Bάζω κόκκινα γυαλιά

Αρης Ψωμάς Αρης Ψωμάς Κοινωνία • 24 Φεβρουαρίου 2017

  Πήρα μια βαθιά ανάσα.Κοίταξα φευγαλέα την επιγραφή στην είσοδο: ΤΡΑΠΕΖΑ. Θυμήθηκα την επιγραφή της εισόδου στην ΚΟΛΑΣΗ του Δάντη: Εσύ που μπαίνεις, άφησε τις ελπίδες σου απ΄έξω. Τις άφησα και άνοιξα τη στριφογυριστή πόρτα. Μπήκα. Κατευθύνθηκα στο γκισέ.

  -Καλημέρα, θα ήθελα να…

  Η Υπάλληλος με κοίταξε και έστρεψε και τα 2 μάτια προς τα πάνω, κρατώντας σταθερό το κεφάλι της. 7 σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου.Η 3η ήταν ότι έπαθε κρίση επιληψίας. Ημουν έτοιμος να κάνω αναπάντητη στο 166, όταν κατάλαβα. Φυσικά…Μου έδειχνε το ψηφιακό ρολόι στον τοίχο, πάνω από το κεφάλι της.Το οποίο έδειχνε αμείλικτα 08.57, με κόκκινα ψηφία. Κόκκινα άλικα ψηφία, πιθανά από το αίμα όλων αυτών που έπεσαν θύματα σε άνιση μάχη και αγώνα με τα τραπεζικά ιδρύματα. Αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο…

   Έκατσα σε μια θέση για το κοινό, ξεροκαταπίνοντας. Όταν τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο έδειξαν ακέραιο νούμερο, μάζεψα όλες μου τις δυνάμεις. Σηκώθηκα. Ξαναπήγα στο γκισέ.

-Γεια σας.Θα ήθελα να…Δεν πρόλαβα να τελειώσω.

-Είστε ο επόμενος?με ρώτησε η κυρία στον γκισέ.

-Βασικά, είμαι ο προηγούμενος, είπα και χαχάνισα, γιατι μου φάνηκε αστείο.

Δεν φάνηκε το ίδιο αστείο και στην κυρία που καθόταν στο γκισέ.

Ξερόβηξα.

-Έχετε χαρτάκι?με ρώτησε αυστηρά ,κόβωντάς μου τον ξερόβηχα.

-Όχι, αλλά έχω φιλτράκια και καπνό!είπα και ξαναγέλασα, χωρίς προφανώς να έχω πάρει το μάθημά μου.

Η κυρία παρέμεινε ανέκφραστη.Εντάξει, δεν είμαι και ο Τσιφόρος, αλλά με ένα αστείο σπάει πάντα ο πάγος. Έτσι θεωρούσα τουλάχιστον…Έκανα λάθος.

-Πάρτε ένα χαρτάκι, κύριε.

Κοίταξα πίσω μου μια θάλασσα από 70 καρέκλες, εκ των οποίων και οι 70 ήταν…άδειες!Σε μια άδεια αίθουσα.Σε μια άδεια τράπεζα.

   Σύρθηκα μέχρι το μηχάνημα. Πάτησα το κουμπί. Η τράπεζα ήταν τόσο άδεια, που το πάτημα του κουμπιού έκανε αντίλαλο. Σκέφτηκα πόσα καντήλια θα είχε ρίξει ένας φυσιολογικός άνθρωπος,αν αυτό είχε γίνει σε δημόσια υπηρεσία…Ένιωσα τα μάτια της υπαλλήλου να καρφώνονται πάνω μου, σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη μου. Γύρισα νυχοπατώντας στο γκισέ προσπαθώντας στη διαδρομή να απαλλαγώ από την ένοχη σκέψη μου.

-Θα ήθελα να ανοίξω λογαριασμό, είπα στην Υπάλληλο αποφασιστικά.

