Από την αγλωσσία στη γλωσσική μουσικότητα

Ντέιβιντ Άιβς, «Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί»,/ Σκηνοθεσία: Σοφία Μαραθάκη ,/ Ομάδα Θεάτρου ΑΤΟΝΑλ, Θέατρο 104.

Ο Αμερικανός Ντέιβιντ Άιβς (Σικάγο, 1950) βρίσκεται στον αντίποδα πολλών «ρεαλιστών» συναδέλφων του καθώς κινείται στα όρια του παραλόγου – δεν είναι ίσως τυχαίο ότι από τις πρώτες επιδράσεις του για να ασχοληθεί με το θέατρο ήταν η γνωριμία του με τον «Βασιλιά Υμπύ» του Α. Ζαρύ.

Ο τίτλος της παράστασης προέρχεται από το ένα από τα τέσσερα μονόπρακτα που τη συνθέτουν και συνιστούν, μαζί με άλλα δύο, την ενιαία παράσταση με τίτλο «Το κάθε πράγμα στην ώρα του» που παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη το 1993 κερδίζοντας βραβεία και αναδείχτηκε τη θεατρική χρονιά 1995-96 ως το πλέον πολυπαιγμένο έργο στην Αμερική μετά τον Σαίξπηρ.

Foto - david ives-S. Marathaki 1 - Ο Φίλιπ Γκλας

Ανατρεπτικό χιούμορ

Τα τέσσερα μονόπρακτα του Άιβς διαθέτουν χιούμορ που δεν οφείλεται μόνο στις συχνά παράλογες καταστάσεις αλλά και στις υπόγειες αναφορές του σε άλλα κείμενα ή παραστάσεις που αναδιαχειρίζεται σε διαφορετικό πλαίσιο.

Στο «Λόγια, λόγια, λόγια» (1987) τρεις πίθηκοι βρίσκονται έγκλειστοι σε έναν χώρο, σε ένα τύπο πειράματος, υπό την επίβλεψη ενός επιστήμονα με καθήκον να γράψουν τον «Άμλετ», αγνοώντας περί τίνος πρόκειται αλλά με αντάλλαγμα -όπως ελπίζουν – την ελευθερία τους. Η αναφορά στην «Ανακοίνωση σε μια Ακαδημία» του Φραντς Κάφκα είναι προφανής, πόσο μάλλον όταν ο ένας από τους τρεις πιθήκους έχει ονομασθεί «Κάφκα».

Στο «Παραλλαγές στο θάνατο του Τρότσκι», μονόπρακτο που έχει χαραχτεί έντονα τη μνήμη μου από παλαιότερη παράσταση, παρουσιάζει τον εξόριστο Ρώσο επαναστάτη τη στιγμή που έχει ήδη δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα από τον δολοφόνο του και κυκλοφορεί με το τσεκούρι καρφωμένο στο κεφάλι του συνομιλώντας με τη γυναίκα του, μη θέλοντας να παραδεχτεί τον ήδη τετελεσμένο θάνατό του που παρουσιάζεται σε διαφορετικές παραλλαγές.

Foto - david ives-S. Marathaki 2 - Ο Φίλιπ Γκλας

Στο «Κανένα πρόβλημα», ένα ζευγάρι που μόλις γνωρίζεται επαναλαμβάνει τις ατάκες έως βρεθούν εκείνες που είναι σωστές ώστε να καταλήξει σε αίσιο τέλος.

Το τελευταίο μονόπρακτο «Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί» δεν διαθέτει παρά μία σχεδόν πρόταση, αυτή του τίτλου, καθώς ο γνωστός μουσικός αναγνωρίζεται από θαυμάστρια την ώρα που μπαίνει σε έναν φούρνο. Οι φράση αποδομείται, οι λέξεις επαναλαμβάνονται ξέχωρες ή σε ανατρεπτικούς του νοήματος συνδυασμούς, οι παρηχήσεις επικρατούν παραπέμποντας ως σύνολο στη μινιμαλιστική και επαναληπτική των μοτίβων της μουσική του Φίλιπ Γκλας.

