Καταργούμε το Υπουργείο Πολιτισμού και φέρνουμε την Πολιτιστική Άνοιξη!

 

«Προχωρούμε στην αναδιοργάνωση των δομών του Υπουργείου Πολιτισμού, ως αυτόνομου κρατικού φορέα, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς φορείς και τους εργαζόμενους, μέσα από ένα νέο Οργανισμό που θα στοχεύει στην αναβάθμιση και εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών, θα εξασφαλίζει την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των πολιτών, θα κατοχυρώνει όλες τις θέσεις εργασίας (…) Βασική προϋπόθεση, για την επιτυχή υλοποίηση όσων προβληματισμών ή προτάσεων διαμορφώθηκαν, είναι ότι το Υπουργείο Πολιτισμού θα πρέπει να είναι αυτόνομο, χωρίς την οποιαδήποτε μίξη με δραστηριότητες Τουρισμού, Αθλητισμού ή του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Οι όποιες απαραίτητες σχέσεις προκύψουν θα τίθενται στη βάση της συνεργασίας και όχι της εξαρτημένης υπόστασής του».

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται, με ακριβή αντιγραφή, από τα πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τον Πολιτισμό. Πρόγραμμα που δημοσιοποιήθηκε πολύ πριν προκηρυχθούν οι εθνικές εκλογές στις 25 Ιανουαρίου.

Στον πρώτο ενάμιση μήνα συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είμαστε στη δυσάρεστη θέση να αρχίσουμε τις αφαιρέσεις. Τα έγραψε, τα είπε, δεν τα έκανε. Εξω το αυτόνομο Υπουργείο Πολιτισμού, έξω η διαβούλευση με τους φορείς και επομένως έξω και ένας νέος οργανισμός λειτουργίας. Αρα,, καλά δεν αρχίσαμε…

Στην πραγματικότητα μιλάμε για κατάργηση του Υπουργείου Πολιτισμού . Κάτι που προκύπτει και από την πρόσφατη Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Νικόλαο Ξυδάκη (ΦΕΚ τ. Β΄/299/27.2.2015). Σύμφωνα με αυτή την ανάθεση αφαιρείται από τον τομέα Πολιτισμού κάθε δυνατότητα διοικητικής, διαχειριστικής και οικονομικής αυτοτέλειας. Οι σχετικές αρμοδιότητες (αρμοδιότητες Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικού και Οικονομικού) υπάγονται απευθείας στον Υπουργό ΠΟΠΑΙΘ, Α. Μπαλτά.

Οι υπόλοιπες κρίσιμες αρμοδιότητες -μεταξύ αυτών η νομοθετική πρωτοβουλία και ο διορισμός των διοικήσεων των εποπτευόμενων Νομικών προσώπων και των αποκεντρωμένων Δημοσίων Υπηρεσιών- ασκούνται από κοινού με τον Υπουργό και γι’ αυτό το λόγο καθίστανται υπουργοκεντρικές. Τέλος, ο Υπουργός κρατά τον “προσδιορισμό της πολιτικής του Υπουργείου” (άρα και της πολιτικής για τον πολιτισμό) “στο πλαίσιο των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και των λοιπών συλλογικών κυβερνητικών οργάνων αυτής”, καθώς και την “εκπροσώπηση του Υπουργείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τους διεθνείς οργανισμούς”. Αν προσθέσουμε και τις δηλώσεις – υποσχέσεις Βαρουφάκη για τη δημιουργία 10 ενιαίων Οργανισμών εντός των επόμενων τεσσάρων μηνών τότε ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων έχει κάθε λόγο να μιλάει σε πρόσφατη ανακοίνωσή του για για «ψαλίδισμα» των αρμοδιοτήτων του πρώην ΥΠΠΟ θα αποτελέσει μια μαύρη σελίδα στην ιστορία των δημόσιων πολιτικών για τον πολιτισμό στη χώρα μας». Το ίδιο ανήσυχος και ο Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟ Αττικής, Στερεάς και Νήσων τονίζει σε ανακοίνωσή του «η άσκηση δημόσιας πολιτικής για τον πολιτισμό είναι μια κοινωνική αναγκαιότητα, γιατί ξέρουμε καλά πως οι υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ εκτελούν πολύπλευρο και σύνθετο έργο που άπτεται διαφορετικών τομέων άσκησης πολιτικής (εκπαιδευτικής, επικοινωνιακής, οικονομικής, αναπτυξιακής, χωροταξικής, περιβαλλοντικής, διεθνών σχέσεων κοκ.) και ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα συνηγορεί στην ανάγκη αυτοτελούς λειτουργίας ανεξάρτητου Υπουργείου».