 Η Υπάλληλος σήκωσε το χέρι-σαν τον Δικαστή στη Δίκη του Κάφκα- δείχνοντας προ ένα άλλο γραφείο. Εκεί καθόταν μια κυρία που από την όψη και από την…κόψη, δικαίωνε τον προσωπικό μου ιδεότυπο για τη φράση του Μαρξ περί ΄΄εργατικής αριστοκρατίας΄΄. Πλουμιστό μαλλί, πλουμιστό φόρεμα και πλουμιστό ύφος αρκετών χιλιάδων καρδιαναλίων. Έκατσα απέναντι από την πλουμιστή.

-Θα ήθελα να ανοιξω λογαριασμό.

-Μάλιστα, κύριε. Θα μου δώσετε το κινητό σας, παρακαλώ?

-Γιατί, θα μου ζητήσετε να βγούμε?είπα και έριξα ένα χαμόγελο-εντελώς καλοκάγαθο,καθόλου σεξιστικό,απλώς ΄΄πλουμιστό΄΄- γιατί μου φάνηκε ασορτί με την πλουμιστή παρουσία της Διευθύντριας.

Έκανα πάλι λάθος. Δεν κουνήθηκε ούτε ίνα του προσώπου της. Πήρα ξανά το συνηθισμένο μου μπλαβί χρώμα της πανάδας και συνέχισα:

-Δηλαδή χωρίς κινητό, δεν μπορώ να ανοίξω λογαριασμό?

-Όχι.

-Τι όχι?Δηλαδή αν δεν έχω καθόλου κινητό?

-Τότε δεν μπορείτε να ανοίξετε λογαριασμό, κύριε. Θα πρέπει να πάρετε κινητό.

Εκείνη τη στιγμή είδα φευγαλέα την κοινή λογική να πηδάει από το μπαλκόνι, ρίχνοντας τον εαυτό της στο κενό, αλλά δεν τόλμησα να μιλήσω.

-Αν δεν έχω λεφτά για κινητό? αποφάσισα να τη στριμώξω.

-Τότε δεν θα έχετε λεφτά και για λογαριασμό, με τάπωσε.

Άκουσα το σώμα της άτυχης κοινής λογικής να σπαρταράει κάτω από το μπαλκόνι.

-Τώρα αυτό είναι λογικό? είπα σαν ηλίθιος ενώ η κοινή λογική ψυχορραγούσε ανήμπορη.

-Τι να κάνουμε, κύριε…Κανονισμοί.

-Κοιτάξτε, χρειάζομαι λογαριασμό για να καταβληθεί το επίδομα ανεργίας, μου ζητήθηκε από τον ΟΑΕΔ ξέρετε, προσπάθησα να τη συγκινήσω.

Με κοίταξε με ένα βλέμμα που με έκανε να νιώσω σαν τον φτωχούλη του Θεού και διέκρινα  ένα συννεφάκι σκέψης πάνω από το κεφάλι της που έγραφε:΄΄mon Dieu, άνεργοι, αναξιοπαθούντες και ανήμποροι…΄΄. Έμεινε ασυγκίνητη.

-Λυπάμαι, κύριε.

Ξεκίνησα να λέω το κινητό μου.

-Όχι, κύριε. Δεν αρκεί ο αριθμός. Θα φέρετε ένα πιστοποιητικό ότι σας ανήκει ο αριθμός.

   Άκουσα τον επιθανάτιο ρόγχο της κοινής λογικής, αλλά δεν κουνήθηκα.Ήταν πολύ αργά πια.

   ‘Αρχισε τις οδηγίες και την άκουγα νιώθοντας ότι βρίσκομαι στο σύμπαν της Comedia del Αrte:

»Θα βγείτε, στη γωνία θα δείτε ενα ΄΄Γρηγόρης-μικρογεύματα΄΄, δίπλα έχει ενα ΄΄Γερμανό΄΄, θα πάρετε το πιστοποιητικό και θα επιστρέψετε σε μένα…

   Δάκρυα άρχισαν να ανεβαίνουν στα μάτια μου. Η πλουμιστή, σε ένα ρεσιτάλ αναλγησίας και με ένα χαμόγελο-ξεκάθαρα-χαιρέκακο, συνέχισε:

-Και μην ξεχάσετε τα υπόλοιπα διακαιολογητικά.

