Ασφυξία στο Μαξίμου

topontiki.gr

Στα όρια της ασφυξίας πιέζει η τρόικα την κυβέρνηση. Κάθε νέα κυβερνητική υποχώρηση απαντάται από την τρόικα με αμφισβήτηση και απαίτηση για πρόσθετα μέτρα και εγγυήσεις. Όλα δείχνουν ότι οι δανειστές δεν αφήνουν στην κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου κανένα περιθώριο να αναπνεύσει πολιτικά. Τα θέλουν όλα και τα θέλουν τώρα.

Η τελευταία – μέχρι την επόμενη – μεγάλη υποχώρηση του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Οικονομικών αφορούσε την απόσυρση της εξαγγελθείσας – υπό μορφήν… διαγγέλματος του ίδιου του πρωθυπουργό – μείωσης κατά 30% στην Έκτακτη Εισφορά Αλληλεγγύης. Έως και λαχειοφόρο αγορά ως κίνητρο για τη συλλογή αποδείξεων σκαρφίστηκαν στην Καραγεώργη Σερβίας, εισπράττοντας τη θυμηδία της τρόικας.

Το ασφαλιστικό το τσακίζουν μαζί με τους συνταξιούχους, τον ΦΠΑ τον ανεβάζουν στα ουράνια, στα εργασιακά υποχωρούν α λα ισπανικά – και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό.

Όμως η τρόικα δεν κατευνάζεται. Αντιθέτως ζητάει όχι μόνο μέτρα επί μέτρων – δυσβάστακτων για την οικονομία, τους συνταξιούχους και τους φορολογούμενους – αλλά και «καβάντζες» έτοιμων μέτρων, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά στα δημοσιονομικά. Είναι προφανές ότι οι δανειστές τιμωρούν την αμετροέπεια του Σαμαρά, ο οποίος όχι μόνο «έσκιζε τα μνημόνια» όλο το φθινόπωρο, αλλά τόλμησε να εξαγγείλει έξοδο από το ΔΝΤ και να προχωρήσει, για προεκλογικούς λόγους, σε εξαγγελία φοροελαφρύνσεων.

Η επιμονή αυτή της τρόικας – και η διαπραγματευτική της τακτική – δεν είναι άσχετη με το είδος της λύσης που προκρίνει για την επόμενη μέρα του λήγοντος μνημονίου:

• Ενισχυμένης εξασφάλισης προληπτική πιστωτική γραμμή, για την οποία δεν θα δοθεί ούτε ευρώ παραπάνω από τα ήδη παρασχεθέντα δανεικά με τη σύμβαση για το PSI και την ανακεφαλαίωση των τραπεζών. Απλώς θα δοθεί στην Ελλάδα το δικαίωμα να αλλάξει η χρήση των 11,5 δισ. που περίσσεψαν από τις τράπεζες.

•  Ενισχυμένη επιτήρηση, η οποία θα περιλαμβάνει προληπτικές παρεμβάσεις σε περίπτωση που κριθεί ότι υπάρχει κίνδυνος μη επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων. Η απαίτηση για μέτρα – «καβάντζα» εξυπηρετεί την ταχεία και προληπτική παρέμβαση, απεμπλεγμένη πλήρως από την ανάγκη για νέες διαπραγματεύσεις.

• Πλήρη διασφάλιση των συμφερόντων του ΔΝΤ, με εκκρεμείς τις τελικές λεπτομέρειες του ρόλου του – σε κάθε περίπτωση το Ταμείο θα είναι παρόν και σίγουρα όχι στο… «πίσω κάθισμα».

Αυτό το πλέγμα αυστηρότατης επιτήρησης, το οποίο θα χαρακτηρίζει τη μόνο κατ’ όνομα «μεταμνημονιακή» περίοδο, δεν είναι τίποτε άλλο από το νέο μνημόνιο που ήταν αναμενόμενο ότι θα επιβληθεί στην Ελλάδα, μαζί με άλλο ένα… «εναλλακτικό».

Για την κυβέρνηση το υπό διαμόρφωση πακέτο είναι πολιτικά μη διαχειρίσιμο. Όχι επειδή δεν θα περάσει από τη Βουλή – κάτι που θα πρέπει να θεωρείται απίθανο –, αλλά επειδή η κυβέρνηση βλέπει να καταρρέει η ρητορική πολλών μηνών περί απεμπλοκής από τα μνημόνια κ.λπ. Αυτό που όλοι καταλάβαιναν εξ αρχής ως φάρσα γίνεται πλέον πολιτική τραγωδία.

