Ελλάδα: Πρώτα χρέος, µετά κράτος!

Aπό το βιβλίο «Είναι ο Καπιταλισμός ηλίθιε»

«Εγώ θέλω του σπιτιού µας τα κεραµίδια να σάσουµεν, να µην τρέχουν και πέση το σπίτι µας και µας πλακώση. Τα ξένα τα σπίτια τα ’χουν καλά σκεπασµένα οι νοικοκυραίοι τους και δεν παίρνει ο αγέρας τα κεραµίδια τους όσο σφοδρός και να είναι. Του δικού µας του σπιτιού τα κεραµίδια λίγος άνεµος να φυσήξη δεν αφίνει κανένα. Και έχει και κάτι µαστόρους – παίρνουν τα κεραµίδια και σκεπάζουν τα ξένα σπίτια».

Στρατηγός Μακρυγιάννης

 

   Η ιστορία των δανεισµών της Ελλάδας ξεκινάει πριν ακόµα δηµιουργηθεί το ελληνικό κράτος. Το 1823 συνήφθη το πρώτο δάνειο, για τις ανάγκες, υποτίθεται, του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα. Η ονοµαστική του αξία ήταν περίπου 800.000 χρυσές λίρες που δόθηκαν από βρετανικό τραπεζικό οίκο µε εγγύηση τις εκτάσεις της εθνικής γης. Από τις 800.000 η Ελλάδα δεν εισέπραξε τελικά παρά 300.000 λίρες περίπου. Η µοιρασιά του δανείου ανάµεσα σε γαιοκτήµονες και πλοιοκτήτες ήταν από τους παράγοντες που συνετέλεσαν στην πρόκληση του εµφυλίου πολέµου, που ξέσπασε ένα χρόνο αργότερα.

 

Το 1825 συνήφθη δεύτερο δάνειο ύψους 2.000.000 λιρών, πάλι από βρετανικό τραπεζικό οίκο. Όπως και πριν, στην Ελλάδα έφτασε µόλις το 1/10 του ποσού. Πάνω από 500.000 λίρες σπαταλήθηκαν σε παραγγελίες πολεµικών πλοίων που είτε δεν παραλήφθηκαν ποτέ είτε παραλήφθηκαν µε µηχανικές βλάβες. Μεγάλο µέρος του δανείου πήγε σε ρουσφέτια και σε πελατειακή διασπάθιση([1]). Το µέγεθος της διασπάθισης ήταν τέτοιο που, όπως ελέχθη τότε, κατάντησε το έθνος να έχει περισσότερους από 12.000 αξιωµατικούς, σε σύνολο ενόπλων δυνάµεων 20.000 ανδρών (σ.σ.: το γεγονός δηλαδή ότι στην Ελλάδα του 2010 ο αριθµός των εν ζωή απόστρατων αξιωµατικών που συνταξιοδοτούνται µε το βαθµό του στρατηγού ανέρχεται στους… 16.000, έχει τη ρίζα του στο απώτατο παρελθόν). Ό,τι απέµεινε από εκείνα τα «δάνεια της ανεξαρτησίας» διαµοιράστηκε ανάµεσα σε γαιοκτήµονες, κοτζαµπάσηδες και «καραβοκυραίους». Την ίδια περίοδο το πολιορκηµένο Μεσολόγγι, στρατιωτικά εγκλωβισµένο και οικονοµικά αποκλεισµένο, έµενε απροστάτευτο χωρίς τροφή και πολεµοφόδια, αφού από τον πακτωλό των δανείων δεν είχαν αποµείνει παρά µόνο 20.000 λίρες.

