Καταργούν ΚΑΙ τον Αρχαιολογικό Νόμο

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ Πολιτισμός • 27 Νοεμβρίου 2016

Για το αστικό κράτος της καπιταλιστικής κρίσης υπάρχουν δύο τρόποι αντιμετώπισης της Πολιτιστικής Κληρονομιάς: είτε ως εμπόδιο, είτε ως επενδυτική ευκαιρία. Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης που κατατέθηκε και τιτλοφορείται ««Νέο Θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και άλλες διατάξεις» υιοθετεί κυνικά και απροκάλυπτα και τις δύο πλευρές και ουσιαστικά περιορίζει ή και καταργεί τις αρμοδιότητες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας έτσι όπως διαμορφώθηκαν από συστάσεώς της και έτσι όπως περιγράφονται από τον Αρχαιολογικό Νόμο.

Προσπαθούν, δε, με λεκτικές και νομικίστικες κουτοπονηριές να κρύψουν κάτω από το χαλί αυτό που δεν κρύβεται. Στο άρθρο 33 που επιγράφεται «Ρυθμίσεις Αρχαιολογίας» (διότι η Αρχαιολογία είναι κάτι που απλώς πρέπει να ρυθμιστεί προς εξυπηρέτηση άλλων σημαντικότερων θεμάτων!), αρχικά προβλέπονταν τα εξής:

«1.Εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος με κανονιστικές αποφάσεις των Δήμων που εκδίδονται κατά το άρθρο 79 του ν. 3463/2006 κατόπιν εισήγησης των Τοπικών Συμβουλίων Μνημείων προσδιορίζονται οι περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στις οποίες μπορούν να ιδρύονται οι δραστηριότητες του παρόντος Κεφαλαίου καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα» και «2.Μετά την δημοσίευση των κανονιστικών αποφάσεων της προηγούμενης παραγράφου, παύουν να ισχύουν οι σχετικές εγκρίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 του ν. 3028/2002 για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο παρόν Κεφάλαιο».

Δηλαδή σε λίγες γραμμές η «αριστερή» κυβέρνηση κατόρθωνε τα εξής δύο:

1. Να καταργήσει (!) διατάξεις του Αρχαιολογικού Νόμου΄(3028/2002) προκειμένου να αναπτυχθεί ανεμπόδιστα η επιχειρηματική δραστηριότητα. Θυμίζουμε εδώ ότι η διοικητική «διευκόλυνση» των λεγόμενων επενδύσεων αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση. ‘Η με άλλα λόγια: το δια των «επενδύσεων» μακέλεμα της χώρας αποτελεί «προαπαιτούμενο».

2. Η αρμοδιότητα ορισμού των περιοχών αρχαιολογικού ενδιαφέροντος να μεταφερθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, που είναι και η καθ’ ύλην αρμόδια, στους Δήμους, με τα Τοπικά Συμβούλιο Μνημείων να περιορίζονται σε ένα ρόλο εισηγητικό και γνωμοδοτικό, επεκτείνοντας ουσιαστικά τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) με τον οποίο αρμοδιότητες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας παραχωρούνταν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Μετά τις αντιδράσεις από την αρχαιολογική κοινότητα για το άρθρο 33 ο νομοθέτης άλλαξε τα προβλεπόμενα ως εξής: Μέσα σε δύο χρόνια από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου τα υπουργεία Εσωτερικών, Οικονομίας – Ανάπτυξης και Πολιτισμού θα προχωρήσουν, μετά από εισήγηση των υπηρεσιών του ΥΠΠΟ, σε κοινές αποφάσεις προσδιορισμού των περιοχών αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στις οποίες μπορούν να ιδρύονται δραστηριότητες καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, θεάτρων και κινηματογράφων. Αλλά, «μετά τη δημοσίευση των ανωτέρω κανονιστικών αποφάσεων, υποκαθίστανται για τις σχετικές περιοχές οι απαιτούμενες σχετικές εγκρίσεις του ν. 3028/2002 για τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο παρόν Κεφάλαιο.» (!)

