Η τελευταία άμυνα της Δημοκρατίας

Στην Ευρωπαϊκή εκδοχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το πιο βασικό, είναι ότι πρέπει να υπάρχει μια κυβέρνηση και μια αντιπολίτευση (ασχέτως αριθμού κομμάτων σε κάθε πλευρά), με σαφώς διακριτές θέσεις μεταξύ τους.

Ο λόγος είναι ότι, πρέπει πάντα οι εκλογές να προσφέρουν στους πολίτες τη δυνατότητα να θεωρήσουν ότι η αλλαγή της παρούσας κατάστασης της κοινωνίας είναι δυνατή. Η λειτουργία της Δημοκρατίας δηλαδή, πραγματώνεται στη βάση ενός νοήματος, όπως και σε κάθε κοινωνικό σύστημα. Εδώ, το νόημα συμπυκνώνεται στη φράση «στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα».  Αυτή η έννοια της δυνατότητας διεξόδου από την παρούσα κατάσταση πραγμάτων, και μάλιστα διεξόδου κάτω από «δημοκρατικές διαδικασίες», είναι ανάγκη να επιβεβαιώνεται συνεχώς. Διαφορετικά, καταρρέει το εφεύρημα της «λαϊκής κυριαρχίας» και η Δημοκρατία χάνει τη νομιμοποίησή της. Μια νομιμοποίηση, που γίνεται μέσω διαδικασίας (οι διαδικασίες «δημοκρατικού ελέγχου»), με συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό (4ετίας ή 5ετίας) και συγκεκριμένο περιορισμό στις κυβερνητικές λειτουργίες· για παράδειγμα, η ιδέα του «Συντάγματος», υποδηλώνει ότι υφίσταται ιστορικά, έλλειψη εμπιστοσύνης ακόμα και σε δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις. Επίσης, έχουμε νομιμοποίηση μέσω του θεσμού των δημοψηφισμάτων· όταν μια εκλεγμένη κυβέρνηση, αντί να αποφασίσει η ίδια, καλεί τους πολίτες να αποφασίσουν απευθείας για κάποιο (θεωρούμενο ως σημαντικό) ζήτημα. Στο δημοψήφισμα, η κυβέρνηση αρνείται να διακινδυνεύσει τη νομιμοποίησή της (αρνείται να αναλάβει το «πολιτικό κόστος») , και προχωρά σε διάχυση του ρίσκου στους πολίτες. Έτσι, επιβεβαιώνεται νοηματικά ότι «ο λαός είναι κυρίαρχος».

Στη Ελλάδα, ούτε δημοψηφίσματα έχουμε (εκτός εκείνου του 1975 για το πολιτειακό) , ούτε και σεβασμό του Συντάγματος ως υπέρτατου ρυθμιστή του πολιτικού συστήματος. Κι έτσι, μας μένει το τρίτο προαπαιτούμενο (για να χρησιμοποιήσουμε μια μνημονιακή έκφραση του συρμού): αν δηλαδή, υπάρχουν σαφείς διακρίσεις μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Αν κι αυτό δεν ισχύει, τότε δεν έχουμε πολιτικό πρόβλημα, αλλά ξεκάθαρα πολιτειακό.