Απολαυστικός συντονισμός

Η Σοφία Μαραθάκη έχοντας στα χέρια της την γεμάτη γλωσσικούς χυμούς και, όπου χρειάζεται, μουσικότητα μετάφραση της Αιμιλίας-Αλεξάνδρας Κρητικού σκηνοθετεί με κέφι και ανατρεπτική διάθεση τα τέσσερα μονόπρακτα, εφευρίσκοντας διαρκώς αποτελεσματικές, ευφάνταστες λύσεις.

Με τα σύγχρονα, λίγο λοξά ανάλογα το μονόπρακτο, κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα που αλλάζουν τάχιστα οι ηθοποιοί στο πέρασμα από το ένα μονόπρακτο στο άλλο και στο λιτό λευκό σκηνικό με τις παράταιρες λευκές καρέκλες του Κωνσταντίνου Ζαμάνη που εφευρίσκει τα κατάλληλα σκηνικά μικροαντικείμενα, οι τέσσερις ηθοποιοί αναδεικνύονται σε άριστους περφόρμερς που όχι μόνο εκφέρουν άψογα τον λόγο αλλά και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τα παραγλωσσικά σημεία (φωνητική προετοιμασία: Αθηνά Τρέβλια), τη μουσικότητα της φωνής ενώ διαθέτουν καλοδουλεμένη στη λεπτομέρειά της κινησιολογία (Βρισηίδα Σολωμού). Δημιουργούν, έτσι, ένα απόλυτα συγχρονισμένο σύνολο που μάταια προσπαθείς να βρεις κάποια παραφωνία του.

Η σειρά παρουσίασης των μονοπράκτων που επέλεξε η σκηνοθέτις (με δραματολόγο την Ελένη Τριανταφυλλοπούλου) έχει τη δική της σημασία που αφορά τη δομική εξέλιξη της ίδιας της γλώσσας-συστατικό της ανθρώπινης ουσίας αλλά και της συγκεκριμένης θεατρικής πράξης: στο πρώτο, οι τρεις ηθοποιοί υιοθετούν την ευτράπελη αλλά χωρίς υπερβολές κινησιολογία και εκφραστικότητα πιθήκων τους οποίους αναπαριστούν απολαυστικά ενώ οι φωνητικές εκφορές τους μιμούνται με ακρίβεια εκείνες των ανθρωποειδών, την «άσημον φωνήν» ή αγλωσσία. Οι κινήσεις τους, στην προσπάθειά τους να γράψουν «Άμλετ» στις γραφομηχανές που τους έχουν παρασχεθεί, χαρακτηρίζονται από τις πλέον απρόσμενες στάσεις ενώ συνδυάζονται με το ηχητικό άκουσμα των πλήκτρων οδηγώντας το σύνολο σε μια μουσική «παραφωνία». Η κατάκτηση της σημασίας των ακατανόητων γι’ αυτούς σημαινόντων, όπως η λέξη «Άμλετ», είναι ο στόχος προς επίτευξη που οδηγεί και στον «εξανθρωπισμό» τους – σύμφωνα με το παράδειγμα του καφκικού προτύπου τους. Έως τότε, οι επιδέξιοι «πιθηκισμοί» τους με τα ευτράπελα κοστούμια-σπαράγματα ενδυματολογίας άλλων εποχών, συνεχίζονται αδιάλειπτα.

Foto - david ives-S. Marathaki 3 - Ο Φίλιπ Γκλας

Η γλώσσα έχει κατακτηθεί στον παράλογο κόσμο του δεύτερου μονόπρακτου, έστω κι αν εκφέρεται από έναν νεκροζώντανο Τρότσκι -φαίνεται πως η κατάκτηση του λόγου δεν οδηγεί και σε κατάκτηση της λογικής. Ο περιφερόμενος με το τσεκούρι καρφωμένο στο κεφάλι Τρότσκι να προβληματίζεται αν έφτασε η ώρα του θανάτου του σε διαφορετικές παραλλαγές -ακόμη και μπροστά στον «τετελεσμένο» μέλλοντα δολοφόνο του- αναδεικνύει την ίδια τη κενότητα των σημαινόμενων του λόγου και την ειρωνική κατάσταση ενός αδύνατον να υπάρχει δραματικού «εγώ» που αναφέρεται ως σε παρόντα χρόνο σε έναν πρωθύστερο ενώ ήδη βρίσκεται στον μέλλοντα χρόνο του οριστικού θανάτου του.

