώσει με τη μουσική του ένα συλλογικό αίσθημα αντίστασης… κάτι να συμβεί.

Είναι και θέμα των συνδικάτων και των συνδικαλιστών. Δεν είναι μόνο οι μισθοί και τα ΙΚΑ, είναι να κάνουμε τη δουλειά μας. Κι αυτή τη στιγμή η δουλειά μας είναι και η γιατρειά και η αφύπνιση. Πρέπει αυτό να το κατανοήσουμε.

Όποιος κλείνει τη μουσική, όποιος κατεβάζει τις ασφάλειες, όποιος ρίχνει μαύρο στις οθόνες, ανοίγει φυλακές. Κι εκεί πρέπει όλοι ανεξαιρέτως, αυτό λέει η ψυχή μου, να είμαστε ορθωμένοι ατσάλινο τείχος.

Η σθεναρή αντίσταση των εργαζόμενων της ΕΡΤ με την συνειδητή συμπαράσταση των καλλιτεχνών και των ανθρώπων της πόλης, το πανευρωπαϊκό ρεζιλίκι μιας ανίκανης κυβέρνησης, είχε αποτέλεσμα. Υποχρέωσε σε διαπραγμάτευση. Τα πρόσωπα και των τριών εταίρων, νυν δύο, την ώρα των ανακοινώσεων, ήταν  μέσα στην αγωνία.

Στην έξοδο του Μεσολογγίου, την ώρα που ο αποκλεισμένος, πεινασμένος λαός, έβγαινε να τους κατατροπώσει, κάποιος φώναξε «γυρίστε πίσω»… Έλληνας; Τούρκος; Κάποιος που φοβήθηκε; Ένας βλάκας;… Πάντως την ώρα που κάνανε πίσω έγινε το μακελειό.

Χάθηκε ο αγώνας. Το ξαναλέω: Όποιος σταματάει τη μουσική από μια χώρα, ανοίγει φυλακές.

Υστερόγραφο:

Κάποτε μου είχε ζητηθεί να συμμετάσχω συμβουλευτικά στην οργάνωση των μαθητικών μουσικών διαγωνισμών, πήρα κάτι ελεεινά χαρτιά, απ’ όπου απουσίαζαν παντελώς οι Έλληνες.

Είχα πει τότε, καλά ρε παιδιά, Μπετόβεν παίζουν όλα τα παιδιά της υφηλίου, πού είναι η εθνική μας σχολή ο Σκαλκώτας, ο Σαμαρας, ο Μάντζαρος, έργα μαγικά, αθάνατα, ακόμα κι ο Σακελλαρίδης, αλλά και οι Έλληνες τραγουδοσυνθέτες, ο Μούτσης, ο Ξαρχάκος, ο Λοϊζος, ο Ανδριόπουλος, που είναι ο Μαρκόπουλος μια σχολή από μόνος του, που είναι τα γκρουπάκια να ραπάρουνε στον Όμηρο και τα χορικά της Αντιγόνης και του Ευριπίδη… ότι τέλος πάντων διδάσκεται, αν διδάσκεται, και μοιάζει βαρετό και πεπαλαιωμένο; Που είναι τα δημοτικά μας αριστουργήματα, κάθε τόπος και μουσική σχολή;

Κατάλαβα δυστυχώς ότι όλα ήταν θέμα «άγνοιας» περί του θέματος κάποιων διδασκόντων απ τη μια και των εντεταλμένων κυρίως υπαλλήλων απ την άλλη, με κοιτάζανε σαν να μίλαγα κινέζικα… Τι να σου κάνει και το όμποε αν δεν παίξει και το «τζιβαέρι», που στο κάτω, κάτω στης γραφής, του πάει και πάρα πολύ.

Εμπρός η μουσική, μπροστά στην αδηφάγα μπουλντόζα των κυβερνήσεων της τελευταίας τριακονταετίας τουλάχιστον, που έφερε έναν τόπο, πάμπλουτο, προιοντικά και πολιτισμικά, υπόδουλο στο τραπεζικό Σύστημα.

Η μουσική μας είναι ύψιστη εθνική περιουσία μας. Είναι μέγα εκπαιδευτικό όπλο, εξημερώνει και οδηγεί σε αισθητική απόλαυση, έρωτα, γλέντι, πίστη στη ζωή. Από τους κλαριντζήδες της Ηπείρου, τους ζακυνθινούς κανταδόρους, τους κουζουλαμένους λυράρηδες, τον Μάρκο, τον Τσιτσάνη, τον Άκη Πάνου, μέχρι τον Μπαχ, που επειδή υπήρξε, πιστεύουμε ακόμα ακούγοντας τον ότι «υπάρχει Θεός».

 

 

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email