Το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής και η αντιμετώπιση του φασιστικού κινδύνου

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών επιβεβαίωσε ότι η Χρυσή Αυγή συνεχίζει να αυξάνει την εκλογική της δύναμη αφού συγκέντρωσε 536.442 ψήφους, δηλαδή 95.548 περισσότερους σε σχέση με τον Μάιο του 2012 και 110.452 σε σχέση με τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Στον πρώτο γύρω των Περιφερειακών εκλογών η Χρυσή Αυγή συγκέντρωσε 457.893 ψήφους έχοντας όμως κατεβάσει ψηφοδέλτιο στις 12 από τις 13 Περιφέρειες της χώρας.

 

Δεν χωράει αμφιβολία πως τα αστυνομικά μέτρα κάθε άλλο παρά μπορούν να περιορίσουν το φασιστικό φαινόμενο. Δεν υιοθετούμε την άποψη που υπονοεί ότι σ’ αυτά βρίσκεται η αιτία ενίσχυσής του. Πρόκειται για λανθασμένη κι εν πολλοίς επικίνδυνη αντίληψη. Αν δεχτούμε πως ο φασισμός ενισχύεται γιατί διώκεται- καθώς και τους ανόητους παραλληλισμούς με την ποτοαπαγόρευση στην Αμερική-, τότε θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως για να περιοριστεί η δύναμη της Χρυσής Αυγής, αυτή πρέπει να αφεθεί ελεύθερη να τρομοκρατεί τον ελληνικό λαό και να εγκληματεί. Πρόκειται για παραλογισμό που συγχέει την ελεύθερη και ανεμπόδιστη πολιτική δράση με δραστηριότητα που κινείται στη σφαίρα του κοινού ποινικού δικαίου.

 

Τα αστυνομικά μέτρα κατά της Χρυσής Αυγής είχαν αναμφισβήτητα μια χρησιμότητα που αφορά στην καταστολή εγκληματικών πράξεων εμποδίζοντας, μέχρι ενός σημείου, την πολιτική αντανάκλασή τους. Εκτίμησή μας είναι πως το κόμμα του κ. Μιχαλολιάκου θα είχε πολύ καλύτερα εκλογικά αποτελέσματα αν οι ψηφοφόροι πήγαιναν στις κάλπες με τα φασιστικά τάγματα να κάνουν παρέλαση στους δρόμους και να τρομοκρατούν. Ο φόβος- κι ακόμη περισσότερο ο τρόμος- είναι πάντοτε με το μέρος εκείνου που μπορεί να τον ασκήσει. Το ίδιο και η αίσθηση της δύναμης που λειτουργικά ελκτικά για τα καθυστερημένα πολιτικά στρώματα της κοινωνίας

 

Για την αντιμετώπιση του φασισμού φαίνεται, επίσης, πως δεν είναι αρκετή η επίκληση της ιστορίας. Η υπενθύμιση δηλαδή των εγκλημάτων του στον 20 αιώνα. Χωρίς να παραγνωρίζουμε στο ελάχιστο την αξία της ιστορικής γνώσης ως στοιχείο για την διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης, οφείλουμε να σημειώσουμε πως ο φασισμός τρέφεται από σύγχρονες κοινωνικές και πολιτικές αιτίες: από την κρίση, από την αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος, από την αδυναμία του κόμματος της εργατικής τάξης να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τις επιπτώσεις της κρίσης στην εργατική τάξη και στα λαϊκά στρώματα.

