«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές…»

«Κι ένα τέταρτο μητέρας

αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει.

Που να το ανακράξεις

σε στιγμή μεγάλου κινδύνου»

            (Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

«Κρέμεται το σπαθί κοντά στην κούνια σου, καλό μου,

αλλά το χέρι δεν είναι που το ’σφιγγε στη νίκη.

Μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.

Κάμπους, βουνά, χωρίς αυτόν μάχης καπνοί σκεπάζουν.

αλλ’ αυτό τώρα που κουνώ τ’ αμέριμνο κορμάκι                                  

αύριο θα γίνει δύναμη που ο λογισμός κινάει,

και στήθι αντρίκειο θα σταθεί στες σαϊτιές της μοίρας.

Βρέχει τα βέλη της αυτή στα ύψη των ανδρείων,

που εκεί στημένοι στερεοί λάμπουν στη μάχη θείοι.

Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,                       

τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη.

Όλα τα ερείπια γύρω της κοιτά χαμογελώντας,

κι ανθοί σ’ αυτά, παντού κι αργά, βλασταίνουν ως τον τάφο.

φυτρώνει και στο σκότος του του Παραδείσου τ’ άνθι.

Του κόρφου συ, της αγκαλιάς αγαπημένο βάρος,                               

σπούδαξε, μην αργοπορείς βάρος να γίνεις τρόμου

εκεί που οι χείμαρροι του εχθρού τρομαχτικά βρυχίζουν.

Αλλά το χέρι σου ζωστό πλια στο λαιμό μου γύρω

δε θα ’ναι τότε, αλλά σ’ αυτό τ’ ολεθροφόρο ξίφος.

Της Μοίρας έτσ’ οι δύναμες, όσο τρανές κι αν είναι,                           

κι αν πέσεις συ στον πόλεμο, μένουν εκείνες, όπως

της κούνιας τα κινήματα που τώρα σε κοιμίζουν.

Μεγάλωσε, μεγάλωσε, μη δίχως μάνα μείνεις.

Θα ζώσει εκείνη το σπαθί μες στο βυζί αποκάτου,

κι εμπρός ! σημαία και σπαθί, ψυχή, ψυχή, και νίκη !                        

Την ψυχή μέσα μου γρικώ του ποθητού πατρός σου,

και χίλιες, χίλιες γύρω μου ξαστράφτουν Αμαζόνες.

Άντρες, γυναίκες είν’, κανείς δε θα ρωτά στη μάχη.

Κοίτα τους λάκκους ! – αλλά τι μπορείς συ να κοιτάξεις;

Άπειρους λάκκους, άπειρους γεμίζουν οι νεκροί μας.                        

πέφτουμ’ εμείς, το έργο μας για την πατρίδα μένει,

και σ’ όλα ζει τα στήθη μας τούτ’ η πνοή και μόνη,

που φλόγα γίνεται φριχτή καθολικού πολέμου,

που κάθε γη και θάλασσα παντού περιλαβαίνει,

που ζώνει εσέ και σκίρτημα και της κουνιάς σου δίνει.                       

Σκίρτα, κουνιά, μ’ ευχή χαράς για το καλό που θα ’ρθει !

Γλυκά κι η τύχη μού γελά, γιατί η στιγμή ’ναι τούτη

που τ’ ακριβά σου βλέφαρα σηκώνονται κι αφήνουν

το χαμογέλιο της ματιάς να λάμψει, σ’ όλα τ’ άλλα

αβέβαιο και τρεμάμενο, αλλ’ όχι και σ’ εμένα.                                      

Έλα σ’ εμέ, των σπλάχνων μου γλυκό βλαστάρι. θέλω

για μια στιγμή γοργά ’π’ αυτό το σπίτι να μακρύνω.

θέλω το μέτωπ’ ο καπνός της μάχης να σου ’γγίξει,

πλατιά το στήθος σου, βαθιά, να πνέξει ολέθρου φλόγα».

(Διονύσιος Σολωμός, «Η Ελληνίδα μητέρα») 

«Μάνα μου μάνα
στο δρόμο μου σπείρανε
πέτρα κι αψιθιά.
Μάνα μου μάνα
τα νιάτα μου γείρανε
κάτω απ’τα σπαθιά.

Ουρανέ μου
στείλε μου νερό
να ποτίσω την έρημο
να φυτρώσει
λουλούδι δροσερό
στο κορμί μου τ’αέρινο
μάνα μου μάνα
την άνοιξη φέρε μου
πάνω στο σταυρό.
Μάνα μου μάνα
ηλιόλουστη μέρα μου
πότε θα σε βρω.

Ουρανέ μου
διώχ’τη συννεφιά
να περάσω τα σύνορα
κι ένα βράδυ
πάνω στα βουνά
να χτυπήσω τα σήμαντρα
μάνα μου μάνα
στα χέρια μου σήμερα
καίνε τα καρφιά.

Ουρανέ μου
στείλε μου νερό
να ποτίσω την έρημο
να φυτρώσει
λουλούδι δροσερό
στο κορμί μου τ’αέρινο
μάνα μου μάνα
τον ήλιο σου φέρε μου
πάνω στο σταυρό».
                 (Νίκος Γκάτσος)

«Γλυκέ μου, εσύ δεν χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιέ μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.
Δες, πλάγι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι, ―
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν κ’ εσένα ωραίοι.
Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο, ―
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.
Και γώ η φτωχή και γώ η λιγνή, μεγάλη μέσα σ’ όλους,
με τα μεγάλα νύχια μου κόβω τη γη σε σβώλους
Και τους πετάω κατάμουτρα στους λύκους και στ’ αγρίμια
που μούκαναν της όψης σου το κρούσταλλο συντρίμμια.
Κι ακολουθάς και συ νεκρός, κι ο κόμπος του λυγμού μας
δένεται κόμπος του σκοινιού για το λαιμό του οχτρού μας.
Κι ως τόθελες (ως τόλεγες τα βράδια με το λύχνο)
ασκώνω το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω.
Κι αντίς τ’ άφταιγα στήθεια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω
και πίσω από τα δάκρυα μου τον ήλιον αντικρύζω.
Γιέ μου, στ’ αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου· κοιμήσου, εσύ, πουλί μου».
                                                    (Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος)

«Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κ’ ετοιμάστηκε
να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι,
παρ’ όλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη
που ανατέλλει στον ουρανό – δεν ξέρει η μητέρα μου.

Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό
κ’ η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.
Και τα βράδυα της Κυριακής
λιγνή κ’ υψηλή, μοναχή μέσ’ στη λύπη της
ανασηκώνει τη μπόλια, στρέφει το πρόσωπο
και χαίρεται πάνω της την τάξη του κόσμου.
Δεν ξέρει η μητέρα μου (…)»
                    (Νικηφόρος Βρεττάκος, Η μητέρα μου στην εκκλησία)

Ετικέττες:

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email