Γκραφιτο – λογίες

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ • 11 Μαρτίου 2015

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος κατάφερνε να φτάσει ως τον Παρθενώνα και να «γράψει» πάνω του ένα «καλλιτεχνικό» γκράφιτι. Ποιες νομίζετε ότι θα ήταν οι αντιδράσεις την επομένη; Υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το συμβάν θα καταδικαζόταν ομοθυμαδόν;

Ας σκεφτούμε, τώρα, του λόγους που η καλυμμένη με γκράφιτι όψη του, ιστορικού και χαρακτηρισμένου ως μνημείο, Πολυτεχνείου δεν βρήκε την ομόθυμη καταδίκη. Αν κάποιος πει ότι κάθε μνημείο δεν επιτελεί τον ίδιο ρόλο στον κοινωνικό χώρο και δεν είναι φορέας ίδιων και ταυτόσημων μηνυμάτων, θα είναι αλήθεια. Αν, επίσης, πει κάποιος ότι το Πολυτεχνείο είναι ένας χώρος ακόμα ζων και δρων και επομένως η βιογραφία του κτηρίου γράφεται ακόμα, κι αυτό αλήθεια θα είναι.

Το θέμα όμως είναι, ως ζωντανός ιστορικός χώρος ποια είναι τα μηνύματα που θέλει η κοινωνία να ενσωματώσει και ποια είναι η βιογραφία που θέλει να γραφτεί πάνω του. Ας δούμε, λοιπόν, τι άλλο είναι το Πολυτεχνείο εκτός από ένα εξαιρετικό αρχιτεκτονικό έργο του Καυτατζόγλου. Είναι ο χώρος που συνδέθηκε με αγώνες του ελληνικού λαού με κορυφαίο τον αγώνα ενάντια στην χούντα των συνταγματαρχών. Είναι ο χώρος, που ακριβώς επειδή επιμένει να λειτουργεί σαν αγωνιστικό και εξεγερσιακό σύμβολο, το αστικό κράτος καταβάλει άοκνες και συστηματικές προσπάθειες εκφυλισμού αυτού του χαρακτήρα του. Το ξεκίνησε απονεκρώνοντας και απαξιώνοντας το κτήριο με την ουσιαστική απομάκρυνση των πανεπιστημιακών του δραστηριοτήτων (πλην ελαχίστων) και το συνεχίζει μετατρέποντας το σε ορμητήριο παρακρατικών μολότωφ, εκεί που θα έπρεπε να κατατίθεται το αγωνιστικό πρόσημο των συλλογικών φορέων των φοιτητών και η ανεμπόδιστη διακίνηση ιδεών κάτι που, εξάλλου, θα αποτελούσε και την πραγματική εγγύηση τόσο για τον ιστορικό και συμβολικό του χαρακτήρα όσο και για την υλική του προστασία. Είναι, επίσης, ο χώρος που το αστικό κράτος επιθυμεί το περιβάλλον του να συνδέεται με κάθε είδους παρανομία, όπως η διακίνηση ναρκωτικών, αλλά και κάθε είδους – βολική για το ίδιο – ανθρώπινη εξαθλίωση, όπως η χρήση ναρκωτικών.

Και κάπου εδώ έρχονται οι «γκραφιτάδες». Διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις που θέλουν η εν λόγω παρέμβαση να είναι αποτύπωμα της δικιάς μας μαύρης πραγματικότητας, κραυγή οργής και απελπισίας, αντανάκλαση της κοινωνικού αδιεξόδου. Αλλά και ένας εκ της ομάδας που έδρασε είπε στην Athens Voice «καλό θα ήταν να μην κρίνεις αρνητικά ότι δεν αντιλαμβάνεται η οπτική σου αντίληψη, υπάρχουν «ψυχές» που αντιδρούν με αυτό τον τρόπο σε αυτό το παγκόσμιο δράμα που λέγεται κρίση. Εσύ αντιδράς έτσι, ο άλλος αλλιώς». H street art είναι από τη φύση της τέχνη προκλητική, βλάσφημη συχνά, αιφνιδιαστική. Αλλά δείτε πόσο εύκολο μπορούν αυτά τα χαρακτηριστικά της να γίνουν βολικά συστημικά εργαλεία και τελικά να εκπέσει από ανατρεπτική τέχνη σε εναλλακτικό άλλοθι μιας κοινωνίας που συντηρητικοποιείται. Το να αντιμετωπίζει κάποιος ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης και ιδιοκτησίας του λαού ως προσωπική του ιδιοκτησία και με τέτοια ολοκληρωτική και επιδεικτική διάθεση, επειδή έχει αυτοχριστεί ως δημόσιος εκφραστής της συλλογικής οργής πολύ φοβάμαι ότι έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από την αρχική πρόθεση, αν υποθέσουμε ότι αυτή ήταν η πρόθεση. Και όπως ακριβώς οι παρακρατικές μολότωφ με το μανδύα τάχα της εξέγερσης φέρνουν την αστυνόμευση και τη καταστολή όχι φυσικά για τους ρίπτοντες τις μολότωφ, αλλά για εκείνους που πραγματικά αγωνίζονται και διεκδικούν έτσι ακριβώς και το γκράφιτι του Πολυτεχνείου προκάλεσε: μία εισαγγελική παραγγελία και ένα Φορτσάκη (τέως πρύτανης) να επανακάμπτει φωνασκόντας για την αστυνόμευση των Πανεπιστημίων.

Είναι αλήθεια ότι το ίδιο το κράτος που με περισσό φαρισαϊσμό συνοφρυώνεται μπροστά στο γκράφιτι και προβάλει κάθε είδους ιδεοληψίες περί «καθαρότητας» και άσπιλων μνημείων είναι το ίδιο που καταδικάζει την πολιτιστική κληρονομιά στην εγκατάλειψη, το ίδιο που δεν διαθέτει χρήματα για την προστασία της, το ίδιο που δεν έχει πρόβλημα να εκχωρήσει άλλα ιστορικά κτήρια στο ΤΑΙΠΕΔ, το ίδιο που δεν έχει πρόβλημα να εκχωρήσει μνημεία στους ιδιώτες για να τα «σώσει», το ίδιο που ξεπουλάει δάση και αιγιαλούς, το ίδιο που καταδικάζει οικογένειες και παιδιά στην φτώχεια και την πείνα. Είναι το ίδιο ακριβώς. Αλλά με ποιον περίεργο και επικίνδυνο άραγε συμψηφισμό μπορεί να πει κάποιος ότι ο συλλογικός αγώνας των ανθρώπων για το ψωμί και την εργασία δεν συμβαδίζει με τον αγώνα για την διατήρηση και προστασία της μνήμης του, για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη επαφή με τη υλικά σπαράγματα αυτής της μνήμης; Και τι είδους, άραγε, αφύπνιση της συνείδησης είναι αυτή, που τάχα αγανακτεί για το κοινωνικό αδιέξοδο, αλλά δεν ανησυχεί για τα ιστορικά αποτυπώματα που έχουν χαραχθεί στο συλλογικό μας σώμα;

Δεν υπάρχει ποτέ και πουθενά καμία επαναστατημένη και εξεγερμένη συνείδηση που πάλεψε για τα δικαιώματα που λαού, αλλά αδιαφόρησε για την ιστορία του.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email