Να τραγουδήσω την αυριανή ελπίδα!

Ο Σταμάτης Κραουνάκης γράφει για τον ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟ

   Ημεροδρόμε μου,

τη θυμάμαι την παράσταση των Ορνίθων με τον Κουν ζώντα στη δεύτερη εκδοχή της, τη μεταπολιτευτική, με τα φιλαράκια μου όλα, τον Μαστοράκη, το Ρήγα, τον Καραγιάννη, τον Χαλκιά, τη Ρένη αηδόνα τον Χατζημάρκο και τον Λαζάνη.

Το λιτό σκηνικό του Τσαρούχη που φαινόταν ένα τίποτα και μόλις ανάψανε τα φώτα έγινε ένας παράδεισος και τα ρούχα του Τσαρούχη μαγικά, ένα τίποτα αλλά μαγικά, η μουσική του Χατζιδάκι ένα κέντημα, μια πίστη, ένα χάρμα και η χορογραφία της κυρίας Ζουζούς: Να φεύγετε ψηλά, γρήγορα και να προσγειώνεστε αργά.

Οι δάσκαλοί μας.

Όχι μαλακίες… Αυτοί που μας διδάξανε με το έργο τους, με την ψυχή τους την ταλαντούχα.

Περίμενα την ώρα να μιλήσω τι θα’γραφε ο Αριστοφάνης, για αυτό που συμβαίνει στη χώρα… Τι χειρότερο από αυτό που έγραψε τότε που την σπάραζε τριάντα χρόνια ένας εμφύλιος.

Κάνουμε ότι δε θυμόμαστε…

Όμως πως έγινε και έμεινε το μνημείο ακόμα όρθιο; Πώς το κράτησαν τα χρόνια εκεί; Πως έγινε και δεν μάθανε τίποτα οι επόμενοι, ακόμα κι οι μαθητές, από τα μεγάλα;

Οι περισσότεροι αρκεστήκανε στη μίμηση…

Απ’ όσους έχω δουλέψει μόνο στον Μαστοράκη έχω δει αφομοιωμένες και εξελιγμένες την πίστη, τη μέθοδο και το χιούμορ των χρόνων της νεανικής μας πίστης.

Ήμουν επίσης εκεί, όταν έκανε ο Ευαγγελάτος τη Λυσιστράτη με τον Βογιατζή, με εμβόλιμα δραματικά χορικά από τον πελοποννησιακό πόλεμο. Και είπαμε όλοι τότε, «βρέθηκε ο σκηνοθέτης που θα νικήσει τον Κουν».

Αριστούργημα, αριστούργημα…

Φοιτηταριά ξετρελαμένα, τέρμα βραχάκια, Ηρώδειο. Όλο άντρες ο θίασος, τι να πρωτοθυμηθώ, κι ένα πιανάκι με πινέζες που έπαιζε τη μουσική του Τενιδη .

Αριστοφάνης ο μέγας.

Ο μάρτυς του τέλους μιας εποχής μέσα από την κωμωδία .

Η μεγάλη έκπτωση της αθηναϊκής δημοκρατίας καταγεγραμμένη λεπτό στο λεπτό από τον μεγάλο τον υπέροχο. Τα ήθη, η πίστη, η τιμιότητα, τα πολιτικάρια ίδια ,η καθηκιά, η εξαγορά, η έλλειψη πνευματικότητας και η λογοκρισία με τα δικαστήρια, παρούσες να του κόψουνε τον τσαμπουκά.

Πριτς!

Κείνος τα βρήκε όλα και πουλιά και σύννεφα και βατράχια και αλογάκια και άνθρωποι και πλούτοι και φτώχιες και ένας καημός για κάτι που χανόταν από κάτω λυρικά εκφρασμένος. Πικρά διατυπωμένος και βρισίδι χοντρό άμα λάχαινε σε ό,τι σιχαινόταν.

Καμαρώνω για τα γράμματά μου και τα αρχαία που μου τα ‘μαθε καλά ένας λατρεμένος μου φιλόλογος και τα διάβαζα νεράκι και τα καταλάβαινα σαν το ευαγγέλιο.

Αριστοφάνη μου σε χρειαζόμουνα σήμερα να γράψεις τη μεγάλη κωμωδία του εθνικού ξεπουλήματος από κομματάκια της συμφοράς κι από αναιδείς κομματάρχες, μόμολα της ξεφτίλας, τζάμπα γράμματα, τζάμπα εξυπνάδα, τζάμπα όλα.

Στρογγυλή η Επίδαυρος. Όλα εκεί εκτεθειμένα, παρήγορα, ο κούκος και η σιωπή των εννέα, οι γενικές. Ο Λεωνίδας και οι μεγάλες του δόξες και στους τοίχους του όλα τα μεγάλα.