Δηλαδή, καταργούν πάλι τον Αρχαιολογικό Νόμο, αφού όμως προηγουμένως εμπλέξουν και την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την εξαναγκάσουν να παίξει το ρόλο του μεσιτικού γραφείου, υποδεικνύοντας ποιες περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντας είναι κατάλληλες για επενδύσεις! Και αφού, λοιπόν, η Αρχαιολογική Υπηρεσία ολοκληρώσει τη δουλειά που της ανατέθηκε, τότε δεν θα έχει καν το δικαίωμα να κάνει χρήση του Αρχαιολογικού Νόμου διότι για τις παραπάνω περιοχές δεν θα ισχύει!

Ο σταδιακός και συστηματικός περιορισμός διατάξεων του ισχύοντος Αρχαιολογικού Νόμου (3028/2002) από άλλες διατάξεις που εμφανίζονται σε νεότερους νόμους δεν είναι κάτι το καινοφανές. Είναι αυτό που οι προηγούμενες κυβερνήσεις «όφειλαν» να κάνουν προκειμένου να διευκολύνουν τους εργολάβους των μεγάλων έργων ή να δημιουργήσουν εκείνο το υποστηρικτικό περιβάλλον που θα επιτρέπει σε κάθε λογής «επενδυτές» να κερδοφορήσουν (ή κερδοσκοπήσουν;) στο όνομα της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ωστόσο, κάποια από τις κυβερνήσεις που διαδέχονται η μία την άλλη θα έχει και το «προνόμιο» να βάλει την υπογραφή του οριστικού τέλους σε ό, τι μέχρι σήμερα εννοούσαμε προστασία Μνημείων, δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί μία νέα αντίληψη για την Πολιτιστική Κληρονομιά: Μνημεία εμπόδια ή Μνημεία «δολώματα» για επενδυτές. Και η «αριστερή» κυβέρνηση δείχνει τα πηγαίνει περίφημα.

Ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) ήταν από τα πρώτο νομοθετήματα που περιόριζε τον προστατευτικό και αποφασιστικό ρόλο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, αφού στις αρμοδιότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πέρασε «η εφαρμογή πολιτικών για την ανάδειξη και προστασία του τοπικού πολιτισμού, η προβολή των πολιτιστικών αγαθών και των σύγχρονων πολιτιστικών έργων που παράγονται σε τοπικό επίπεδο, με τη δημιουργία πολιτιστικών και πνευματικών κέντρων, μουσείων, πινακοθηκών, κινηματογράφων και θεάτρων, φιλαρμονικών και σχολών διδασκαλίας μουσικής, σχολών χορού, ζωγραφικής, γλυπτικής κλπ., καθώς και η μελέτη και εφαρμογή πολιτιστικών προγραμμάτων» και «η προστασία μουσείων, μνημείων, σπηλαίων, καθώς και αρχαιολογικών και ιστορικών χώρων της περιοχής και των εγκαταστάσεων αυτών»!

Τότε οι αρχαιολόγοι είχαν αντιδράσει τονίζοντας: «Ο μόνος φορέας που μπορεί και πρέπει να είναι αρμόδιος για το έργο της προστασίας του συνόλου της μνημειακής κληρονομιάς είναι η Αρχαιολογική Υπηρεσία, η αρχαιότερη υπηρεσία του ελληνικού κράτους, που από το 1834 μεριμνά με συνέπεια και αποτελεσματικότητα για την διάσωση και την προστασία των αρχαιοτήτων και διαθέτει την απαιτούμενη επιστημονική, τεχνική και διοικητική εξειδίκευση, αλλά και την μακροχρόνια εμπειρία, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στα πολλαπλά, εξαιρετικά σύνθετα προβλήματα που θέτει η διαδικασία της προστασίας των αρχαίων μνημείων».

Το 2010 κατάφεραν κι άλλο «χτύπημα» στη διεξαγωγή του αρχαιολογικού έργου με επιστημονικούς όρους και τρόπους μέσω του «Μνημονίου Συναντίληψης και Συνεργασίας για τα Μεγάλα Εργα» που υπογράφτηκε μεταξύ του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού (τότε) και του υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων. Με αυτό το μνημόνιο οι ανασκαφές που γίνονται στο πλαίσιο των λεγόμενων Μεγάλων Εργων υποτάσσονται πλήρως στους χρόνους, τους ρυθμούς και τις ανάγκες των εργολαβικών εταιρειών.

Στο μεταξύ ο Οργανισμός του Υπουργείου Πολιτισμού σε ισχύ από τον Οκτώβριο του 2014 Οκτώβριο του 2014 δημιούργησε δεκάδες δυσλειτουργίες , θέτοντας τη λειτουργία των διοικητικών δομών στο πλαίσιο της μνημονιακής δημοσιονομικής προσαρμογής.