 

Τον Απρίλιο του 1826, αναλαµβάνοντας η κυβέρνηση του Α. Ζαΐµη, στο ταµείο υπήρχαν µόνο 16 γρόσια, ούτε µία λίρα([2]). Αυτή ήταν και η πρώτη στην ουσία πτώχευση στην Ιστορία του ελληνικού κράτους, πριν καν αυτό συγκροτηθεί. Εντούτοις, την ίδια περίοδο, πολλές οικογένειες γαιοκτηµόνων και εµπόρων διέθεταν τεράστιες περιουσίες για τα δεδοµένα της εποχής, µε τις οποίες θα µπορούσε να χρηµατοδοτηθεί ο εθνικο-απελευθερωτικός αγώνας χωρίς να υποθηκευτεί στις επιδιώξεις των ξένων. Αντ’ αυτού, µέσω των δανείων οι «ευεργέτες» πολλαπλασίασαν τις πε-ριουσίες τους, ενώ πολλά εκατοµµύρια από αυτά πήγαν στις οχτώ µεγαλύτερες οικογένειες πλοιοκτητών ως «αποζηµίωση» για τη συµµετοχή των πλοίων τους στον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα.

 

Τον Ιανουάριο του 1833 ο Όθωνας µε ένα σµήνος Βαυαρών αξιωµατούχων αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο έχοντας ως προίκα, από το γαλλικό τραπεζικό οίκο Ρότσιλντ, δάνειο ύψους 64.000.000 χρυσών φράγκων. Τέτοιος ήταν ο βαθµός της διασπάθισης του νέου δανείου που ονοµάστηκε «βασιλοφάγον άµα και βασιλο-ποιόν». Είναι χαρακτηριστικό ότι µόνο για τα έξοδα της βαυαρικής δυναστείας και του στρατού της σπαταλήθηκε το 1/6 του δανείου, ενώ το µισό παρακρατήθηκε για τόκους και προµήθειες. Η δεύτερη πτώχευση δεν άργησε, αφού όπως γραφόταν στον Τύπο της εποχής, η Ελλάδα από την ηµέρα που κατέφυγε σε δανεισµό βρέθηκε φτωχότερη. Οι δανειστές απαίτησαν από τη χώρα τη δήµευση µεγάλου µέρους του προϋπολογισµού και επέβαλαν τη θέλησή τους κρατώντας την Ελλάδα σε βαθιά καθυστέρηση και σε ακόµα βαθύτερη εξάρτηση.

 

Η Αγγλία και η Γαλλία διόριζαν δουλικές κυβερνήσεις και παρενέβαιναν διαρκώς στα εσωτερικά πράγµατα της χώρας. Μέχρι την έξωση του Όθωνα, το 1864, όλες οι προσπάθειες για νέο δανεισµό αποτύγχαναν. Τότε το κράτος άρχισε να δανείζεται από την «πατριωτική» Εθνική Τράπεζα υποθηκεύοντας εθνικά κτήµατα, όπως τους ελαιώνες της Άµφισσας. Η Εθνική Τράπεζα, που είχε ιδρυθεί από τον ταµία του Αλή πασά, τον Γεώργιο Σταύρο, δε λειτουργούσε παρά σαν δούρειος ίππος του γαλλικού τραπεζικού οίκου Ρότσιλντ και του ελβετικού οίκου Εϋνάρδου. Τα ελλείµµατα διογκώνονταν και οι δανειστές πίε-ζαν για τη ρύθµιση των παλιών δανείων προκειµένου να εγκρίνουν καινούρια. Η ρύθµιση που βρέθηκε ήταν ο λεγόµενος συµβιβασµός του 1879, που στην πραγµατικότητα επρόκειτο για µια πρωτάκουστη δήµευση των µισών κρατικών εσόδων.

 

Όταν ήρθε η κυβέρνηση Τρικούπη, προχώρησε σε νέο δανεισµό για να πληρωθούν οι συµβάσεις που είχαν συναφθεί µε ξένες εταιρείες για την κατασκευή δηµοσίων έργων και για πολεµικές δαπάνες, ως απόρροια των τυχοδιωκτισµών της «Μεγάλης Ιδέας». Ο Τρικούπης είχε στηρίξει τις ελπίδες του για τον αστικό εκσυγχρονισµό της χώρας κυρίως στον εξωτερικό δανεισµό, που είχε ως συνέπεια το πέρασµα των πλουτοπαραγωγικών πηγών του τόπου στα χέρια του ξένου κεφαλαίου. Ανακηρύχθηκε «πρωταθλητής στα δάνεια», αφού του χρεώνεται το 58,4% του συνολικού εξωτερικού δανεισµού που οδήγησε στην πτώχευση.