Ασφαλής δείκτης για τα κοινωνικά φαινόμενα – κι η Δημοκρατία δεν είναι κάτι περισσότερο από ένα ακόμα κοινωνικό φαινόμενο – είναι βεβαίως η ίδια η κοινωνία. Διαπίστωση που μας φέρνει μπροστά στο φαινόμενο της Χρυσής Αυγής. Όσο ενοχλητικό κι αν είναι για την Αριστερά να ακούει ότι το φασιστικό φαινόμενο είναι ένα φαινόμενο βαθιά ριζοσπαστικό, πρέπει να το επαναλάβουμε. Η Αριστερά, δεν έχει – και ποτέ δεν είχε – το μονοπώλιο της έκφρασης του «ριζοσπαστισμού των μαζών».  Ο γνωστός αντίλογος, ότι ο φασισμός «αποτελεί το δεκανίκι του συστήματος», απαντά σε άλλο ερώτημα. Εδώ, το ερώτημα αφορά την επιβεβαίωση της Δημοκρατίας ως (μόνιμου) κοινωνικού αιτήματος, κι όχι την αμφισβήτηση του καπιταλισμού. Μπορούμε να θυμηθούμε εν προκειμένω, ότι το πιο ριζοσπαστικό κοινωνικά τμήμα των Γερμανών εθνικοσοσιαλιστών (ναζί) ήταν τα SA, οι φαιοχίτωνες. Αυτοί δηλαδή που ξεφορτώθηκε ταχύτατα ο Χίτλερ μόλις ένοιωσε να σταθεροποιείται η εξουσία του. Κι ήταν αυτοί ακριβώς που συνέχιζαν να ψέλνουν την (ναζιστικής, εθνικιστικής κοπής) αμφισβήτηση του καπιταλισμού στην προπολεμική Γερμανία. Αποδείχθηκε δηλαδή στη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών», ότι το φασιστικό κίνημα μπορεί να αποβάλλει τα όποια αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά του, και να διατηρήσει ατόφια τη ριζοσπαστική του (ως προς την Δημοκρατία μόνο) υπόσταση, χωρίς απώλεια λαϊκής στήριξης.

Τα φαινόμενα λοιπόν, και στην Ελλάδα του μνημονίου, δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε έναν επικίνδυνο δρόμο. Αν η Αριστερά (ως ΣΥΡΙΖΑ), αύξησε τη δύναμή της κατά 650% περίπου, η ριζοσπαστική ακροδεξιά εκτινάχθηκε κατά 1000% – ή και περισσότερο. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, είναι η μορφή του ριζοσπαστισμού που συμπυκνώνεται στην υποστήριξη της Χ.Α. Σαφώς, όπως κάθε φασιστικό κίνημα που σέβεται τον εαυτό του, η Χ.Α. εκφράζει την μη-πολιτική. Την άρνηση της διάκρισης κυβέρνησης – αντιπολίτευσης («όλοι ίδιοι είναι»), την απόρριψη των δημοκρατικών διαδικασιών («να καεί το μπουρδέλο η Βουλή»), τη λύση του προβλήματος διακυβέρνησης μέσω μεσσιανικών λύσεων («άκου αρχηγέ και άκου το καλά…»). Το «σύστημα» που (υποτιθέμενα) «ξεφτίλισε ο αρχηγός για άλλη μια φορά», δεν είναι άλλο, βεβαίως, από την ίδια τη Δημοκρατία.

