Ο Άμλετ και τα ερείπια της Ευρώπης

Ο κατεξοχήν εισηγητής της μεταμοντέρνας γραφής Ανατολικο-γερμανός Heiner Müller ανεβαίνει λίγο πριν την έναρξη της καλοκαιρινής περιόδου σε ανατρεπτική και αμιγώς μεταμοντέρνων προδιαγραφών σκηνοθεσία του ταλαντούχου Γρηγόρη Χατζάκη.

Foto - Amlet Machine 1,  Muller- Γρ. Χατζάκης - σκηνογρ. ΑΛΕΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝΟΣ

Ενός πεισματικά αιρετικού νεαρού σκηνοθέτη που συνεχίζει να κινείται εκτός συστήματος και συμβατικών σχημάτων, μη εξαργυρώνοντας τον θόρυβο που προκάλεσαν στα μίντια οι πρώτες του σκηνοθετικές δουλειές όταν ανακάλυπταν με επαναλαμβανόμενα άρθρα τις δραστηριότητες του εικοσάχρονου παιδιού-θαύμα του ελληνικού θεάτρου, άλλοτε προσκεκλημένοι στο Μουσείο Μπενάκη για γνωριμία με ένα «Άγνωστο αριστούργημα» άλλοτε επιβάτες λεωφορείου «Με τα φτερά του έρωτα».

Ο Γρηγόρης Χατζάκης, όμως, δεν εισέβαλε στις γνωστές σκηνές, δεν λειτούργησε ως «ελεύθερος σκηνοθέτης» συνεργαζόμενος με καθιερωμένα ονόματα ηθοποιών και λοιπών συντελεστών που θα του εξασφάλιζαν με πείρα και λάμψη την βέβαιη προβολή. Αντίθετα, δημιουργώντας ομάδα με τους σταθερούς συνεργάτες του, μοιάζει να αναζητά διαρκώς νέους τρόπους, νέες σκηνικές εμπειρίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διαθέτει αναγνωρίσιμο υπόβαθρο: οι παραστάσεις του θα κινηθούν εκτός συμβατικού θεάτρου, εφαρμόζοντας τεχνικές μεταμοντέρνου με κλίση στην παρωδία και το σουρρεαλιστικό στοιχείο όπως αυτά έχουν ζυμωθεί στη μεταδραματική σκηνή.

Αναγκαία σύμπλευση

Η συνάντηση με τη «Μηχανή Άμλετ» του Χάινερ Μύλλερ έρχεται, επομένως, ως φυσική εξέλιξη των αναζητήσεών του και του προσφέρει δραματουργικό υλικό για να αναπτύξει νέες σκηνικές ιδέες. Έργο σύνθετο, δύσκολο, πολυπρισματικό, η «Μηχανή Άμλετ» διαλέγεται με τον σαιξπηρικό «Άμλετ» αντλώντας από αυτόν σπαράγματα που συνδέει με τον σύγχρονο κόσμο, την τότε σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας, τους πολέμους, την κατάρρευση: μια έννοια που ταιριάζει ακόμη καλύτερα στη σύγχρονή μας Ευρώπη του 21ου αιώνα απ’ ότι του 1977, όταν γράφτηκε το έργο. Γι’ αυτό και η πρώτη φράση του έργου -που θα αποτελέσει και τον κινητήριο μοχλό της παράστασης- ηχεί εφιαλτικά επίκαιρη:

«Ήμουν ο Άμλετ. Στεκόμουνα στην ακτή και μιλούσα στα κύματα που πάφλαζαν ΜΠΛΑΜΠΛΑ, με την πλάτη στραμμένη στα ερείπια της Ευρώπης».

Foto - Amlet Machine 2, Muller- Γρ. Χατζάκης - ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΟΣ

Κάποιος που «ήταν» Άμλετ, με την πλάτη στραμμένη σε μια Ευρώπη που δεν είναι πια: κύματα προσφύγων, κλειστά σύνορα αντίστοιχα του τείχους του Βερολίνου που διαιρούν, ταυτότητες που έχουν καταρρεύσει, ρόλοι ρευστοί που εναλλάσσονται, πρόσωπα που αναζητούν νέα προσωπεία για να εκφέρουν τον λόγο που τα εκπροσωπεί: ο Άμλετ προβάλλει από τα έγκατα της σκηνής, μέσα σε (μουσικό) υδάτινο παφλασμό, γίνεται Φάντασμα ή Γερτρούδη, γίνεται Οφηλία για να περιπέσει σε κατάσταση φονικής Ηλέκτρας, ένας Ρασκόλνικοφ με τσεκούρι για το κρανίο της τοκογλύφου. Σε αυτή τη «μηχανή» η ιστορία, η λογοτεχνία, το δράμα βρίσκονται σε συνεχή αλληλενέργεια και διάλογο, το επί σκηνής μονολογούν πρόσωπο σε πλήρη σχάση: ένας ηθοποιός-ρόλος σε αναζήτηση ταυτότητας που παραληρεί πάνω στα ερείπια των ιδεολογιών, της ιστορίας.