-Ποια δηλαδή?ρώτησα ξέπνοα.

-Ταυτότητα, εκκαθαριστικό, ληξιαρχική πράξη γέννησης, πιστοποιητικό απόλυσης, πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και επίπεδα χοληστερίνης.

-Της καλής ή της κακής?ξαναρώτησα άστοχα.

-Και των δυο, απάντησε ξερά η πλουμιστή.

   Βγήκα έξω. Σκόνταψα πάνω στα ΄΄κοράκια΄΄ που μάζευαν το πτώμα της κοινής λογικής και ξεκίνησα το σαφάρι. Είχε 53 βαθμούς υπο σκιάν. Ιδρωκοπούσα τόσο που έχανα βάρος σε κάθε βήμα. 3 ώρες αργότερα και 3 κιλά λιγότερα, έφτανα ξανά στην είσοδο της Τράπεζας. Με σταμάτησε το security.

-Δεν μπορείτε να περάσετε,κύριε.

-Γιατί,καλέ μου? Έχεις σφουγγαρίσει?ειρωνέυτηκα.

-Να αφήσετε όλα τα μεταλλικα σας αντικείμενα, κύριε.

Άφησα κλειδιά, 3 κέρματα, μπόλικη αγανάκτηση και κάθε μου ελπίδα, αλλά το security με κοίταζε ακόμα καχύποπτα, προφανώς περιμένοντας να αφήσω 3 χασαπομάχαιρα και 2 Κalasnikof. Δεν του έκανα τη χάρη.Διαβάζοντας τη σκέψη του, απάντησα:

-Εγώ είμαι με τη μαζική οργανωμένη πάλη, όχι με ατομικές ενέργειες, είπα στον προλετάριο με τη στολή ενωμοτάρχη και το ταμπελάκι που έγραφε Trump(ή μήπως Tramp) Security και που με κοίταζε σαν να έχω κατέβει από το διάστημα.

  Μπήκα αγέρωχα, κατέθεσα τη χαρτούρα και 5 λεπτά αργότερα ακούστηκε η φράση:Κύριε, έτοιμος ο λογαριασμός σας.

Και τότε, όλα σκοτείνιασαν…

—————————————————————————

   Όταν ξανάνοιξα τα μάτια, βρισκόμουν στο εσωτερικό ενός ασθενοφόρου. Κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό συνέβη, γιατί είχα παραισθήσεις. Έβλεπα τη γιατρίνα να έχει διαφορετικό χρώμα μάτια…Είναι δυνατόν?

-Τι συνέβη?μουρμούρισα.

-Ανοίξατε λογαριασμό και από τη χαρά σας…

-Τι?Κατουρήθηκα?ρώτησα με ντροπή και ειλικρινές άγχος την όμορφη συνάδελφο…

-Όχι, κύριε.Να, πάθατε μια μικρή συγκοπή…Τίποτα σοβαρό, αλλά πρέπει να πάτε στο νοσοκομείο.

Η κοινή λογική?ρώτησα μέσα στη ζάλη. Δεν απάντησε κανείς και φαντάστηκα το προφανές:η κοινή λογική είχε χάσει τη μάχη με την παράνοια…

-Τι ώρα είναι?ρώτησα πάλι.

-12.27, απάντησε απορημένα η γιατρίνα.

Γούρλωσαν τα μάτια μου.Οξύνθηκαν οι αισθήσεις μου. Σηκώθηκα με ένταση.

-Κύριε, ξαπλώστε, πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο, ούρλιαξε η-κατά τα άλλα-συμπαθής συναδέλφισσα.

-Ποιο νοσοκομείο? Τι λες τώρα? Στον ΟΑΕΔ πρέπει να πάω!Τώωραααααα! Σταμάτα το fucking EKAB!!!