 

Ο φασισμός τρέφεται, ακόμη, από την διάσπαση του κοινωνικού ιστού στις αστικές κοινωνίες, από την χαλάρωση της ενότητας του έθνους γύρω από την αστική τάξη. Γι’ αυτό ακριβώς ένα από τα κύρια πολιτικά του όπλα είναι ο εθνικισμός. Όχι ο κλασσικός αστικός εθνικισμός αλλά ο εθνικισμός στην βάση μιας άλλης, μιας καινούργιας εθνικής ενότητας που βασικούς πυλώνες της θα έχει την συνέχιση των ένδοξων στιγμών του έθνους (της φυλής ή της ράτσας κατά τη φασιστική ορολογία) υπό την προϋπόθεση ότι αυτό, το έθνος δηλαδή, θα καθαρίσει απ’ όλα εκείνα τα στοιχεία των φυλετικών, πολιτικών και πολιτιστικών προσμίξεων που- κατά τους φασίστες- είναι η κύρια αιτία των δεινών του λαού. Ο εθνικισμός ήταν πάντοτε μια οπισθοδρόμηση κι ένας ρατσισμός που στο φασισμό βρίσκει την πλήρη ολοκλήρωσή του.

 

Ο κενός αντικαπιταλιστικός λόγος δεν αποτελεί φρένο ή τρόπο αποκάλυψης του φασισμού. Αντίθετα ο φασισμός κεφαλαιοποιεί καλύτερα τα αφηρημένα αντικαπιταλιστικά κηρύγματα. Άλλωστε έχει και ο ίδιος «αντικαπιταλιστικό» λόγο, που κινείται μεν έξω από τους ταξικούς κοινωνικούς διαχωρισμούς αλλά είναι απολύτως συγκεκριμένος στην εκάστοτε πραγματικότητα. Ο δικός του «αντικαπιταλιστικός» λόγος είναι μεν λαϊκίστικος και λούμπεν αλλά είναι συγκεκριμένος και προσιτός. Στοχοποιεί πρόσωπα και καταστάσεις που έχουν ονοματεπώνυμο και είναι μια πολύ απτή χειροπιαστή πραγματικότητα, γνώριμη και στον πιο καθυστερημένο πολιτικά πολίτη. Άλλωστε ο φασισμός επενδύει πολλά στην καθυστέρηση των μαζών. Μπορεί ως εξουσία να μην αλλάζει τις σχέσεις παραγωγής, να μην ανατρέπει δηλαδή τον καπιταλισμό, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον απλό και τον απαίδευτο πολιτικά άνθρωπο.

 

Την απειλή του φασισμού στην Ελλάδα οφείλουμε να την δούμε πολύ συγκεκριμένα. Και να την αντιμετωπίσουμε έτσι ακριβώς όπως είναι. Έτσι ακριβώς όπως παρουσιάζεται σήμερα. Τον φασισμό οφείλουμε να τον μελετήσουμε και να τον κατανοήσουμε τόσο στην ιστορική όσο και στην σύγχρονη διάστασή του. Αν το κάνουμε, χωρίς δυσκολία θα καταλάβουμε ότι ο φασισμός, πέρα απ’ ότι γνωρίζουμε κι απ’ ότι θα μάθουμε γι’ αυτόν, είναι σκέτος βολονταρισμός. Τίποτα απ’ όσα επαγγέλλεται δεν είναι πραγματοποιήσιμο, τίποτα δεν απαντάει σε πραγματικές αντικειμενικές ανάγκες της κοινωνίας. Ο φασισμός δεν πολεμά και δεν αναιρεί καμία από τις κοινωνικές ή άλλες αιτίες που οδηγούν στην κρίση και στην εξαθλίωση των ανθρώπων. Είναι ένας βιασμός της πραγματικότητας ώστε αυτή να προσαρμοστεί σε εγκεφαλικά κατασκευάσματα, σε μία υπέρβαση των κοινωνικών αντιθέσεων, σε μια ομογενοποίηση και σε μια ομοιομορφία, χωρίς τίποτα ν’ αλλάξει στην κοινωνική δομή. Το αποτέλεσμα του φασισμού είναι η βίαιη υποταγή του αδυνάτου στον ισχυρό. Του εργαζόμενου στον κεφαλαιοκράτη. Όπου και όποτε επιχειρήθηκε το φασιστικό πείραμα ήταν πάντοτε προσωρινό οδηγώντας τους λαούς και τις κοινωνίες σε τερατογενέσεις και σε τραγωδίες. Ακριβώς σ’ αυτό το ζήτημα η γνώση της ιστορίας παίζει ρόλο αναντικατάταστο.

 

 

 

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email