Τα αποθεωτικά του Θύμιου Καρακατσάνη. Ο Νέζερ, η Αρώνη, ο Ζερβος, τα ρούχα του Κλώνη, τα πρόλαβα και ο Διονύσης Φωτόπουλος, που είναι ο τελευταίος που έδωσε εικόνα στον Αριστοφάνη. Μετά τον Διονύση όλα πασχίζουν να βρουν τον εαυτό τους και δεν μπορούν!!!

Θυμάμαι ένα ανέβασμα Ιππέων με μένα μαθητή του Θεοδωράκη, πρώτη σκηνοθεσία του Λαζάνη στην Επίδαυρο το ‘79..

Κι άλλο ενα σούρουπο που ο Λαζάνης δε μιλούσε πια, και μου τον άφησε η Μάρω η γυναίκα του λιγάκι, ενώ σουρούπωνε να του μιλάω… Ενα από τα πρόσφατα καλοκαίρια που κάτι ανέβαζε ο Μαστοράκης στην μικρή Επίδαυρο με τα μαθητούδια του Τέχνης.

Μείναμε πολλή ώρα, στο τέλος του είπα «δάσκαλε χρειάζεται άραγε πια η τέχνη;» κι εκείνος που δεν μιλούσε έβαλε κόπο πολύ, έσπρωξε τα λόγια του και μου φώναξε με μουγκρητό «ΕΣΥ είσαι τεχνίτης!!!!!!!!»

Θυμάμαι τους Πέρσες του Κουν με τη μουσική του Γιάννη Χρήστου, τον Αρμένη, τον Μίμη, τη Λυδία, μικρά μωρά με τα μπάνια μας, τον Βασιλάκη, τον Καρατζογιαννη.

Κάτι που τα ανάσταινε και τα τρέλαινε όλα. Μια αύρα… Την Ανίτα τη Σαντοριναίου την λατρεμένη  μου, τον Βάσο τον Ανδρονίδη… πρωινά καφεδάκια και τάβλι στο Λυγουριό και την Αλεξάνδρα την Παντελάκη με τα φαρδιά της… πάντα μαύρα.

Αυτά στα νιάτα μου, και μετά τα δικά μου… Τον Βουτσινά με τη Μήδεια και τα βρισίδια με τον Μαρωνίτη και τον Γεωργουσόπουλο… Τον Πλούτο του Λάκη με τον Μαστοράκη, εμένα στον Δικαιόπολη.

Μύρισα τα χώματα, τα θυμάρια, διάβαζα από τις έξι το πρωί με τα αηδόνια… Πίστευα.

Μ’ όλη μου την ψυχή στα καλύτερα. Πάντα ένιωθα, κάτι πετύχαινε και κάτι όχι. Οι Νεφέλες μου με τους Κυπρίους και τον πιτσιρικά τον Γιωργάκη που έριξε κάτω το θέατρο. Οι Θεσμοφοριάζουσες του Χατζάκη με τον Αρμένη και τον Χαραλαμπόπουλο, δέκα χειροκροτήματα η Παράβαση.

Και την Ουζουνίδου…ΚΟΡΥΦΑΙΑ.

Μια ευτυχία οι βδομάδες στον Αριστοτέλη στην παλαιά Επίδαυρο. Θυμάμαι τίγκα το θέατρο στην Ορέστεια του Κουν με τη Μελίνα Κλυταιμνήστρα, μια Ελλάδα που ακόμα έλπιζε, θυμάμαι ακόμα τον εαυτό μου πιτσιρικά, με τα γυαλάκια μου να ορίζει με όρκους το μέλλον… την συνταρακτική Ορέστεια του Πήτερ Χωλ.

Όλα, άλλα κι όλα γνήσια .

Τώρα όλα να πασχίζουν με αγωνία για το αύριο, χωρίς ιδέες, χωρίς πίστη, χωρίς αγάπη για τίποτα.

Κοιτάζω και αναδύομαι με την ελπίδα πάλι. Δεν μ’ αφήνω να βουλιάξω…

Κοιτάζω και παρασύρομαι από τον ενθουσιασμό

Μακάρι να μπορούσα να βρω απ’ την αρχή ένα εμβατήριο, ένα μαρς, μια λυρική ίνα, να τραγουδήσω την αυριανή ελπίδα. Πάω στ’ αηδόνια την αυγή και ζητιανεύω καμιά νότα και κάτι μου ψιθυρίζουνε τα γλυκά μου.

Υστερόγραφο: Σήμερα σου ’χω παγωτά. Τα καλύτερα της Αθήνας από το «Βιέννα» (Ελευθερίου Βενιζέλου 52, στη Νέα Σμύρνη). Πες από μένα, όλο και κάτι θα κεράσει!

Σε λατρεύω.

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email