Τους «δένουν» όλους

Από τη σκοπιά των δανειστών τα πράγματα είναι απλά. Εκτός από την αιχμαλωσία της κυβέρνησης Σαμαρά και τη διατήρηση της χώρας σε αυστηρή επιτήρηση, επιδιώκουν να διασφαλίσουν από τώρα και τον περιορισμό τυχόν «ανεπιθύμητων» κινήσεων από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση που γίνουν πρόωρες εκλογές.

Το ενδεχόμενο αυτό – είτε τώρα λόγω μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας είτε λίγο αργότερα λόγω αδυναμίας της κυβέρνησης να διαχειριστεί τη λαϊκή δυσαρέσκεια από τα νέα εφιαλτικά μέτρα – είναι εξαιρετικά πιθανό. Ως εκ τούτου οι δανειστές, ξεκαθαρίζοντας εγκαίρως το τοπίο, προτιμούν να διαπραγματευθούν από θέση ισχύος και με την επόμενη κυβέρνηση.

Αυτό ακριβώς αναγνώρισε και ο Τσίπρας στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ το βράδυ της Δευτέρας, όταν είπε ότι η πίεση της τρόικας αφορά και τον ΣΥΡΙΖΑ και ότι πρακτικά οι δανειστές έχουν ήδη αρχίσει τη διαπραγμάτευση και με την επόμενη κυβέρνηση.

Μήνυμα στον ΣΥΡΙΖΑ

Με δεδομένα τα παραπάνω, είναι προφανές ότι οι δανειστές επιχειρούν με κάθε τρόπο – και έως τώρα, σε ό,τι αφορά την τρέχουσα «διαπραγμάτευση» με την κυβέρνηση Σαμαρά, τα καταφέρνουν μια χαρά – να ελέγξουν πλήρως το πολιτικό τοπίο. Αν στο Μαξίμου γκρινιάζουν ότι οι ξένοι τους συμπεριφέρονται με τρόπο εξευτελιστικό, παρότι έκαναν ό,τι τους ζητήθηκε, στην Κουμουνδούρου αποστέλλεται το μήνυμα ότι τα διαπραγματευτικά περιθώριά της θα είναι στενά.

Είναι επίσης προφανές ότι, όσο διαρκεί η πολιτική ρευστότητα στο εσωτερικό της χώρας, οι δανειστές θα αποφεύγουν να ανοίξουν οποιαδήποτε συζήτηση για ρύθμιση του χρέους. Ήδη σε αυτό το θέμα βολεύονται μια χαρά από την αυτοπαγίδευση της κυβέρνησης Σαμαρά, η οποία, προκειμένου να πείσει – ποιον άραγε; – ότι είναι έτοιμη να βγει στις αγορές, βάφτισε απερίσκεπτα «βιώσιμο» το τερατώδες χρέος της χώρας.

Κατάφερε έτσι ο πρωθυπουργός να δημιουργήσει ένα πλήρες αδιέξοδο και να φτάσει σε μια διαπραγμάτευση από την οποία τίποτε θετικό δεν μπορεί να προκύψει ούτε για την ίδια ούτε για την επόμενη κυβέρνηση ούτε για τη χώρα.

Κάπως έτσι δημιουργούνται μια σειρά προϋποθέσεις ώστε να διευκολυνθεί – άγνωστο για πόσο – η επιχείρηση βουλγαροποίησης της χώρας, με τους δανειστές, και κυρίως τους Γερμανούς, να ελέγχουν όσο αυτό είναι δυνατόν το πολιτικό τοπίο και να παίρνουν υπό τον πλήρη έλεγχό τους βασικούς τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές, η ενέργεια και οι επικοινωνίες.

Αυτά ελπίζουν και προσπαθούν εκείνοι. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει απάντηση σε αυτές τις επιδιώξεις. Η κυβέρνηση Σαμαρά απέτυχε να βάλει φρένο σε αυτούς τους σχεδιασμούς. Το στοίχημα θα μεταφερθεί στους επόμενους, όταν με το καλό θα φτάσουμε στην κάλπη…

*O Σταύρος Χριστακόπουλος είναι διευθυντής σύνταξης στην εφημερίδα «Το Ποντίκι» 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email