 

Στις 10 ∆εκεµβρίου του 1893, δηλαδή πριν συµπληρωθεί µία δεκαπενταετία από την «αναδιάρθρωση» του 1879 (τα δάνεια της οποίας µε απόφαση του 1964 τα πληρώνουµε µέχρι σήµερα!), ο ίδιος ο Τρικούπης ανήγγειλε την αδυναµία αποπληρωµής του δηµόσιου χρέους µε την περίφηµη φράση «δυστυχώς επτωχεύσαµεν». Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πτώχευση έπαιξε ο τραπεζίτης Ανδρέας Συγγρός, ο οποίος εµπόδισε µε όλες του τις δυνάµεις τη σύναψη νέου δανείου από την κυβέρνηση, µε στόχο την πτώχευση και την παραχώρηση σ’ αυτόν του τραπεζικού προνοµίου δανεισµού του ∆ηµοσίου.

 

Ακολούθησε ο τυχοδιωκτικός ελληνοτουρκικός πόλεµος, το 1897, η επιβολή από τους ξένους και ντόπιους πιστωτές του ∆ιεθνούς Οικονοµικού Ελέγχου και η πρωτοφανής οικονοµική και πολιτική υποδούλωση της χώρας στους ιµπεριαλιστές. Τα µονοπώλια του αλατιού, του πετρελαίου, των τραπουλόχαρτων, των σπίρτων, οι φόροι του καπνού και τα εισαγωγικά τέλη πέρασαν στον έλεγχο του ξένου κεφαλαίου σε όφελος των δανειστών. Ο ∆ιεθνής Οικονοµικός Έλεγχος έµεινε στην Ελλάδα µέχρι το 1978, για περισσότερο από 80 χρόνια! Όµως την ίδια περίοδο που η Ελλάδα ξεπουλιόταν στους ξένους, τα εισοδήµατα των µεγαλογαιοκτηµόνων, της νεογέννητης αστικής βιοµηχανικής τάξης και των τραπεζιτών αυξάνονταν σταθερά. Η Εθνική Τράπεζα είχε κεφάλαια που το 1898 άγγιζαν τα 10 εκατοµµύρια χρυσές δραχµές, ενώ ο τραπεζίτης Συγγρός είχε συνολική περιουσία 30 εκατοµµύρια χρυσές δραχµές. Ο µέσος όρος του εισοδήµατος των δέκα µεγαλύτερων καπιταλιστών το 1880 ήταν 100.000 χρυσές δραχµές, αλλά µόλις είκοσι χρόνια αργότερα, το 1900, το ποσό αυτό είχε ανέλθει στις 250.000. Ο αντίστοιχος µέσος όρος των εισοδηµάτων µιας δεκάδας γαιοκτηµόνων το 1880 ήταν 30.000 χρυσές δραχµές. Το 1900 ο µέσος όρος των εισοδηµάτων τους είχε εκτιναχτεί στις 120.000([3]).

