Από τον Γιαν Φαμπρ ως τον Απόστολο Καρακάση

μια πολιτιστική περι- παρά- πλάνηση

ΙΣΑΑΚ ΣΟΥΣΗΣ ΙΣΑΑΚ ΣΟΥΣΗΣ Πολιτισμός • 30 Μαρτίου 2016

Δεν χρειαζόμουν τον Γιαν Φαμπρ, για να μυηθώ στην βελγική κουλτούρα. Κάποια στοιχεία της τα γνωρίζω επαρκώς από τα εφηβικά και νεανικά μου χρόνια, τότε που κάθε τι ελληνικό με έπνιγε, όπως και οι άνθρωποι γύρω μου, οι ψευτοκομμουνιστές συμμαθητές μου, οι ψευτοπατριώτες γυμνασιάρχες, οι ψευτοεξωστρεφείς έμποροι των τεχνών κλπ. Ομολογώ ότι κινδύνεψα σοβαρά, για να αποφύγω όλα τα προηγούμενα, να ενταχθώ σε μια άλλη κατηγορία ψευτο-, μόνο και μόνο γιατί ήταν μειοψηφική αριθμητικά τότενες , τελείως απόμακρη από τα πραγματικά μου βιώματα και παραπλανητικά κοντά στις δημιουργικές μου φαντασιώσεις : τους ψευτοδιανοούμενους. Ευτυχώς μ΄ αγαπούσε κάποιος και μου απαγόρευε την είσοδο σε ότι μπορεί να κολάκευε τη φιλαρέσκειά μου, αλλά με τίποτα δεν συναντιόταν με ότι πραγματικά γκρέμιζε τις ισορροπίες μου, με απωθούσε, με φόβιζε κι ήταν αυτό πραγματικά που έμελλε να με θέλει να εξοικειωθώ μαζί του εκών, άκων, χωρίς ομολογώ να το έχω καταφέρει μέχρι σήμερα, αλλά κρατώντας με μόνιμα σε εγγρήγορση,
Του Φαμπρ έχω δει μόνο μια παράσταση και θα μπορούσα να ισχυριστώ, με μπόλικη δόση διπλωματίας, ότι την βρήκα ενδιαφέρουσα. Στην πραγματικότητα, από ένα σημείο και μετά, άρχισα να βαριέμαι θανάσιμα. Ενδέχεται να έχει κάνει πολύ καλύτερες. Οψόμεθα. Αλλά εν γένει τα σκεπτικά του σε συνεντεύξεις, τα σκεπτικά των θαυμαστών του , η εμπειρία με ανάλογους φιλότεχνους, μου φέρνει το άρωμα από άλλες εποχές, που η αναζητούμενη μονίμως Ελληνικότητα, μπολιάστηκε με ευρωπαϊκούς νεωτερισμούς που μόνο νεωτερισμοί δεν ήταν . Και δεν αναφέρομαι φυσικά στον Εμπειρίκο, ούτε στους ελάχιστους καταστασιακούς που πήραν το μήνυμα και έδρασαν εγκαίρως, αλλά σε αυτά τα ακαδημαϊκά αναμασήματα, που δυνάστευσαν κατά περιόδους, με άλλη μάσκα κάθε φορά, το θέατρο, ξεκινώντας από τον μεγαλοϊδεάτη, γερμανοτραφή, Ροντήρη, του οποίου τις συνέπειες πλήρωνε μέχρι πριν λίγο το ελληνικό θέατρο. Φτάνοντας μέχρι τη λαίλαπα των, υποτιθέμενων, αποδομητικών παραστάσεών, που μετέφεραν επί λέξει και αμετάφραστα, εδώ και καμιά δεκαπενταριά χρόνια, ότι ενδιαφέρον ή αρλουμποειδές τεκταινόταν εις τα Παρίσια, τεκμηριώνοντας και το στίχο του Μάνου Ελευθερίου «Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια , παντού είναι τεκές «

Η πολιτιστική μας ιστορία ακολουθεί κατά πόδας την πολιτική, που ο κύριος άξονας της δεν είναι άλλο παρά ο χωρισμός σε στρατόπεδα, που το καθένα ομνύει στην ορθή ερμηνεία του Ελληνικού θέματος κι όλα είναι εξαρτώμενα από ξένα κέντρα.

