Από την «αποασυλοποίηση» στο κλείσιμο των ψυχιατρείων  

   Έπρεπε να  περάσουν πάνω από τρεις δεκαετίες και πλέον ώσπου να χαθούν τα ίχνη των ψυχικά πασχόντων ανθρώπων  που μετακινήθηκαν στους διάσπαρτους ανά την επικράτεια ψυχιατρικούς ξενώνες, πολλές φορές μάλιστα σε απομονωμένα μέρη, για να αντιληφθούμε ότι αυτό που παρουσιαζόταν τότε ως «αποσυλοποίηση» και «αποκέντρωση» (δεκαετία του ΄80)  ήταν μια πρόφαση για να κλείσουν κεντρικές ψυχιατρικές δομές (ψυχιατρεία, ψυχιατρικές κλινικές κ.λπ.).

  Βεβαίως το κίνημα της «αποασυλοποίησης» διέθετε και μια δική του βάση αναφοράς μέσα στην ψυχιατρική κοινότητα, καθώς ασκούσε κριτική στην «θεσμική» ψυχιατρική  (αντιψυχιατρικό κίνημα, κοινοτική ψυχιατρική, ακτιβισμός «από τα κάτω» κ.λπ.)  και στο «άσυλο» ως χώρο εγκλεισμού και «αποικία ψυχασθενών», όπως ήταν, λόγου χάρη, η Λέρος από το 1957. Η κριτική που ασκούνταν από εδώ στο κράτος και στην εξουσία επηρεάστηκε βαθιά από την κριτική του του Μ. Φουκώ στον «ορθό λόγο»  (νεωτερικότητα), καθώς αυτός  απωθούσε και απαξίωνε την ετερότητα και το «παράλογο» παραδίδοντάς τα στον κατασταλτικό θεσμό του ψυχιατρείου. Ο αποκλεισμός του παράλογου είχε ως συνέπεια τον κοινωνικό αποκλεισμό και των τρελών, σύμφωνα με τον Μ. Φουκώ,   ο οποίος είναι αλήθεια πως στο βιβλίο του Ιστορία της τρέλας  (1964) εξειδανικεύει σε ένα βαθμό τη ζωή των τρελών στις προκαπιταλιστικές (προνεωτερικές) κοινότητε.

Το έργο του Ιερώνυμου Μπος, Tο Πλοίο των Τρελών. Μέρος έργου και στην κεντρική φωτογραφία.

  Ωστόσο η δικαιολογημένη κριτική στο κράτος και στο θεσμικό «λόγο» από πλευράς Φουκώ αλλά και από το αντιψυχιατρικό κίνημα και την κοινοτική ψυχιατρική, που σε μεγάλη έκταση εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από τον Ιταλό ψυχίατρο Φ. Μπαζάλια στην Τεργέστη κ.ά. («αυτοδιαχειριζόμενη» κοινότητα ψυχικά πασχόντων, κατοικία από κοινού, ξενώνες κ.λπ.) (1971) αλλά και στη χώρα μας (αποσυμφόρηση-αποσυλοποίηση Λέρου) εργαλειοποιήθηκε από τον φιλελευθερισμό, ο οποίος ασκώντας επίσης κριτική στο κράτος πρόνοιας  πρόβαλλε το «λιγότερο κράτος» και την αποκέντρωση ως τις «εναλλακτικές» λύσεις. Ενώ πραγματικά υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα με τις κατασταλτικές πρακτικές της κυρίαρχης ψυχιατρικής (καθήλωση, αλόγιστη χρήση ψυχοφαρμάκων, εγκλεισμός κ.ά.), πόσο  μάλλον όταν στη χώρα μας  το ποσοστό των ακούσιων εγκλεισμών φτάνει το 60%, η «αποκέντρωση» της δεκαετίας του ΄80, η οποία σήμερα επανακάμπτει ως «περιφερειοποίηση»,  φαίνεται πως αποσκοπούσε πρωτίστως στην διάλυση των μεγάλων ψυχιατρείων για να απαλλαγεί το κράτος, όπως εξάλλου προβλέπεται και στα τωρινά μνημόνια,  από το βάρος των λειτουργικών εξόδων (μισθοί προσωπικού, ξενοδοχειακές υποδομές κ.λπ.) και να ανοίξει με όχημα τον «εθελοντισμό» των ΜΚΟ στους ιδιώτες επενδυτές, δηλαδή στο κεφάλαιο.  Ήδη από την δεκαετία του ΄10 προβλεπόταν το κλείσιμο των 3 μεγάλων ψυχιατρείων της χώρας (Δαφνί, Δρομοκαΐτειο, Ψυχιατρικό Θεσσαλονίκης), παρόλο που αυτά μαζί με τους ψυχιατρικούς τομείς των Γενικών Νοσοκομείων άγγιζαν σε πληρότητα το 140% των οξέων περιστατικών

