«Πολιτιστικές εμμονές 3»

 

«Bad Actors»

Μια από τις πρώτες περφόρμανς που γνώρισε το ελληνικό κοινό κατά τη δεκαετία του ΄90 ήταν εκείνη του Θεάτρου Μαχαγκόνυ με τον παραπάνω τίτλο («Κακοί ηθοποιοί») που παίχτηκε στο θέατρο Αμόρε για περιορισμένες παραστάσεις και σχολιάστηκε αρκούντως για ποικίλους λόγους στον Τύπο. Σ’ αυτήν, οι γερμανοί και έλληνες ηθοποιοί που συμμετείχαν σάρκαζαν το κακό παίξιμο εκκινώντας από τις οντισιόν νέων ηθοποιών ή τη διδασκαλία του δάσκαλου-σκηνοθέτη-θεού και έφταναν έως τις πλέον κλασικές αλλά και σύγχρονες παραστάσεις κακής υποκριτικής.

Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα διαθέτουμε ένα -συγκριτικά και με άλλες χώρες- γερό υποκριτικό δυναμικό. Με άλλα λόγια, έχουμε πολλούς καλούς ηθοποιούς. Ηθοποιούς καλλιεργημένους, ηθοποιούς με συνεχή επιμόρφωση, ηθοποιούς με εξασκημένη τεχνική και επιδεξιότητες.

Φυσικά, αποτελούν μειοψηφία μπροστά στο πλήθος μέτριων αποφοίτων ανεξέλεγκτων, ως προς τον τρόπο λειτουργίας τους, Δραματικών Σχολών -απόφοιτοι που διεκδικούν ισότιμα θέση εργασίας σε θιάσους και θέατρα. Και που συχνά την καταλαμβάνουν.

Άλλωστε, ο καθείς, είτε διαθέτει είτε όχι σπουδές δραματικής τέχνης, μπορεί να εμφανίζεται ως ηθοποιός. Αρκεί να υπάρχει ο παραγωγός, ο σκηνοθέτης, η ομάδα που θα τον εντάξει στο δυναμικό της εκάστοτε παράστασης. Συχνά εις βάρος του αποτελέσματος.

Στην περφόρμανς, αδελφές μου, στην περφόρμανς

Ο ευκολότερος δρόμος για να εμφανιστεί ακόπως κάποιος στη σκηνή έχει θεωρηθεί το σύγχρονο μεταμοντέρνο θέατρο, ειδικά η αυτο-αποκαλούμενη θεατρική περφόρμανς. Συγχέοντας τα ρευστά όρια μεταξύ είμαι και προσποιούμαι, μεταξύ εαυτού και άλλου, πραγματικού και φαινομενολογικού σώματος που υπηρέτησαν μεγάλοι καλλιτέχνες του είδους, και αγνοώντας την έννοια της «μεταιχμιακότητας» στην οποία ακροβατεί ο πραγματικός περφόρμερ όπως και τα όσα διακυβεύονται μέσω αυτής τόσο για τον ηθοποιό όσο και για τον θεατή, αδούλευτοι φωνητικά ή σωματικά νέοι «επιστρατεύονται» από σκηνοθέτες και αναλαμβάνουν σκηνικές δράσεις.

Το γεγονός ότι δεν θα υποδυθούν προ-διαγεγραμμένους ρόλους-δραματικά πρόσωπα λειτουργεί ως άλλοθι για την αμήχανη επί σκηνής παρουσίας τους, για την κάκιστη εκφορά του λόγου, για την αδυναμία να χειριστούν το σώμα τους. Κάποιος τους είπε, αποπροσανατολίζοντάς τους, ότι το είδος θεατρικής πράξης στο οποίο συμμετέχουν υπηρετείται με το να είναι απλώς ο εαυτός τους. Αγνοώντας ότι ο πιθανότατα συμπαθέστατος, στην καθημερινότητά τους, εαυτός τους, από τη στιγμή που μετακινείται σε μια υποτυπώδη σκηνή που ορίζεται από την ύπαρξη απέναντι, γύρω, δίπλα του θεατών, μεταστρέφεται αναγκαστικά σε σκηνικό δρώντα, σε υποκριτή που, φανερά ή κρυφά, ανταγωνίζεται τον πραγματικό εαυτό. Πρόκειται για «αγώνα» ακόμη πιο δύσκολο από το να υποδυθείς δεδομένο και σχεδιασμένο από κάποιον συγγραφέα δραματικό πρόσωπο. Πόσοι το έχουν όμως αντιληφθεί;