 

Μετά τον πόλεµο του 1897 και κατά την περίοδο από το 1898 µέχρι το 1932, η Ελλάδα, λόγω των αποζηµιώσεων που κατέβαλλε στην Τουρκία, των πολεµικών δαπανών των βαλκανικών πολέµων και της Μικρασιατικής Καταστροφής, προχώρησε σε νέο δανεισµό ύψους 1,735 δισεκατοµµυρίων χρυσών φράγκων. Το Μάρτιο του 1931, σύµφωνα µε την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισµού, η Ελλάδα χρωστούσε στο εξωτερικό 2,868 δισεκατοµµύρια χρυσά φράγκα. Την ίδια περίοδο οι εξοπλιστικές δαπάνες αυξάνονταν µε εντατικούς ρυθµούς. Τα κέρδη των τραπεζών αυξήθηκαν κατά 57%, ο εµπορικός στόλος αυξήθηκε κατά 47% και οι µεγάλες βιοµηχανικές µονάδες επεκτάθηκαν. Η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε να επιλέξει ή την πληρωµή των τόκων των δανείων ή το ψωµί του λαού. Επέλεξε την πληρωµή των τόκων. Όµως δεν µπορούσε να εξασφαλιστεί καινούριο δάνειο, αφού η Ευρώπη βρισκόταν στη δίνη της καπιταλιστικής κρίσης. Υπήρξε ωστόσο συµφωνία µε τους δανειστές να πληρωθεί το 30% των τόκων για το 1932 και αν υπήρχε ανάκαµψη το 35%. Έτσι, η κυβέρνηση εξαπέλυσε µια αµείλικτη φοροεπιδροµή για να εξασφαλιστούν 740 εκατοµµύρια, ώστε να εξυπηρετηθούν οι τόκοι των δανείων. Τελικά, η αδυναµία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους απέναντι στους δανειστές του οδήγησε το 1932 σε νέα πτώχευση, µε τους πολιτικούς εκπροσώπους της άρχουσας τάξης –όπως σηµείωνε ο ιστορικός Π. Καρολίδης και κατέγραψε ο Μπελογιάννης στο βιβλίο του– να αποτελούν ένα σώµα «επαγγελµατιών επιδιωκόντων ατοµικά συµφέροντα και εξαγοραζοµένων υπό των διαφόρων αναδόχων εταιριών, της δωροδοκίας διενεργουµένης διά του εις το Χρηµατιστήριον διεξαγοµένου παιχνιδιού, όπερ πράκτορες καθωδήγουν εκ των διαδρόµων της Βουλής».

 

Από το 1823 µέχρι το 1932 η Ελλάδα είχε συνάψει δάνεια συνολικού ύψους 2 δισεκατοµµυρίων φράγκων, είχε καταβάλει στους δανειστές της 2,4 δισεκατοµµύρια, κι όµως χρωστούσε ακόµα το ποσό των 1,963 δισεκατοµµυρίων! Στη χωρίς όρια τοκογλυφία, εκτός των ξένων, συµµετείχαν και οι ντόπιοι οµολογιούχοι αφού το 30% των δανείων ανήκαν σε αυτούς. Εκ των επιφανέστερων ηµέτερων τοκογλύφων ήταν ο τότε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας που δεν παρέλειψε να καλέσει το λαό να αυξήσει εθελοντικά την πείνα του. Ο ελληνικός λαός, έλεγε, θα αποδείξει εµπράκτως ότι «διά αόκνου και επιµόχθου εργασίας, δι’ αυστηράς οικονοµίας, διά περιορισµού όχι µόνον των δαπανών αλλά και των αναγκών δύναται εις το µέλλον να ευηµερήσει» ([4]).

 