Πολυπρισματικός ηθοποιός

Ο Βαγγέλης Στρατηγάκος κινείται στην ευρύχωρη σκηνή του «Σύγχρονου θεάτρου» και καταφέρνει να την γεμίσει με την παρουσία του. Εξερχόμενος από μια καταπακτή, «τα βάθη της θάλασσας», όπως λέει ο σκηνοθέτης, σφιγμένος στο κοστούμι του (Βασιλική Σύρμα), κινείται μόνος στο λιτό σκηνικό του Αλέκου Φασιανού που χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη -εμβληματική του ήρωα- νεκροκεφαλή να δεσπόζει στο βάθος. Στο αριστερό άκρο της σκηνής βρίσκεται ένα λευκό τραπέζι με παράξενα μικροαντικείμενα και μια σκαλιστή καρέκλα να το συνοδεύει ενώ στο δεξί άκρο δυο μικρές τηλεοράσεις «περικλείουν» σε αυτά που δείχνουν το επί σκηνής έργο: στη μία προβάλλεται παλαιά ταινία με τον σαιξπηρικό «Άμλετ» ενώ στην άλλη διαφημιστικό σποτ που δείχνει ένα άνετο κρεβάτι που γίνεται καναπές αλλά και φέρετρο. Συνοψίζοντας έτσι, με μακάβριο χιούμορ, τους τόπους που αντικειμενικά διαδραματίζεται ο «Άμλετ»: κρεβατοκάμαρα (Γερτρούδης), σαλόνι (αίθουσα ανακτόρων), νεκροταφείο. Ευφυής σύνδεση.

Foto - Amlet Machine 3, Muller- Γρ. Χατζάκης - ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΟΣ

Παρά την …επήρεια μέθης (στην οποία έχει περιέλθει πραγματικά ο ηθοποιός πριν από την παράσταση), ο Στρατηγάκος εκφέρει έναν καθαρό λόγο, υποδυόμενος τα πολλαπλά πρόσωπα του μονολόγου του με εναλλαγές στη φωνή, με πλήθος παραγλωσσικά σημεία, με τη δημιουργία διαλόγων όπου ο συνδιαλεγόμενος μαζί του είναι το εκφραστικό του χέρι. Κινείται σε αυτόν τον καταρρακωμένο κόσμο ως περιφερόμενο κουφάρι (κίνηση Μαρίας Καραγεώργου) σε έναν σκοτεινό σκηνικό κόσμο με μόνο συνομιλητή του τα μουσικά ακούσματα του Βύρωνα Κατρίτση.

Μουσικότητες

Σε αυτή την παράσταση του Χατζάκη, περισσότερο από άλλες, η μουσική θα παίξει καθοριστικό ρόλο: άλλοτε ως υπόκωφο άκουσμα, άλλοτε προκαλούμενη από θορύβους (αποτίοντας φόρο τιμής στον πρωτεργάτη Τζων Κέιτζ) και άλλοτε ως ηχητικό που μόλις αρχίσει να μετατρέπεται σε μελωδικό άκουσμα διακόπτεται βίαια, η μουσική του Κατρίτση γίνεται επιτακτικός -πολύμορφων φυσικών υλικών- ρυθμός που πάνω του πατάει ο λόγος του ηθοποιού, δίνοντας μια από τις ωραιότερες στιγμές της παράτασης καθώς αυτή ανοίγει εμφανή διάλογο με το σύγχρονο μεταμοντέρνο μουσικό θέατρο. Ο λόγος γίνεται φωνητικός ήχος και η μουσική συνεκφορά φωνητικών διαζεύξεων, πλαταγίσματα της γλώσσας της θάλασσας, της στεριάς σε ταραχή.

Σε ένα κείμενο ρευστών ταυτοτήτων, δεν ηχεί παράδοξο το γεγονός ότι κάποια στιγμή ο συνδημιουργός ηθοποιός εισάγει και τη δική του ταυτότητα: ο Στρατηγάκος αυτοσυστήνεται, διηγείται τη δική του ιστορία ως προς το πως πριν λίγα χρόνια επέστρεψε στη σκηνή από την απομόνωση της αγροτικής ζωής στη Μάνη ενώ ένα αυθεντικό μαγνητοφωνημένο ντοκουμέντο με τον πατέρα του να μαλώνει και να συμβουλεύει ανατρεπτικά τον άτακτο μικρό Βαγγέλη ακούγεται ξαφνικά, συνδυαζόμενο με την αυθεντική φωτογραφία του ηθοποιού που βρίσκεται μεταξύ άλλων αντικειμένων πάνω στο τραπέζι.

«Δεν είμαι ο Άμλετ. Δεν παίζω πια ρόλο. Τα λόγια μου δεν έχουν να μου πουν πια τίποτα».

Στο μυλλερικό κείμενο το θέατρο υποχωρεί, στη σκηνική γραφή του Χατζάκη ο ηθοποιός γίνεται περφόρμερ που αντικαθιστά τον ρόλο από το πραγματικό πρόσωπο και την ιστορία του: ρόλος-ηθοποιός-πρόσωπο κινούνται στη «μεταιχμιακότητα» της μεταμοντέρνας εποχής όπου τα όρια έχουν καταλυθεί, όπου το δραματικό πρόσωπο συγχέεται με το φαινομενολογικό πρόσωπο του ηθοποιού.

Η εν είδει παράβασης εύχαρις παρέμβαση θα κλείσει με μια έξοχη ερμηνεία του Στρατηγάκου σε τραγούδι του Ξυλούρη.

Ο Γρηγόρης Χατζάκης με την ομάδα του πραγματοποιεί μια άκρως προσωπική, αλλά έντονα πολιτική και κοινωνική σύγχρονη ανάγνωση του μυλλερικού κειμένου καθιστώντας ενεργή κάθε του λέξη, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και αναδεικνύοντας την καίρια μετάφραση της Ελένης Βαροπούλου.

Οι φωτογραφίες είναι του Στυλιανού Παπαρδέλα.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email