Άμαχοι, άρρητοι, άφαντοι και άκλαφτοι.

ΜΟΡΦΩ ΜΠΕΛΗΓΙΑΝΝΗ ΜΟΡΦΩ ΜΠΕΛΗΓΙΑΝΝΗ Διεθνή • 8 Φεβρουαρίου 2016

Την 1η Φεβρουαρίου 2016 ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Ζέιντ Ράαντ Αλ Χουσέιν έκανε «…έκκληση στις τουρκικές αρχές να σεβαστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών κατά τις επιχειρήσεις ασφαλείας που διεξάγουν και να διερευνήσουν άμεσα την υπόθεση όπου φέρονται να άνοιξαν πυρ κατά άοπλων στο Τσιζρέ..» και κάλεσε «…την τουρκική κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι τα μέτρα που λαμβάνει για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας είναι σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει κατά το διεθνές δίκαιο για το σεβασμό και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων …».

Η δημόσια αυτή τοποθέτηση, η οποία έλαβε χώρα μετά από τις «..εξαιρετικά σοκαριστικές..» όπως χαρακτήρισε τις εικόνες δολοφονίας Κούρδων αμάχων στην πολή Τσιζρέ της νοτιοανατολικής Τουρκίας,  διαδόθηκε στο διαδίκτυο και θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι μάλλον έλαβε θετικό πρόσημο, θεωρούμενη ως μία οξεία απάντηση της διεθνούς κοινότητας στην αγριότητα του τουρκικού κράτους, στις δολοφονίες άοπλων πολιτών, γυναικών και παιδιών, στη βαρβαρότητα της αστυνομίας και του στρατού, στην παραβίαση των δικαιωμάτων ζωής, ελευθερίας και ασφάλειας. Πράγματι, δε διαφωνούμε ότι με όρους διεθνούς δικαίου η δημόσια, ειδική αναφορά του Ζέιντ στις δολοφονίες των Κούρδων διαθέτει ειδικό βάρος και είναι με «χειρουργική ακρίβεια» διατυπωμένη. Χωρίς καμία διάθεση να «παίξουμε με τις λέξεις», υπογραμμίζουμε όμως ότι ο Ζέιντ στη δήλωσή του διόλου τυχαία αναφέρεται σε «άοπλους πολίτες» (non armed civilians) και όχι σε «αμάχους – μη μαχητές» (non combatants). Γνωρίζει ότι όταν υφίστανται «άμαχοι – μη μαχητές», υφίστανται και «μαχητές» (combadants) οι οποίοι με τη σειρά τους προϋποθέτουν την ύπαρξη «μάχης», «πολέμου» ή «σύρραξης». Επειδή λοιπόν οι λέξεις συχνά «κάνουν πράγματα» σημειώνουμε ότι η διεθνής κοινότητα «ταχυδακτυλουργικά» μόλις «εξαφάνισε» έναν σκληρό και άγριο πόλεμο, «κατάπιε» εκατοντάδες Κούρδους, όχι μόνο αμάχους αλλά και μαχητές και «έδωσε ζωή» στον «αγώνα» της τουρκικής κυβέρνησης εναντίον των «τρομοκρατών» της νοτιοανατολικής Τουρκίας.

Βέβαια ο Ζέιντ και ο εκάστοτε Ύπατος Αρμοστής δε «έβγαλε» ούτε ξαφνικά, ούτε πολύ περισσότερο «μαγικά από το καπέλο του» την επίσημη αυτή θέση των Ηνωμένων Εθνών αλλά αντίθετα αποτυπώνει κομβικά σημεία της ιστορίας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε επίπεδο υπογραφής και επικύρωσης διεθνών συνθηκών, αποδοχής δηλαδή εκ μέρους της τουρκικής κυβέρνησης διεθνών κανόνων και περιορισμών. Η Τουρκία λοιπόν, ενώ έχει υπογράψει και επικυρώσει τις τέσσερις Συνθήκες της Γενεύης (1949) που ρυθμίζουν τις διεθνείς ένοπλες συρράξεις (με εξαίρεση  το κοινό και στις τέσσερις άρθρο 3 που αφορά στις μη διεθνείς) δεν έχει υπογράψει τα Πρόσθετα Πρωτόκολλα Ι και ΙΙ (1977) από τα οποία το μεν πρώτο συμπληρώνει τις Συμβάσεις τις Γενεύης σχετικά με τις διεθνείς ένοπλες συρράξεις και το δεύτερο κωδικοποιεί σε συνδυασμό με το κοινό άρθρο 3 τους κανόνες που αφορούν στις μη διεθνείς. Επομένως, η τουρκική κυβέρνηση αφενός δηλώνει ρητά ότι αποδέχεται περιορισμούς στη δράση των ενόπλων δυνάμεών της προκειμένου να προστατευθούν άμαχοι μόνο όταν  λαμβάνει χώρα διεθνής σύρραξη μεταξύ του τουρκικού κράτους και ενός ή περισσότερων αναγνωρισμένων κρατών και αφετέρου υπαινίσσεται ότι δεν προτίθεται να αναγνωρίσει την ύπαρξη σύρραξης με μη κρατικές οντότητες.

Η τελευταία λοιπόν περίπτωση για τη Τουρκία  δε συνιστά πόλεμο, δεν αποτελεί μάχη αλλά επίθεση «τρομοκρατών» και κατά συνέπεια υπάρχουν μόνο άοπλοι πολίτες οι οποίοι άλλωστε δε θεωρείται ότι χρήζουν της αυξημένης προστασίας του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.  Η ρητή δε επιφύλαξη που η Τουρκία έχει διατυπώσει κατά την υπογραφή της Συνθήκης για την Καταπολέμηση των Τρομοκρατικών Βομβιστικών Επιθέσεων (1997)[1] αποτυπώνει και ενισχύει γλαφυρά την άρνησή της να δεχθεί περιορισμούς σε οποιαδήποτε άλλη σύγκρουση πλην της διεθνούς καθώς ως στρατιωτικές επιχειρήσεις ενόπλων δυνάμεων που διέπονται και προστατεύονται από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο των Συνθηκών της Γενεύης και όχι των Πρωτοκόλλων, κρίνονται μόνο οι επιχειρήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων του τουρκικού κράτους σε διεθνή σύρραξη. Για το επίσημο τουρκικό κράτος οποιαδήποτε άλλη σύγκρουση αποτελεί ζήτημα εσωτερικό, ζήτημα που απαιτεί «επιχειρήσεις ασφαλείας»  και τη λήψη «μέτρων καταστολής των τρομοκρατών», σε  άρρητες μη – μάχες, «άφαντους» μη-μαχητές και άκλαφτους αμάχους. 

[1] http://www.geneva-academy.ch/RULAC/international_treaties.php?id_state=2262) όπου αναφέρεται συγκεκριμένα ότι ‘’The Republic of Turkey declares its understanding that the term international humanitarian law referred to in Article (19) of the Convention for the Suppression of Terrorist Bombings shall be interpreted as comprising the relevant international rules excluding the provisions of Additional Protocols to Geneva Conventions of 12 August 1949, to which Turkey is not a Party. The first part of the second paragraph of the said article should not be interpreted as giving a different status to the armed forces and groups other than the armed forces of a state as currently understood and applied in international law and thereby as creating new obligations for Turkey’’.

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email