Είναι προφανές ότι πριν αποφασιστεί να δοκιμαστεί για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν επί των ημερών Σαμαρά, την περίοδο 2012 – 2013 ήταν αποτυχημένη) η συγχώνευση του Υπουργείου Πολιτισμού με το Υπουργείο Παιδείας δεν προηγήθηκε καμία διαβούλευση με τους κοινωνικούς φορείς και τους εργαζόμενους. Θα πει βέβαια κάποιος πώς ουδέποτε μέχρι σήμερα οι πρωθυπουργοί πριν σχηματίσουν κυβέρνηση διαβουλεύονται με τους κοινωνικούς φορείς. Σωστά. Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση οι φορείς και οι εργαζόμενοι του Υπουργείου Πολιτισμού μέσω των συλλόγων τους έχουν πολλάκις διατυπώσει την άποψή τους για την ανάγκη ενός αυτόνομου Υπουργείου. Μάλιστα ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων το επανέλαβε με ανακοίνωσή του λίγες ώρες πριν την ανακοίνωση της κυβέρνησης και ενώ είχε ήδη διαρρεύσει η συγχώνευση με το Υπουργείο Παιδείας.

Εδώ είναι χρήσιμο να πούμε πώς στην πραγματικότητα αν υπάρχει ένας τομέας που θα είχε νόημα συνδιαχείρισης με τον Πολιτισμό, αυτό είναι το Περιβάλλον καθώς πρόκειται για δύο δημόσια και κοινωνικά αγαθά που βρίσκονται σε άμεση σχέση και εξάρτηση. Επειδή, όμως η σύνθεση υπουργείων δεν είναι μόνο γεωγραφία αρμοδιοτήτων, αλλά ιδεολογική επιλογή και κατεύθυνση, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως πάντα το Περιβάλλον συσχετίζεται με την Ανάπτυξη με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια και ο Πολιτισμός συνδέεται με έννοιες όπως «επιχειρηματικότητα», «βιώσιμη ανάπτυξη», «οικονομία της αγοράς» τίποτα καλό δεν προοιωνίζεται για την διασφάλισή του ω ς δημόσιο αγαθό.

Η προεκλογική υπόσχεση, η οποία καταγράφεται και στο ανωτέρω απόσπασμα, ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα αντικαταστήσει τον Οργανισμό του Υπουργείου Πολιτισμού, που εφαρμόζεται από τον Οκτώβριο του 2014 δημιουργώντας δεκάδες δυσλειτουργίες , θέτοντας τη λειτουργία των διοικητικών δομών στο πλαίσιο της μνημονιακής δημοσιονομικής προσαρμογής, καταργώντας κομβικές δομές προκειμένου να παραδοθούν στον ιδιωτικό τομέα, είναι αυτονόητο πως θα είχε νόημα σε ένα αυτόνομο υπουργείο και όχι σε ένα συγχωνευμένο. Επομένως, ούτε αυτό θα τηρηθεί.

Τι είναι αυτό που θα συμβεί; Στο υπερυπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, οι υπηρεσίες του δεύτερου θα περιοριστούν στην διεκπεραίωση και εξυπηρέτηση πάσης φύσεως μεγάλων έργων που εκτελούνται από ιδιώτες, εφ’ όσον χρήματα δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρχουν για κανενός είδους άσκηση πολιτιστικής πολιτικής.

Η συγχώνευση του Υπουργείου Πολιτισμού με αυτό της Παιδείας και Θρησκευμάτων ανασύρει ζητήματα όχι μόνο πρακτικά, αλλά και ουσίας και συμβολισμών. Ως προς τα πρακτικά το πλέον σημαντικό είναι το θέμα της χρηματοδότησης. Υπό αυτές τις συνθήκες ο ετήσιος προϋπολογισμός θα εγγράφεται σε ένα και μόνο υπουργείο, στο οποίο όμως ο τομέας της Παιδείας είναι πολλαπλάσιος έναντι του Πολιτισμού τόσο ως προς το προσωπικό που απασχολεί όσο και ως προς τις δομές που διαχειρίζεται. Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι ο υποχρηματοδοτούμενος πολιτισμός θα παραμείνει ο φτωχός συγγενής. Από την άλλη πλευρά, σε μία χώρα που διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα πολιτιστικής κληρονομιάς, στην οποία έχουν καταγραφεί πολλαπλές ανάγκες και ελλείψεις , τόσο ως προς την προστασία και την ανάδειξή της όσο και ως προς την καθημερινή, βιωματική και παιδευτική σχέση της με την κοινωνία η κατάργηση της αυτονομίας του Πολιτισμού σε επίπεδο κυβέρνησης αποτελεί ένα πρώτο δείγμα γραφής για το τι θα ακολουθήσει.