Αυτά τα «πατριωτικά» κηρύγµατα προς τους πεινασµένους, κηρύγµατα σύνεσης και εγκράτειας που, όπως φαίνεται, ανέκαθεν δια-σκέδαζαν την τάξη των χορτάτων, απευθύνονταν προς έναν λαό η διατροφή του οποίου δεν είχε αλλάξει από την εποχή της τουρκοκρατίας και ας είχαν περάσει πάνω από εκατό χρόνια. Στη διάρκεια του 1800-1821 ο Έλληνας κατανάλωνε 150 γραµµάρια ψωµί την ηµέρα. Τη δεκαετία του 1930 δεν κατανάλωνε περισσότερα από 180 γραµµάρια. Σύµφωνα µε στατιστικές της εποχής, η ηµερήσια κατανάλωση τροφής κατά άτοµο ήταν 1.200 γραµµάρια. Από αυτά, τα 1.000 ήταν φυτική και µόνο τα 200 ζωική. Η φτωχολογιά ξεγελούσε την πείνα της µε κρεµµύδι, ελιές, χόρτα και ελάχιστο ψωµί. Η κακή διατροφή οδηγούσε στο φυσικό εκφυλισµό. Η Ελλάδα κατείχε το υψηλότερο ποσοστό θνησιµότητας (16 κάτοικοι στους χίλιους) µεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών και βαλκανικών χωρών. Οι µισοί θάνατοι προκαλούνταν από ελονοσία και φυµατίωση, κυρίως λόγω της ανυπαρξίας υγειονοµικής περίθαλψης, αφού µόνο το 1% του προϋπολογισµού κατευθυνόταν σε αυτό τον τοµέα. Ο πληθυσµός στην πλειονότητά του ήταν αγράµµατος. Μόλις ένα στα δέκα παιδιά κατάφερνε να τελειώσει το δηµοτικό σχολείο. Φυσικά τα δάνεια δεν προβλεπόταν να κατευθυνθούν σε αυτούς τους τοµείς, αλλά και σε κανένα είδος ανάπτυξης, µε το έλλειµµα του εµπορικού -ισοζυγίου να διογκώνεται σταθερά([5]).

 

Αυτά ήταν τα αποτελέσµατα των πολιτικών των αστικών κυβερνήσεων κάθε απόχρωσης που πέρασαν από τον τόπο. Προκάλεσαν, διόγκωσαν και χρησιµοποίησαν το δηµόσιο χρέος ως µέσο επιβολής της κυριαρχίας τους και του πλουτισµού τους. Πίσω από το δηµόσιο χρέος δεν κρυβόταν παρά «Η ΕΠΙ∆ΡΟΜΗ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ», όπως έγραφε ο Ριζοσπάστης στο φύλλο της 8.2.1935, προτάσσοντας από την πρώτη σελίδα του το λαϊκό αίτηµα: -«ΠΕΝΤΑΡΑ ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΙΟΥΧΟΥΣ».

 

Η ίδια ιστορία, παράδοσης του τόπου στους ντόπιους και ξένους «λύκους», επαναλήφθηκε στην καθηµαγµένη από τις συµφορές του Βʹ Παγκόσµιου πολέµου Ελλάδα. O πόλεµος άφησε στην Ελλάδα ερείπια και ανθρώπινο πόνο. Τετρακόσιες χιλιάδες εκτελέστηκαν ή πέθαναν από την πείνα. To 50% των οικοδοµών είχε καταστραφεί, 600.000 ήταν οι άστεγοι, το 85% των παιδιών απειλούνταν από φυµατίωση. Οι κατακτητές είχαν λεηλατήσει από τα δηµόσια ταµεία ό,τι αποθέµατα υπήρχαν. Οι απόντες από τον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα και οι συνεργάτες των Γερµανών καθόλου δεν είχαν στο µυαλό τους τη βελτίωση των συνθηκών ζωής εκατοµµυρίων ανθρώπων παρά µόνο την εδραίωσή τους στην εξουσία. Χρησιµοποίησαν τα κεφάλαια του ∆όγµατος Τρούµαν και του Σχεδίου Μάρσαλ αποκλειστικά εναντίον του λαϊκού κινήµατος και προς όφελος του προσωπικού τους θησαυρισµού.

