Μανόλης Αναγνωστάκης: Βίβα, για πάντα, ΑΓΙΑΞ!

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, από τους σημαντικότερους Ελληνες ποιητές, της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ήταν ένθερμος φίλος του ποδοσφαίρου. Οπως και άλλοι συγγραφείς (Αλμπέρ Καμί, Εντουάρντο Γκαλεάνο, κ.ά), ο Αναγνωστάκης διέκρινε την ομορφιά, τη λαϊκότητα και τη δημοκρατικότητα του ποδοσφαίρου, προβάλλοντας την αντίθεση του όχι μόνο στην επιχείρηση της χυδαίας εμπορευματοποίησης του, αλλά και στη θέση που προέβαλε μια άλλη μερίδα διανοουμένων περί «οπίου των λαών». Σας παρουσιάζουμε δυο δείγματα αυτής της αγάπης του ποιητή για τη μπάλα. Το πρώτο είναι ένα απόσπασμα από συνέντευξη του Μανόλη Αναγνωστάκη στη ραδιοφωνική εκπομπή «Αλλη πλευρά», που παρουσίαζαν στο Α΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ ο Κωστής Γκιμοσούλης και ο Γιάννης Κοντός. Η συνέντευξη είχε μεταδοθεί στις 18 Νοεμβρίου 1988. Η απομαγνητοφώνησή της δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα «Επτά Ημέρες» της «Καθημερινής» στις 4 Δεκεμβρίου 2005.

Ελεγε λοιπόν: «Ημουν φανατικός υποστηρικτής του ΠΑΟΚ. Ηταν μια ομάδα που μεσουρανούσε στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν από τον πόλεμο. Μετά αποστάτησα, παρακολουθούσα και άλλες ομάδες και συμπαθούσα περισσότερο τον Μακεδονικό, ο οποίος ήταν μια καινούργια ομάδα τότε. Οταν το 1952 ήρθα στην Αθήνα, έγινα αρκετά φανατικός οπαδός του Απόλλωνα στη Ριζούπολη. (…) Τα χρόνια 1957-60 με εντυπωσίασε η Δόξα Δράμας. Δεν είχε, όμως, συνέχεια. Ηταν μια συρροή, μια σύμπτωση παικτών: οι δύο Λουκανίδηδες, ο Ιωάννου, ο Ιγνατίου, ο Γρηγοριάδης. Είχαν σχηματίσει ένα δυναμικό που έπαιζε ένα καινούργιο ποδόσφαιρο για την Ελλάδα. Αν πάω παραέξω, υπάρχει μια ομάδα που χωρίζει το ποδόσφαιρο προ και μετά. Αυτή, βέβαια, είναι ο Αγιαξ. Οταν τον είδα -και την Εθνική Ολλανδίας-, είπα, αυτό είναι άλλο ποδόσφαιρο, αρχίζει άλλη εποχή. Δεν άρχισε όμως αυτή η εποχή. Τα ματς που βλέπουμε σήμερα είναι από τον Αγιαξ. Η ιστορία του δεν μπορεί να επαναληφθεί, δεν έχει συνέχεια. Ηταν κι εκεί μια σύμπτωση παικτών. Οπως στις κοινωνικές επαναστάσεις. Μαζεύονται μυαλά. Δεν μπορώ να δώσω εξήγηση, γιατί βλέπω πως δεν υπάρχει προϊστορία στο ολλανδικό ποδόσφαιρο, αλλά και ό,τι ακολούθησε είναι ένα ωχρό κακέκτυπο αυτής της μεγάλης ομάδας. Μετά έμειναν φύλλα και φτερά. Πουλήθηκαν, πήγαν σε άλλες ομάδες, αλλά δεν απέδωσαν. Τους έλειπε αυτό το σύνολο που ήταν ο Αγιαξ. Νομίζω πως θα ήταν μεγάλη προσφορά η τηλεόραση να δείξει τα παλιά ματς του Αγιαξ. Ετσι μονάχα μπορεί να διαπαιδαγωγηθεί ο νέος φίλαθλος για το τι είναι ποδόσφαιρο…».