Είναι λυπηρό ότι σύγχρονοι νέοι σκηνοθέτες που κινούνται σε αυτό το είδος θεάτρου αδιαφορούν κατά την υλοποίηση του παραστασιακού οράματός τους ως προς το ποιοι θα το υπηρετήσουν. Προσκολλημένοι στην όποια τους έμπνευση και στη σημασία που δίνουν να «δειχτεί» το έργο τους στο κοινό, αδιαφορούν για τα βασικά εργαλεία που θα αναλάβουν αυτό τον ρόλο: τους ηθοποιούς τους. Το φαινόμενο άλλωστε δεν σχετίζεται με οικονομικούς λόγους καθότι αφενός χρονολογείται πολύ προ κρίσης αφετέρου υπάρχουν ταλαντούχοι νεότατοι ηθοποιοί που αναζητούν μιαν ευκαιρία.

Όταν ρωτούσαν τον μεγάλο ιταλό μεταμοντέρνο σκηνοθέτη Ρομέο Καστελλούτσι για τους συχνά παράδοξους «ηθοποιούς» των παραστάσεών του, απαντούσε ότι έψαχνε τα κατάλληλα σώματα που θα υπηρετούσαν την Ιδέα του. Οι ηθοποιοί του «ήταν» η Ιδέα του. Πόσοι από τους νέους έλληνες μεταμοντέρνους ή κλασικούς σκηνοθέτες μας σκέφτονται άραγε έτσι; Πόσοι βασανίζονται για την ανεύρεση εκείνων των προσώπων που είναι τα ιδανικά για την υλοποίηση του παραστασιακού σχεδίου που έχουν συλλάβει;

Κακός υποκριτής και «κακή υποκριτική»

Ο «Θίασος Μαχαγκόνυ» έδειξε με ταλαντούχους ηθοποιούς τι σημαίνει κακή υποκριτική. Με ηθοποιούς που «έπαιξαν» την κακή υποκριτική. Δεν πρότεινε τους κακούς ηθοποιούς ως υποκριτές. Η θεατρική περφόρμανς δεν είναι άσυλο των ατάλαντων. Ούτε βέβαια η παράσταση που στηρίζεται σε δραματικό κείμενο. Φταίνε άραγε οι «ηθοποιοί» ή οι σκηνοθέτες που τους εμπιστεύονται θεωρώντας ότι κάτω από τη μπαγκέτα τους δεν θα γίνουν ορατές οι σύμφυτες αδυναμίες των ηθοποιών που επέλεξαν;

Ο συστηματικός ερευνητής-σκηνοθέτης θεατρικής περφόρμανς Βασίλης Νούλας εκπλήσσει, για παράδειγμα, όταν στη σκηνική ελεγεία του με αφορμή την ποίηση του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου «Ωδές στον Πρίγκιπα» (Χώρος Μπαγκλαντές) επιλέγει να εμπιστευτεί την εκφορά των ποιημάτων, τεμάχια λόγου ή ολόκληρα, σε πλήρως ακατάλληλα άτομα που τα απαγγέλουν όπως οι μέτριοι μαθητές στο σχολείο από υποχρέωση προς τον δάσκαλο.