 

Οι εφοπλιστές, οι «αργυρώνητοι ηλίθιοι» όπως τους αποκαλούσε ο επικεφαλής της αµερικανικής αποστολής στην Ελλάδα, είχαν τεράστια κέρδη από τα «λίµπερτις», τα πλοία που µετέφεραν πολεµικό υλικό στην Ελλάδα, τα οποία τους παραχωρήθηκαν µε εγγύηση του ελληνικού ∆ηµοσίου από τη ναυτιλιακή επιτροπή των ΗΠΑ, µε αντιστάθµισµα «ένα γελοία χαµηλό ποσό» που αποδιδόταν στο κράτος ως φόρος. Οι προσωπικές και οικογενειακές επιχειρήσεις κάποιων ηµετέρων εν µία νυκτί έγιναν βιοµηχανίες µε τα κεφάλαια του Σχεδίου Μάρσαλ. Μόνο δέκα βιοµηχανίες, σύµφωνα µε δηλώσεις του υπουργού Συντονισµού Γ. Καρτάλη τον Απρίλιο του 1952, είχαν «απορροφήσει το 60% των πιστώσεων» που εκταµιεύτηκαν σε εφαρµογή του Σχεδίου Μάρσαλ. Άλλα 200 εκατοµµύρια µοιράστηκαν σε 50 βιοµηχανικές και εµπορικές επιχειρήσεις. Από τα χρήµατα αυτά, που διασπαθίστηκαν απροκάλυπτα και που όσοι τα έλαβαν δεν πλήρωσαν ποτέ µια δραχµή τόκο, αναδύθηκαν νέα τζάκια αµερικανοθρεµµένων µεγαλοβιοµηχάνων και µεγαλοεµπόρων.

 

Οι ΗΠΑ, όπως οµολογούσε ο ίδιος ο Porter, ο απεσταλµένος του Τρούµαν στην Ελλάδα, έκαναν «µια τόσο µεγάλη επένδυση» στη χώρα και συνεργάστηκαν µε µια ελληνική κυβέρνηση που «επικαλούµενη τον ίδιο της τον τεραστίων διαστάσεων αντικοµµουνισµό ως επιχείρηµα για την παροχή βοήθειας σε απεριόριστες ποσότητες (είχε) στόχο της… να χρησιµοποιήσει την ξένη βοήθεια ως µέσο για τη διαιώνιση µιας µικρής κλίκας από τραπεζίτες και εµπόρους, που αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα». Περιγράφοντας, δε, την ελληνική άρχουσα τάξη δε δίσταζε να προσθέτει ότι «είναι αποφασισµένη, πάνω απ’ όλα, να προστατεύσει τα οικονοµικά της προνόµια, όποιο κι αν είναι το κόστος σε ό,τι αφορά την οικονοµική υγεία της χώρας»([6]).

 

Ακόµα και οι εκτιµήσεις της εποχής ότι µόλις 500 οικογένειες των Αθηνών ελέγχουν την Ελλάδα αποδείχτηκαν… επιεικείς. «Λέγεται», ανέφερε ο Μαρκεζίνης, «ότι 500 οικογένειες κυβερνούν την Ελλάδα, εγώ όµως πιστεύω, ότι δεν φτάνουν καν τις πεντακόσιες, αλλά είναι µόνο 200»([7]). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, µε τα µέλη της εγχώριας πλουτοκρατίας, που αποτελούσαν «µέλη της κοµψής διεθνούς κλίκας», από τον Οκτώβρη του ’44 µέχρι τον Ιούνη του 1953 να έχουν ξεκοκαλίσει τα πάνω από 3,2 δις δολάρια της λεγόµενης «βοήθειας», µε τους υπέρογκους εξοπλισµούς που άγγιζαν το 50% του προϋπολογισµού και µε τη διατήρηση του υπέρογκου κρατικού καταπιεστικού µηχανισµού, η τρύπα του εξωτερικού χρέους όχι µόνο έµεινε ανοιχτή αλλά διευρύνθηκε. Όσο για τη χρηµατοδότηση του µεγάλου κεφαλαίου, συνεχιζόταν µε σκανδαλώδη τρόπο. Το βεβαιώνει και πάλι ο Porter, ο οποίος σηµειώνει: «Οι βιοµήχανοι δεν επένδυαν περιµένοντας “δανεικά κεφάλαια”, αν και κατά διάφορες εκτιµήσεις είχαν χρυσές λίρες. Οι εµπορικές τράπεζες όχι µόνο δεν διέθεταν πιστώσεις, αλλά δανείζονταν από την Τράπεζα της Ελλάδος προκειµένου να πληρώσουν τους υπαλλήλους τους». Αποτέλεσµα ήταν νέα µεγαλύτερα ελλείµµατα και δηµόσια χρέη που, ως συνήθως, επιχειρήθηκε να καλυφθούν είτε µε άγριες φοροεπιδροµές στα πενιχρά εισοδήµατα του λαού είτε µε καινούριους δανεισµούς.

