Αυτοδικία

Χάινριχ Φον Κλάιστ, «Μίχαελ Κόλχαας. Η ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου» / Σκηνοθεσία - Δραματουργική Επεξεργασία: Ομάδα «Τρις» / Θέατρο BIOS.TESLA - Basement

Η γνωστή νουβέλα του Χάινριχ φον Κλάιστ «Μίχαελ Κόλχαας» έχει δοκιμαστεί ήδη σε σκηνική μεταγραφή, κυρίως με τη μορφή μονολόγου. Η παράδοξη ιστορία της στηρίζεται στο υπαρκτό πρόσωπο του ληστή Χανς Κολχάζεν που έδρασε στη Γερμανία στα μέσα του 16ου αιώνα.

Παράδοξη διότι ο φιλήσυχος οικογενειάρχης, έμπορος αλόγων, Μίχαελ Κόλχαας, καθώς οδηγεί τα άλογά του στο παζάρι για πούλημα, γνωρίζει ξαφνικά την απαγόρευση διάβασης από τα κτήματα που ορίζει ο άρχοντας του τόπου αν δεν πληρώσει «διόδια». Προβαίνει, παρά τη πασιφανή αδικία, σε διακανονισμό, αφήνοντας πίσω του δύο από τα άλογα και έναν άνθρωπό του. Όταν επιστρέφει, τα άλογα έχουν από τον κάματο γίνει αγνώριστα ενός ο άνθρωπός του έχει ξυλοκοπηθεί άγρια με ανυπόστατη κατηγορία.

Ο Κόλχαας θα καταφύγει στο δικαστήριο για να βρει το δίκιο του και να του επιστραφούν τα άλογα-περιουσιακό του στοιχείο στην κατάσταση που τα άφησε. Ο άρχοντας, διαθέτοντας ισχυρές γνωριμίες, θα παρέμβει στο δικαστήριο, ο Κόλχαας δεν θα δικαιωθεί. Η εκδίκηση μέσω αυτοδικίας αρχίζει καθιστώντας τον εμπρηστή, κλέφτη, φονιά. Ο Κόλχαας απαιτεί δικαιοσύνη σε ένα κόσμο άδικο.

Μια μάντισσα, προτού ακόμα αρχίσει η πορεία εκδίκησης, θα εκφέρει παράδοξο χρησμό για το μέλλον του, χρησμός που μπερδεύεται με φαντασιακά στοιχεία και δοξασίες. Χρησμό που η δραματουργία προτάσσει της ιστορίας για να την ξαναβρεί ο θεατής αργότερα, στη σωστή χρονική της θέση αλλά παραλλαγμένη.

Ένα κείμενο που δείχνει τα όρια του απλού ανθρώπου απέναντι στην αυθαιρεσία κάθε εξουσίας και τη μετάλλαξή του σε δίχως φραγμό εκδικητή μέχρι την τελική δικαίωση, ακόμη κι αν στην πορεία έχει θυσιάσει ό,τι κατείχε και αγαπούσε.

Νεανικό τόλμημα

Η Ομάδα «τρις» συντίθεται από τρεις νέους ηθοποιούς που ανέλαβαν από κοινού τη δραματουργική επεξεργασία της στρωτής μετάφρασης του Θόδωρου Παρασκευόπουλου, σκηνοθέτησαν και ερμήνευσαν τη σκηνική εκδοχή της νουβέλας, αναπαριστώντας την με λιτά εργαλεία, σαν ένα μαύρο θελκτικό παραμύθι.

Μοίρασαν μεταξύ τους τον λόγο, υποδύθηκαν διαφορετικά πρόσωπα, ακολούθησαν με συνέπεια και καθαρότητα τη λογική της δραματοποίησης του αφηγηματικού κειμένου, χωρίς να προτείνουν πρωτότυπες δραματουργικά λύσεις αλλά και χωρίς να δημιουργούν ασάφειες ή κενά παρόλο που ανέλαβαν πολλούς ρόλους. Στοιχειώδεις ενδυματολογικές παραποιήσεις αρκούσαν για την τάχιστη εναλλαγή.

Καθαρή άρθρωση, φωνητικές εναλλαγές και σωστοί τονισμοί ανέδειξαν τους τρεις ηθοποιούς, Χρηστίνα Γαρμπή, Βασίλη Σαφό και τον πλέον λαμπερό σε εκφραστικότητα και κινησιολογική άνεση Κώστα Κουνέλλα, σε αξιόλογους ερμηνευτές που διαθέτουν μέλλον.

Η εμπνευσμένη τους σύλληψη όφειλε πολλά στο έξυπνο, όσο και απλό, σκηνικό της Αρτέμιδος Σιέρα από κορδόνια που διέσχιζαν πολλαπλά διαγώνια τον σκηνικό χώρο, γαντζωμένα σε σκεπαστούς κάδους που με τη σειρά τους έπαιρναν διάφορες λειτουργίες, άλλοτε ως σκηνικά αντικείμενα και άλλοτε ως αποθηκευτικοί χώροι. Οι συνεχείς διαφορετικές τοποθετήσεις των σκοινιών από τους ίδιους τους ηθοποιούς δημιουργούσαν και τους διαφορετικούς δραματικούς χώρους, εσωτερικούς ή εξωτερικούς, συμβάλλοντας στην αποτελεσματική λιτότητα της σκηνογραφίας.

Εξίσου εμπνευσμένα όσο και λειτουργικά τα ιβουάρ χρώματος κοστούμια του Δήμου Κλιμενώφ, παρόμοια και στους τρεις ηθοποιούς αλλά με καθοριστικές διαφορές που θα μπορούσαν να είναι δείγματα σύγχρονης εκλεκτικής ραπτικής αν δεν υπέβαλαν με τις επιτυχείς λεπτομέρειές τους δείξεις άλλου χωροχρόνου. Σίγουρα, πάντως, υψηλής αισθητικής.

Η παράσταση, με τους λοξούς φωτισμούς του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, διέθετε, ως το μέσον περίπου διαρκώς αυξανόμενη ενέργεια από τους τρεις ηθοποιούς που αποκτούσαν ρυθμούς απολαυστικούς. Από ένα σημείο και μετά, ωστόσο, η ενέργεια έμοιαζε να φθίνει ώστε το τέλος να χάσει όλη του την επιζητούμενη απογείωση. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό οφείλεται σε συμβάν της πλατείας (λιποθυμία θεατή) που οδήγησε σε ολιγόλεπτη διακοπή της παράστασης-πρεμιέρας που ομολογουμένως αποσυντόνισε θεατές και, τελικά, και ηθοποιούς.

Το γεγονός δεν μειώνει την αξιοπρόσεκτη σκηνοθετική-ερμηνευτκή πρόταση και, κυρίως, τον απόλυτο επαγγελματισμό όλων των συντελεστών που έδειξε ότι υπήρχε προηγουμένως μελετημένη πρόταση προσέγγισης του έργου. Κάτι που σπανίζει σε νεανικές ομάδες.

*Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email