Είναι πολύς καιρός που διακινείται, με άλλοθι την κρίση, από διάφορες πηγές η άποψη ότι η λύση είναι οι συμπράξεις του δημόσιου τομέα με τον ιδιωτικό, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο το δημόσιο χαρακτήρα ενός αδιαπραγμάτευτα κοινωνικού αγαθού όπως είναι η πολιτιστική κληρονομιά. Κάτι που φαίνεται να μην ανησυχεί ιδιαίτερα τον αναπληρωτή υπουργό Πολιτισμού, Νίκο Ξυδάκη. Ο Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟ Αττικής, Στερεάς και Νήσων, σε συνάντηση που είχε με τον αν. Υπουργό έθιξε το ζήτημα, αλλά σύμφωνα με την ανακοίνωσή του μετά την συνάντηση « ο αν. Υπουργός δεν φαίνεται να συμμερίζεται τις ανησυχίες μας για το ζήτημα της εμπλοκής ιδιωτών στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, δεσμεύτηκε, ωστόσο, να επανεξετάσει τη λειτουργία της επιτροπής για την «αξιοποίηση των αρχαιολογικών χώρων», με πιλοτική εφαρμογή τον Κεραμεικό και την Βραυρώνα».

Αλλωστε, ο κ. Ν. Ξυδάκης, πριν ακόμα αναλάβει το χαρτοφυλάκιο του Πολιτισμού στο υπερυπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Αθλητισμού και ενώ αρθρογραφούσε έγραφε: «Διεθνώς αναγνωρισμένοι αρχαιολόγοι και έμπειρα στελέχη του υπουργείου επισημαίνουν ότι η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να αποδώσει μεγάλο πλούτο, να βοηθήσει τον τουρισμό και το εθνικό εισόδημα και ταυτόχρονα να διαφυλαχθεί και αναπτυχθεί όπως του αρμόζει. Αναγκαία προϋπόθεση: το αυστηρό, διαφανές πλαίσιο σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, για προστασία του δημόσιου συμφέροντος και αποδοτικότητα» (Εφημερίδα Καθημερινή, 21/12/2014)

Στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ διαβάζουμε: «Θωρακίζουμε θεσμικά το δημόσιο χαρακτήρα του αρχαιολογικού έργου και της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, προωθώντας τις απαραίτητες νομοθετικές παρεμβάσεις και καταργώντας οποιαδήποτε μορφή άμεσης ή έμμεσης ιδιωτικοποίησης. Η πολιτιστική κληρονομιά είναι κοινωνικό αγαθό που συνδέεται με τη βιώσιμη ανάπτυξη, όχι εμπορεύσιμο προϊόν που υπηρετεί το κέρδος συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων».

Ανατρέχοντας πάλι στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, στο κεφάλαιο για τους πόρους από τους οποίους θα αντληθούν χρήματα για τους θεσμούς του πολιτισμού (θέατρο, χορός, κινηματογράφος, εικαστικά) διαβάζουμε ότι προβλέπεται : «Στήριξη του θεσμού της χορηγίας, με κίνητρα προς τους χορηγούς (π.χ. φοροελαφρύνσεις), χωρίς παρέμβαση του χορηγού στο ρεπερτόριο. Ομοίως, ιδιαίτερη στήριξη της χορηγίας μικρών εναλλακτικών ομάδων (χορός, θέατρο επαγγελματικό, ερασιτεχνικό)». Και παρακάτω: «Κίνητρα σε ιδιωτικούς φορείς, ώστε να διευρυνθεί η στήριξη από μη κρατικούς πόρους».

Επομένως, υπάρχει και η άλλη οπτική των πραγμάτων. Εάν τη μισή δουλειά ή και ολόκληρη της διαχείρισης στον Πολιτισμό και την άλλη μισή της χρηματοδότησης την κάνουν οι ιδιώτες τί χρειάζεται το ολόκληρο και αυτόνομο Υπουργείο. Θα αρκούσε και ένα τμήμα!

Διαβάστε εδώ την ανακοίνωση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων και εδώ την ανακοίνωση του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΥΠΠΟ Αττικής, Στερεάς και Νήσων.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email