 

Μεταξύ των ετών 1946 και 1966, πέραν του Σχεδίου Μάρσαλ, οι ελληνικές κυβερνήσεις σύναψαν δάνεια ύψους 551,4 εκατοµµυρίων δολαρίων από αµερικανικές κυρίως τράπεζες αλλά και ευρωπαϊκές. Ο διακανονισµός της αποπληρωµής των νέων δανείων έγινε µε γνώµονα τη στρατηγική θέση της Ελλάδας στο χάρτη των ιµπεριαλιστικών συµφερόντων τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στα Βαλκάνια, γεγονός που συνοδεύτηκε µε ακόµα βαθύτερη εξάρτηση της χώρας από τους ιµπεριαλιστές. Η Χούντα, παραλαµβάνοντας τη σκυτάλη από τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους της πλουτοκρατίας, βάδισε στην πεπατηµένη των ελλειµµατικών προϋπολογισµών. Το 1973, µετά το νέο ιλιγγιώδες δάνειο των 24 δισεκατοµµυρίων δραχµών, το συνολικό δηµόσιο χρέος έφτασε στο τροµακτικό ύψος των 103 δισεκατοµυρίων δραχµών[8]. Ο εξωτερικός δανεισµός της χώρας συνεχίστηκε µεταπολιτευτικά µε ξέφρενους ρυθµούς. Το 1974 τα δάνεια αποτελούσαν το 22,5% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος. Το 1985 η Ελλάδα ήταν παγκόσµια πρώτη στο κατά κεφαλήν δηµόσιο χρέος. Ακόµα και για την αποκατάσταση των σεισµοπαθών στην Καλαµάτα συνάφθηκε δάνειο. Το 1990 τα δάνεια ήταν στο 80,7% του ΑΕΠ. Μετά από µια δεκαετία, το 2000, είχαν ανέλθει στο 139,2%, το 2004 στα 201,2% και στα τέλη του 2009 το δηµόσιο χρέος είχε πλέον εκτιναχθεί στα 298 δις ευρώ, ποσοστό 126,8% του ΑΕΠ.

 

ΠΗΓΗ: Νίκος Μπογιόπουλος, «Είναι ο Καπιταλισμός, ηλίθιε», σελ.229-238, εκδόσεις «Λιβάνη»,

 

 

 

[1]. Νίκος Μπελογιάννης, Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

 

[2]. Τάσος Μ. Ηλιαδάκης, εφηµερίδα Πατρίς, 3.11.2009.

 

[3]. Κωστής Μοσκώφ, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήµατος της εργατικής τάξης, εκδόσεις Καστανιώτη.

 

[4]. Ν.Ψυρούκης, Ο Φασισµός και η 4η Αυγούστου, εκδόσεις Επικαιρότητα.

 

[5]. Βάσος Γεωργίου, Η Εξαθλίωση του λαού και ο πλούτος της χώρας.

 

[6]. Paul A. Porter, Ζητείται ένα θαύµα για την Ελλάδα – Ηµερολόγιο ενός προεδρικού απεσταλµένου, έκδοση «Bήµα – Μαρτυρίες».

 

[7]. Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, εκδόσεις Θεµέλιο.

 

[8]. Γιάννης Σαµαράς, Κράτος και Κεφάλαιο στην Ελλάδα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email