Τον κανόνα αυτό έρχονται να διακόψουν ευτυχώς αρκετές ιδιωματικές εξαιρέσεις που κι αν δεν βρήκαν το Rosebad της ελληνικότητας, βρήκαν τουλάχιστον μια δικιά τους φωνή που συμπεριλαμβάνεται στα αυθεντικά προϊόντα μιας μπάσταρδης κατάστασης. Μέχρι που προκύπτει, αμείλικτο και αναπάντητο επισήμως, το ταξικό θέμα . Το θέμα που έδωσε ξεκάθαρη νεοελληνική βούλα σε όσους, ανεξαρτήτως σχολών και επιρροών, χωνεμένων ή αχώνευτων, αγκάλιασαν το βρώμικο της ελληνικής μεγάλης ιδέας, με ότι σπαρταριστά ζωντανό και απεγνωσμένα αδιέξοδο κυοφορούσε.

Από το Θεοτόκη και το Βουτυρά, μέχρι σημερινούς ανερχόμενους και ήδη αξιόλογους γραφιάδες, σε αυτή τη μοναχική τέχνη, που δεν χρήζει επιχορηγήσεων και άρα διαπραγματεύσεων σε κάθε επίπεδο, πάλλεται το ελληνικό σθένος και η ελληνική κακοδαιμονία, η ελληνική πλάνη και το ελληνικό αιτούμενο .

Στο ελληνικό ντοκιμαντέρ του Καρακάση, που αν ήταν ταινία των αδελφών Νταρντέν, μπορεί και να ενδιαφερόταν κανένας από τους – ψευτό μας, είδα όχι για πρώτη φορά αλλά ούτε και για πολλοστή την αποτύπωση ενός σπαρακτικά νεοελληνικού ζόφου, μάλιστα με τρέλα και κορδέλα κι από τους εργαζόμενους της ΒΙΟΜΕΚ, των οποίων το εγχείρημα παρακολουθεί η ταινία και από τον δημιουργό της που σίγουρα έχει χωνέψει ότι καλύτερο στον τομέα του κι από Ευρωπαίους κι από Ιρανούς και ήξερε πως να το εφαρμόσει στην πραγματικότητά μας.

Τρεις κι ο κούκος ήμασταν μεσ΄ στην αίθουσα. Το «Λένιν τον Οκτώβρη» να έπαιζε τώρα η «Αλκυονίδα», περισσότερους θεατές θα είχε από συνταξιούχους με ένσημα του εμφυλίου και ντοστογιεφσκικούς γόνους, που ζούνε το δικό τους αντιευρωπαϊκό ντεζαβού στο παρόν.

Κι επειδή καλός κι άγιος ο Σπινόζα – αν και οι Εβραίοι δεν έχουν αγίους, ούτε οι φιλόσοφοι, ούτε οι υπόλοιποι – και παντελώς άγνωστος στους Έλληνες, από Ευρωπαϊστές έως φουστανελάδες και κατά τι προγενέστερος του Νίτσε και του Ράμφου, του Βιντγκενστάιν και του Γιανναρά, χαίρομαι που παράλληλα στο διεθνές φεστιβάλ μας, που θα ικανοποιήσει αρκούντως τα νεότευκτα αρχοντοχωριάτικα αριστερά αρχοντικά, επί ξυρού ακμής θα ξεφυτρώνει και κανένας Καρακάσης να μου θυμίζει τους φόβους, τις ελλείψεις και τις ελπίδες μου, τους δρόμους που αγαπώ και μισώ βαθύτατα , την Ελλάδα που επιμένει κι όποιος δεν καταλαβαίνει, ξέρει από Έξω κι ας είναι κι ανακατωτά και πάνω σε ποιους πατά, και με ποιους πηγαίνει.

Ετικέττες: , , , ,

Διαφήμιση

Ekdoseis Topos

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email