Για πρώτη φορά στα χρονικά του Υπουργείου Πολιτισμού θεσμοθετείται η εκποίηση της περιουσίας του η οποία αναφέρεται ως «αρμοδιότητα». Η Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων και Ακίνητης Περιουσίας υποβαθμισμένο σε Τμήμα Απαλλοτριώσεων, Απόκτησης Ακινήτων και Αποζημιώσεων υπάγεται πλέον στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών. Αυτό λοιπόν το τμήμα έχει ανάμεσα στις άλλες αρμοδιότητες «την εποπτεία και τον έλεγχο εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων του Υπουργείου». Δηλαδή το ξεπούλημα στα νέα ήθη συνιστά αρμοδιότητα!

Επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών είναι η καινούρια Διεύθυνση Προϋπολογισμού και Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, με αρμοδιότητα τη διατήρηση και την ενίσχυση της «δημοσιονομικής σταθερότητας». Δηλαδή ένας μόνιμος μηχανισμός λιτότητας, ο οποίος θα προσαρμόζει τον πολιτισμό στις απαιτήσεις των δανειστών για ξεχαρβάλωμα του δημόσιου τομέα και κάθε κοινωνικής συνεισφοράς.

Ο στόχος είναι προφανής: υπηρεσίες υποστελεχωμένες και υποχρηματοδοτούμενες που θα περιορίζονται σε διεκπεραιωτικό ρόλο (έναν τέτοιο ρόλο προβλέπει και το άρθρο 33 του ν/σ που κατατέθηκε) στη σκιά των μεγάλων δημόσιων και ιδιωτικών έργων και που τελικά θα χαρακτηριστούν ανίκανες να αξιοποιήσουν το πολιτιστικό απόθεμα που έχουν κληθεί να διαχειριστούν.

Δια της μεθόδου της «σαλαμοποίησης» κομμάτι – κομμάτι καταργούν τον κυρίαρχο και προστατευτικό ρόλο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και μαζί το μέχρι τώρα θεσμικό πλαίσιο προστασίας των μνημείων προκειμένου να ανοίξει χωρίς δυσάρεστα εμπόδια ο δρόμος στην πλήρη εμπορευματοποίηση του ιστορικού και αρχαιολογικού πολιτιστικού αποθέματος.

Εν’ όψει της ψήφισης το νέου νομοσχεδίου ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων τονίζει ότι: «Θέση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων είναι πως ενώ η εν γένει αδειοδότηση της άσκησης οικονομικής δραστηριότητας σε σύντομο χρονικό διάστημα αποτελεί έναν κρίσιμο παράγοντα για την οικονομική ζωή της χώρας, ο στόχος αυτός θα πρέπει να επιτευχθεί με την ενίσχυση των ελεγκτικών Υπηρεσιών, κι όχι με την κατάργηση της διαδικασίας της προληπτικής αδειοδότησης. Ειδικά όμως στην περίπτωση των αρχαιοτήτων και των μνημείων, η αδειοδότηση επιχειρήσεων χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων υπηρεσιών του ΥΠΠΟΑ απειλεί να επιφέρει άμεσες και μη αντιστρεπτές βλάβες σε αρχαιότητες και μνημεία και ανεπανόρθωτη επιβάρυνση του περιβάλλοντα χώρου τους, ενώ αντίκειται και στο Σύνταγμα της χώρας.

Η αρχαιολογική νομοθεσία, όπως και η περιβαλλοντική νομοθεσία, εκπορεύονται από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 24 και ως εκ τούτου υπερισχύουν άλλων διατάξεων. Θεωρούμε επιβεβλημένο να αποσαφηνιστεί στο σχέδιο νόμου ότι η εφαρμογή των διατάξεων της αρχαιολογικής νομοθεσίας δεν θίγεται από τις διατάξεις του νέου νόμου, όπως άλλωστε αναφέρεται ρητά και για την περιβαλλοντική νομοθεσία.Σε διαφορετική περίπτωση, ο νόμος αυτός καθίσταται απειλή για τις αρχαιότητες και τα μνημεία της χώρας και θα μας βρει αντίθετους».

Ετικέττες: , ,

Διαφήμιση

Ekdoseis Topos

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email