  Πετάχτηκα, ξεκόλλησα τα αυτοκόλλητα, πέταξα τους ορούς, άνοιξα την πόρτα και πήδηξα έξω. Απέφυγα 2 αυτοκίνητα που προσπάθησαν να με αποφύγουν κι αυτά, απέφυγα 3 μηχανές που δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια να με αποφύγουν, κουτρουβάλησα τη Σταδίου και βούτηξα στην πόρτα του ΟΑΕΔ.

   Η υπάλληλος που με εξυπηρετούσε επι 13 συναπτές ημέρες, με αναγνώρισε αμέσως. Μπορεί και απ΄ τη μυρωδιά, τι να πω.

-Αχ, κύριε. Δύο εβδομάδες για ένα επίδομα, έδειξε να συμπάσχει.

Και όντως, δυο εβδομάδες. Τη 1η μέρα έκαναν ψηφιοποίηση, την 2η είχε πέσει το σύστημα(επειδή την 1η έκαναν ψηφιοποίηση), την 3η ημέρα δούλευε το σύστημα, αλλά δε δούλευε το σύμπαν (γιατί ήταν 16η Αυγούστου και άντε να δουλέψεις μετά δεκαπενταύγουστο), την 4η ημέρα δεν είχα λογαριασμό τραπέζης, την 5η ημέρα είχα λογαριασμό τραπέζης , αλλά όχι της συγκεκριμένης τραπέζης, την 5η ημέρα έπρεπε να υπογράψω δήλωση μετανοίας (αλλά αντιστεκόμουν γιατί είμαστε οικογενειακώς και αναντάμ και παντός καιρού ΚΚΕ), την 6η ημέρα εγένετο φως και την 7η ημέρα –κατά τας Γραφάς πάντα-ακόμα και ο Θεός ξεκουράζεται,πόσο μάλλον οι υπηρεσίες,που δε συμμετέχουν-κατά την πολιτική οικονομία-στην παραγωγή υπεραξίας.

   Όμως, εκείνη τη στιγμή, ούτε ο θεός ο ίδιος δε με σταματούσε.

-Έφερα το τελευταίο χαρτί, φώναζα με καμάρι και το ανέμιζα από την είσοδο…

-Ναι, αλλά υπάρχει ένα θέμα, είπε η υπάλληλος και ο χώρος μύρισε…έμφραγμα.

Ένιωσα τα γόνατα μου να κόβονται και το συκώτι μου να πηγαίνει περίπατο.

-Τι εννοείτε?μέλισσα(…και κατάλαβα ότι πάθαινα και εγκεφαλικό , αφού ήθελα να γράψω ψέλισα αλλά βγήκε μέλισσα…)

-Βλέπω εδώ, από το Ταμείο σας, το ΤΣΑΥ, ότι έχετε ένα παιδάκι. Το παιδάκι είναι στο όνομά σας?

-Και τι είναι το παιδί να είναι στο όνομά μου, κυρία μου?Hyundai Lantra?

-Κύριε, μην ειρωνεύεστε, δικαιούσθε παραπάνω επίδομα.

-Πολύ ωραία λοιπόν, είπα σαν ανίδεος πρωτάρης.

-Ωραία,ναι, αλλά πρέπει να πάτε πρώτα στο ΤΣΑΥ να πάρετε βεβαίωση.

Την κοίταξα με παράπονο, είδα το πρόσωπο της να παραμπρφώνεται και να μοιάζει με τη μούρη του Κάφκα, το εγκεφαλικό σκέφτηκα και αφέθηκα.

   Εκείνη τη στιγμή, ήθελα μόνο να πάω για ΚΑΦΕ και ΤΣΙΓΑΡΟ. Αντ΄αυτού, πήγα για ΤΣΑΥ και ΒΕΒΑΙΩΣΗ…. Κοίταξα λυπημένα έξω από την πόρτα και είδα μια νεκροπομπή. Η κηδεία της κοινής λογικής σε πλήρη εξέλιξη. Δεν υπάρχει γυρισμός, αναλογίστηκα. Ξεκίνησα για την καινούρια μου αποστολή, σιγοτραγουδώντας:Να δεις που κάποτε…

Συνεχίζεται

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email