Η δυναμική σκηνοθέτις Έλλη Παπακωνσταντίνου, προς ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, έχοντας να πραγματευτεί σκηνικά το αιρετικά σαγηνευτικό πρόσφατο έργο της Έλενας Πέγκα «Γυναίκα και Λύκος» (στο εξαίρετο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά) εμπιστεύεται κάποιους ρόλους σε νεαρούς ηθοποιούς που όχι μόνον στέκονται σε απόσταση από τα πρόσωπα που υποδύονται αλλά κάνουν εμφανές στους θεατές ότι δεν καταλαβαίνουν όσα εκφέρουν, τον λόγο που τα εκφέρουν, ποια είναι η θέση τους στο έργο. Υποσκάπτουν έτσι τη θαυμάσια ερμηνεία της Θεοδώρας Τζήμου και των άλλων συναδέλφων τους, τα ευρηματικά σκηνικά (Βαλεντίνο Μαρένγκο) και κοστούμια (Καρανάνος-Σιάφκου), τα γεμάτα υποβλητικό μυστήριο μουσικά ακούσματα του Παναγιώτη Βελιανίτη, την ίδια τη σκηνοθεσία.

Και όμως, υπάρχουν εκπληκτικοί νέοι ηθοποιοί που θα θεωρούσαν βασικό προτέρημα του βιογραφικού τους, ευτύχημα για την πορεία τους, τη συνεργασία τους με καλούς συναδέλφους, τη συμμετοχή τους στη συγκεκριμένη παράσταση, σε ένα αληθινά πρωτοποριακό ελληνικό έργο που πραγματεύεται με υπόγεια ευφυή τρόπο σύγχρονα καυτά προβλήματα.

Και στο Εθνικό, αδελφές μου, και στο Εθνικό!

Αν κάποιος καυτηριάζει βέβαια φαινόμενα κακής υποκριτικής στο ελεύθερο θέατρο και μάλιστα σε ομάδες με πλήθος προβλήματα παραγωγής δεν μπορεί παρά να έχει αυξημένες απαιτήσεις από το Εθνικό Θέατρο όπου οι συνθήκες είναι τελείως διαφορετικές. Κι όμως! Είχα γράψει πέρυσι σε κριτική μου για το πόσοι κακοί νέοι ηθοποιοί περιέβαλαν τον Γιάννη Μπέζο στην παράσταση του μολιερικού «Φιλάργυρου» στην Κεντρική Σκηνή, αφήνοντάς τον να παίζει μόνος.

Φέτος, η παράσταση των «Μυστικών Αρραβώνων» του Ξενόπουλου, σε σκηνοθεσία Χατζάκη, στο Θέατρο Κοτοπούλη, διεκδικεί βραβείο κακής υποκριτικής από συνήθως πολύ καλούς ή έστω ευπρεπείς ηθοποιούς. Σπάνια συναντάται τόσο επιφανειακή αντιμετώπιση ρόλων ˙ τόση στρέβλωση λόγου βοηθούσης της ψείρας που αφήνει αδιευκρίνιστη την πηγή εκφοράς, κάνοντας τον θεατή να κοιτάει αυθόρμητα προς τα μεγάφωνα για να εντοπίσει την προέλευση της φωνής ˙ ή των επαναλαμβανόμενων χασκόγελων παλαιάς κοπής που ακούγονται από τους αλά μπρατσέτα αποχωρούντες από τα αστικά σαλόνια ηθοποιούς, υπό τη σκέπη των αρχαιοελληνικών ερειπίων που φαίνεται να συνιστούν φυσική προέκταση του σπιτιού τους ˙ σπάνια, τέλος, συναντάται τόσο άσκοπο, άκαμπτων σωμάτων, πέρα δώθε στη σκηνή και τόσο ανέκφραστα πρόσωπα ανεξαρτήτως συναισθηματικών καταστάσεων.

Μήπως, τελικά, η κακή υποκριτική είναι η νέα μόδα;

* Ο Δημήτρης Τσατσούλης είναι καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Πάτρας και κριτικός Θεάτρου. 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email