   Σήμερα με την «Αριστερά» στη εξουσία η διάλυση των ψυχιατρικών δομών περνάει μέσα από την «περιφερειοποίηση» χωρίς όμως να μεταφέρονται ή να δεσμεύονται οι πόροι για να λειτουργήσουν εναλλακτικές δομές, όπως τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας που θα συνδέονται με τις ψυχιατρικές κλινικές γενικών νοσοκομείων και θα συμπληρώνονται από τις αναγκαίες κοινοτικές υπηρεσίες (τομεοποίηση). Αν σκεφτεί κανείς πως η Αττική με τα 5 εκατομμύρια πληθυσμού θα έχει μόνο έντεκα τέτοια συστήματα Ψυχικής Υγείας (αντί για πενήντα), όταν η διεθνής πρακτική προβλέπει ένα για 100.000 κατοίκους, αντιλαμβάνεται ο καθένας πως το κλείσιμο των μεγάλων ψυχιατρείων της χώρας, που προωθείται αργά αλλά σταθερά από την κυβέρνηση θα δημιουργήσει ένα πληθυσμό περιπλανώμενων και αστέγων ανθρώπων, όπως έγινε με τις «μεταρρυθμίσεις» της Θάτσερ στη δεκαετία του ΄80 στη Μεγάλη Βρετανία (βλ. A. Giddens). Κατά κάποιο τρόπο οι ψυχικά πάσχοντες, οι τρελοί «επανέρχονται» στην κοινότητα, εκεί που ήταν πριν την ίδρυση των «νοσοκομείου» και του ψυχιατρείου, όπως τους βρήκε, σύμφωνα με τον Μ. Φουκώ, η στιγμή της «μεγάλης εγκάθειρξης». Βεβαίως από άλλη αφετηρία, την επάνοδο των ψυχικά πασχόντων υποκειμένων στην κοινότητα υποστήριζαν και τα κινήματα που επηρεασμένα από τον Φουκώ έβλεπαν την εξουσία (ως πεδίο αντιπαράθεσης) και κύριο αντίπαλο το κράτος. Ως δηλαδή η εξουσία (κράτος, ψυχιατρική κ.ο.κ.) να έχει τα δικά της συμφέροντα πέρα και πάνω από τις κοινωνικές τάξεις και προπάντων από το κεφάλαιο.

  Εντούτοις και στο βαθμό που θα ήθελε κανείς να εξετάσει την ιστορία και την «γενεαλογία» των μηχανισμών κοινωνικής πειθάρχησης και τις πρακτικές καταστολής θα παρατηρούσε, και αυτό δεν αφορά μόνο τα ψυχικά πάσχοντα υποκείμενα αλλά και τα ανάπηρα άτομα, αλλά και τα άτομα που πάσχουν από άλλες ασθένειες (οργανικές), πως οι πολιτικές ενσωμάτωσης και επανένταξης των ατόμων και του ανθρωπίνου σώματος, -γιατί αυτό ενδιαφέρει στην κοινωνία της μισθωτής εργασίας, καθώς είναι αυτό που παράγει αξία (υπερεργασία)- ακολουθούν τις διακυμάνσεις της αγοράς εργασίας. Έτσι σε περιόδους έλλειψης εργατικών χεριών αναπτύσσονται προγράμματα κοινωνικής επανένταξης και αναδύεται ένας μεταρρυθμιστικός λόγος για τα ψυχιατρεία, τον «εξανθρωπισμό» του ποινικού συστήματος κ.λπ. (βλ. δεκαετίες ΄60, ΄70) και  αναστολή τους σε περιόδους μαζικής ανεργίας και υπερπροσφοράς εργατικής δύναμης, όπως σήμερα, που κλείνουν ψυχιατρεία, διαλύονται «ειδικά σχολεία», μειώνονται τα επιδόματα αναπηρίας κ.ο.κ. Ταυτόχρονα οι περιοχές των δημόσιων αγαθών (υγεία, κοινωνική ασφάλιση, κατοικία κ.λπ.) μετατρέπονται σε κερδοφόρα πεδία επένδυσης λιμναζόντων κεφαλαίων (ιδιωτικές κλινικές, ιδιωτική ασφάλιση κ.ο.κ.)