Ενα άλλο χαρακτηριστικό κείμενο του Μανόλη Αναγνωστάκη, είναι αυτό που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Αυγή», στις 28 Οκτωβρίου 1984, με τίτλο: «Αγιαξ, για πάντα Αγιαξ»! Αξίζει να σημειωθεί ότι το κείμενο δημοσιεύθηκε με το ψευδώνυμο «Αλ. Καμής», παραπέμποντας προφανώς στο Γάλλο συγγραφέα Αλμπέρ Καμί, ο οποίος υπήρξε ποδοσφαιριστής ο ίδιος, και ύμνησε την ομορφιά, τη λαϊκότητα και τη δημοκρατικότητα του ποδοσφαίρου. Το κείμενο έχει ως εξής: «Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε. Περνά η μεγάλη κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών), περνά ο Μεγάλος ΑΓΙΑΞ! Όσοι αγαπήσαμε με τη φλόγα του έφηβου ερωτευμένου αυτή την υπεργήινη BELLA DONA δεν μπορούμε πια να την ξεχάσουμε. Δεν κράτησε πολύ η αστραποβολή της. Γιατί όλα τα καταυγαστικά όνειρα δεν κρατούν πολύ. Γιατί όλες οι πρωτοπορίες που ανατρέπουν τα γερασμένα κατεστημένα και τις χρυσές μετριότητες, περνούν σαν αστραπή, αλλά όσοι δουν τη λάμψη τους δεν την ξεχνούν ποτέ. Γιατί μία επανάσταση δεν έχει κατά κανόνα άξιους επιγόνους. Δεν απέκτησε -λένε- πολλούς τίτλους ή διεθνείς διακρίσεις όσοι μετρούν τις αξίες με συσσωρευμένα μετάλλια και μπακάλικες προδιαγραφές. Δεν είχε -λένε- συνεχιστές. Μα μήπως κληρονομείται η ιδιοφυϊα; Ό,τι υπήρξε πριν τον Άγιαξ -το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά- υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου. Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η ιστορία. Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων, της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωναρίων. Το θέαμα συνεχίζεται, συναρπαστικό -πάντα η πάλη για τη νίκη είναι συναρπαστική-, εντυπωσιακό αλλά χωρίς το νακ. Αυτό το νακ που άστραψε πριν δέκα χρόνια σαν μετέωρο κι έσβησε πρόωρα, αφού διέγραψε την εκτυφλωτική τροχιά του. Έσβησε. Γιατί τα παιδιά του έκαναν φύλλα φτερά. Το διεθνές ποδόσφαιρικό δουλεμπόριο μοίρασε το δεμάτι σε χωριστά καλάμια. Ένα εδώ, ένα εκεί. Και τα καλάμια μόνα τους στους αφιλόξενους κάμπους, λύγισαν κι έσπασαν. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Και αυτή χάθηκε για πάντα από τα γήπεδα. «Χορταίνουμε» μπάλα τώρα κάθε Κυριακή και Τετάρτες. Συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε πάλι, παρασυρόμαστε πού και πού, θαυμάζουμε τους καινούργιους γκολτζήδες. Αλλά η υπέροχη γοητεία πια δεν υπάρχει. Την πήραν μαζί τους κι έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, οι εκθαμβωτικοί Ολλανδοί. Τώρα βασιλεύει η δυναστεία των συστημάτων, τα γκολ που μετρούν εντός και εκτός, οι υπολογισμοί και τα τεφτέρια. Θα μας θυμίσει άραγε κάποιος καμιά φορά πάλι πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες; Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του ’70; Βίβα, για πάντα, ΑΓΙΑΞ».

Διαφήμιση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Άποστολή άρθρου μέσο Email