Στο τρίτο μονόπρακτο, αυτό του ζευγαριού, το οποίο η σκηνοθεσία αναδιπλασιάζει, έχουμε μια συμφωνία ίδιων κινήσεων-λόγων μεταξύ των δύο διαφορετικών ωστόσο ζευγαριών που περιπίπτουν κάποιες στιγμές σε αρμονικές παραφωνίες – είτε ως προς την κίνηση είτε ως προς τον ρυθμό ή τον χρόνο εκφοράς των λέξεων- για να επανέλθουν σε απόλυτο συγχρονισμό. Η γλώσσα εδώ αποκτά τεχνικές συγχορδίες και την ποιητική της. Με το τέταρτο πλέον μονόπρακτο, η γλώσσα χάνει και πάλι το νόημά της, καθίσταται ένα σημαίνον που λειτουργεί ως βάση για τη δημιουργία μουσικού ρυθμού.

Ο Φίλιπ, ο Αϊνστάιν, ο Μπομπ

Στο τελευταίο, πλέον, μονόπρακτο, ο Φίλιπ Γκλας κυριαρχεί στη σκηνοθετική γραμμή του. Οι λέξεις εκφέρονται με τον μινιμαλιστικό τρόπο της μουσικής του Γκλας, με τις επαναλήψεις που τις καθιστούν εν τέλει ηχητικό άκουσμα, φωνητική μουσική που οι ηθοποιοί πραγματώνουν με αξιοθαύμαστο τρόπο. Δεν είναι όμως μόνο αυτό: ταυτόχρονα, υιοθετούν τη στάση του σώματος, τις χειρονομίες, τις κινήσεις των δακτύλων που παραπέμπουν ευθέως στην ιδιάζουσα ερμηνεία των Lucinda ChildsSheryl Sutton στο «Einstein on the Beach», την μνημειώδη παράσταση του 1976 του Ρόμπερτ Ουίλσον, με την εμβληματική μουσική του Φίλιπ Γκλας. Και όλο αυτό με την παιγνιώδη όσο και χαριέσσα διάθεση που δημιουργεί η επανάληψη των λέξεων της φράσης «Ο Φίλιπ Γκλας αγοράζει μια φραντζόλα ψωμί» σε άπειρες τονικές παραλλαγές.

Foto - david ives-S. Marathaki 4 - Ο Φίλιπ Γκλας

Θεωρώ το συγκεκριμένο μονόπρακτο, έτσι όπως σκηνοθετήθηκε από τη Σοφία Μαραθάκη και αποδόθηκε από την ίδια μαζί με τους Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Κωνσταντίνο Παπαθεοδώρου και Γιώργο Σύρμα ως σκηνή ανθολογίου. Ως προς τη σύλληψη, την επιτελεστικότητα, την αποτελεσματικότητα, την καθαρή ευωχία που προκαλεί με τον πλέον λιτό αλλά εξαντλητικά δουλεμένο τρόπο. Διότι εδώ, περισσότερο και από τα προηγούμενα μονόπρακτα, ο απόλυτος συγχρονισμός των τεσσάρων ηθοποιών-ζωντανών μουσικών οργάνων έπρεπε να είναι και ήταν πράγματι άψογος.

Η μουσική του Βασίλη Τζαβάρα έπαιξε τον δικό της αποτελεσματικό ρόλο ενώ οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη προσαρμόστηκαν στις ανάγκες του κάθε μονόπρακτου διαμορφώνοντας ατμόσφαιρες ενώ δεν θα παραβλέψω τους «γκρίζο-μπεζ» χρωματικούς τονισμούς του τελευταίου μονόπρακτου που παρέπεμπαν εμμέσως στη παλέτα του Ουίλσον.

Παράσταση απολαυστική νέων ταλαντούχων καλλιτεχνών, ευχάριστη αλλά και με δεύτερα επίπεδα ανάγνωσης, που δείχνει ότι προέκυψε από έμπνευση, στόχο και πολλή-πολλή δουλειά.

Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι του Andrea Bonetti.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email