   Επομένως οι πολιτικές επανένταξης ή αποκλεισμού του «ειδικού» πληθυσμού (τρελοί, «ακαταλόγιστοι», ανάπηροι, άρρωστοι κ.ά.) ακολουθούν τις ανάγκες αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου, με το κράτος, -κρατώντας είναι αλήθεια κάποια «αριστερά» προσχήματα για να περιορίζονται οι κοινωνικές αντιστάσεις-, να προωθεί όμως πιο αποτελεσματικά σήμερα από ποτέ το «μεταρρυθμιστικό» πρόγραμμα. Αυτό αναγνωρίστηκε εξάλλου πρόσφατα και από τους δανειστές της χώρας. Αυτό που βγαίνει ως συμπέρασμα είναι πως δεν αρκεί η «αποπραγμοποίηση» της κοινωνικής συνείδησης, του κυρίαρχου «λόγου» κ.λπ. για να καταδειχτεί δηλαδή ότι όλα αυτά που εμφανίζονται σήμερα ως «φυσικά» πράγματα και αφορούν στη ψυχή, στο σώμα, στο μυαλό, έχουν προκύψει ιστορικά. Πρωτίστως όμως χρειάζεται  να «αποπραγμοποιηθεί», να αποδομηθεί η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα, να αλλάξει δηλαδή η γεωμετρία των κοινωνικών σχέσεων που προσδίδει «φυσικότητα» στα κοινωνικά φαινόμενα,  νομιμοποιώντας έτσι, σε επίπεδο υπερδομών, πρακτικές κοινωνικής πειθάρχησης.

   Κατά κάποιο τρόπο και για μην αλλοιώνονται βάναυσα οι λέξεις από το νόημά τους, εν προκειμένω η «αποασυλοποίηση», νομιμοποιώντας πολιτικές εμπορευματοποίησης των δημόσιων αγαθών (βλ. διάλυση ακόμη και των υπαρχουσών δομών ψυχικής υγείας), είναι αναγκαία η παρέμβαση της κοινωνίας, καθώς από αυτό θα εξαρτηθεί αν μπορούν να διατεθούν άμεσα οι πόροι για την «επιστροφή» των ανθρώπων στο φυσικό τους χώρο, εκεί που εμφανίστηκε το πρόβλημα και εκεί που μπορεί σε τελική ανάλυση να αντιμετωπιστεί, στην κοινότητα των κοινωνικών σχέσεων. Εξάλλου οι ασυγχρονίες του ατομικού μας ψυχισμού δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά τις ασυγχρονίες και την καταπίεση του κοινωνικού μας ψυχισμού στους βιωμένους κόσμους, στη δουλειά, στην καθημερινότητα.

       Επομένως μόνο εκεί που οι άνθρωποι συγκροτούνται, φθείρονται και εκπίπτουν ως υποκείμενα ανεξάρτητα αν οι πρακτικές εγκάθειρξης στην προσπάθειά τους να εξοβελίσουν την «τρέλα», φυλακίζουν και τους ανθρώπους, μπορεί να αντιμετωπιστεί και το πρόβλημα των πασχόντων υποκειμένων. Αυτά μόνο στην κοινότητα και σε πραγματικές συνθήκες, -και όχι σε «ειδικές» συνθήκες, ως ειδικός πληθυσμός ολοπαγών ιδρυμάτων- μπορούν να ξαναβρούν το εαυτό τους, να επανακτήσουν κοινωνικές και πολιτισμικές δεξιότητες κ.ά, που με τον ιδρυματισμό τους απώλεσαν, έχοντας την υποστήριξη του «συλλογικού εργάτη» (το σύνολο των εργαζομένων) που προσφέρει έτσι και αλλιώς τους πόρους και τα μέσα για την αποκατάσταση (λειτουργική, κοινωνική, ψυχική) των «υστερούντων» κομματιών του κοινωνικού σώματος. Να γιατί έχει σημασία το εγχείρημα της αποασυλοποίησης να γίνει με την μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή των κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων του «συλλογικού εργάτη».

*O Θανάσης Αλεξίου είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email