Αλλά, δεν είναι η Χ.Α. που εξαφάνισε τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ κυβέρνησης – αντιπολίτευσης υποστηρίζοντας τη λογική του μονόδρομου, ούτε εκείνη προώθησε αλαζονικές παραβιάσεις του Συντάγματος. Αντίθετα: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ και ΛΑΟΣ, αντικατέστησαν την έννοια της Δημοκρατίας με εκείνη των «έκτακτων περιστάσεων». Η λαϊκή κυριαρχία έγινε μια «πολυτέλεια για κράτη που δεν είναι χρεωμένα», αμφισβητήθηκε και λοιδωρήθηκε, ώστε να γίνει εφικτός ο παραμερισμός κι η απόρριψή της. Κατηγορήθηκε ακόμα η λαϊκή κυριαρχία – μέσα από την συνεχή νοηματική  διαστρέβλωση της έννοιας της «συντεχνίας» και του συνδικαλισμού – και για την κρίση. Το ερώτημα που τέθηκε άρρητα μεν αλλά με σαφήνεια ήταν: «Δημοκρατία ή σωτηρία»; Και συνοδεύτηκε από ατέλειωτες περιγραφές Αργεντίνικων σούπερ μάρκετς, άδειων ATM, καρκινοπαθών χωρίς φάρμακα, χειμώνων χωρίς πετρέλαιο κλπ. Μια μαζική εκστρατεία απονομιμοποίησης της Δημοκρατίας, με τη συνέργια των ΜΜΕ (που υποτίθεται ότι περιγράφουν την «πραγματική» κατάσταση των πραγμάτων). Η εκστρατεία αυτή απέδωσε ένα 10% στην Χ.Α., που είναι ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα σχετικής επιτυχίας των κομμάτων των συγκυβέρνησεων. Σχετικής, διότι οι Ηρακλειδείς του μνημονίου, προφανώς στόχευαν αλλού· συγκεκριμένα στη νομιμοποίηση της απονομιμοποίησης της Δημοκρατίας, σε συνδυασμό με την λαϊκή αποδοχή της ανάληψης έκτακτων εξουσιών από μέρους τους. Ως συνήθως, επειδή τα κοινωνικά φαινόμενα δεν εκδηλώνονται από σκυλιά του Pavlov, η προσπάθεια πέτυχε εν μέρει, φέρνοντας στο προσκήνιο τις δυνάμεις της μη-πολιτικής. Μια δεύτερη εκδοχή του ιδίου – της μη-πολιτικής δηλαδή – είναι το μη-πολιτικό μόρφωμα του Στ. Θεοδωράκη: μια πιο «σικ» εκδοχή του «όχι άλλη πολιτική» (με το …χαριτωμένο μοτό της «κοινής λογικής» που θα μπορούσε υποτίθεται να αντικαταστήσει τις εξελικτικά σε μήκος αιώνων εμφανισθείσες δημοκρατικές διαδικασίες).

Οπότε, η καμπάνα χτυπάει για τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος, μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί το βάρος των ευθυνών του. Καλείται δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ – είτε το επέλεξε είτε όχι – να λειτουργήσει ως τελευταία γραμμή άμυνας της Δημοκρατίας. Το ΚΚΕ, πολύ καθαρά, π.χ. στο κείμενο του ΠΓ της ΚΕ στην  ΚΟΜΕΠ ν. 6/2013 με τίτλο «Η πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ», απορρίπτει κάθε δυνατότητα βελτίωσης της ζωής των εργαζομένων στον καπιταλισμό. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θεωρεί ότι η παρούσα κρίση του καπιταλισμού είναι αδύνατο να ξεπεραστεί. Άρα, αν η Δημοκρατία – η αστική Δημοκρατία – έχει οποιαδήποτε ελπίδα, αυτή βρίσκεται στον ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά, η λύση δεν φαίνεται να βρίσκεται σε κινήσεις εντός κάποιων νοηματικά απαξιωμένων – προς το παρόν – δημοκρατικών ελιγμών, όπως π.χ. η προσπάθεια εξεύρεσης 120 βουλευτών για την εισαγωγή θέματος δημοψηφίσματος στη Βουλή σχετικά με τη ΔΕΗ. Βρίσκεται, εκεί που ήταν πάντα. Σε μια αποτελεσματική προσπάθεια να πειστούν οι πολίτες (που δεν είναι «λαός»), ότι μπορεί να υπάρξει λύση. Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διαφέρει σε πολύ διακριτά σημεία από τις δυνάμεις της συγκυβέρνησης. Βρίσκεται στο να γίνουν κάποιες σαφείς θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, κοινωνικά αιτήματα. Στο να μπορέσουν δηλαδή οι πολίτες, να πιστέψουν ότι μια άλλη ζωή στην Ελλάδα είναι δυνατή, είναι εφικτή, ρεαλιστική. Και να το διεκδικήσουν οι ίδιοι.

Αλλιώς, Κορυδαλλός ή όχι, ο «αρχηγός» θα καραδοκεί πάντα.

 

Ο Θωμάς Μαυροφίδης είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, με ειδικότητα τη Θεωρία Συστημάτων.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email