Αποκλίνοντες στο Αγγλόφωνο θέατρο

«Παράσιτα» , Θέατρο του Νέου Κόσμου - «Fit», Θέατρο Βικτώρια

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες η ελληνική σκηνή παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τη σύγχρονη αγγλόφωνη, βρετανική πρώτιστα, δραματουργία, περισσότερο ίσως από οιαδήποτε άλλη Ευρωπαϊκή. Είχαμε έτσι την ευκαιρία να γνωρίσουμε πολλά και ενδιαφέροντα έργα, κάποια εκ των οποίων και σε διαφορετικές σκηνικές αναγνώσεις.

Τα περισσότερα από τα έργα αυτά φέρουν στο προσκήνιο κοινωνικά προβλήματα που αφορούν τη βρετανική πραγματικότητα αλλά, σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, απασχολούν όλες τις σύγχρονες κοινωνίες. Ευαισθητοποιούν έτσι το κοινό απέναντι σε ζητήματα που συχνά μοιάζουν να αφορούν περιθωριακές ομάδες που εύκολα, ωστόσο, πλαγιοκοπούν τον αστικό εφησυχασμό.

Με το βρετανικό «στα μούτρα σας» θέατρο που φαίνεται να συνεχίζει την παραγωγικότητά του, δύο βασικές λειτουργίες της ανθρώπινης αντίληψης, το «συναισθάνεσθαι» και το «αντιλαμβάνεσθαι» (λειτουργίες που ανάγονται ήδη στον Πλάτωνα και έγιναν εργαλεία της γλωσσολογίας και της σημειωτικής) τίθενται συχνά σε διαμάχη: η λογική του «σοκ» που επιλέγουν αρκετοί συγγραφείς του είδος μοιάζει να αποβλέπει στην κινητοποίηση των συναισθημάτων του θεατή, στη νόμιμη εμπλοκή του στο θέαμα και τις καταστάσεις που παρουσιάζει, στη συγκίνηση και μέσω αυτής στην πιθανή ευαισθητοποίηση του κοινού.

Ο Πίτερ Μπρουκ, ωστόσο, έχει πει ότι αναζητεί την εγγύτητα του καθημερινού αλλά μέσα από την απόσταση του μύθου. Από τους Βρετανούς συγγραφείς φαίνεται να ακολουθεί αυτή την αρχή ο «καταστροφικός» Χάουαρντ Μπάρκερ και, με τον ιδιάζοντα ποιητικό της τρόπο, η παρεξηγημένη, συχνά, από πολλούς, Σάρα Κέην. Αντίθετα, σε πολλούς σύγχρονους Βρετανούς αλλά και Αμερικανούς συγγραφείς η εγγύτητα του καθημερινού μέσω του γλωσσικού ιδιώματος ή της πιστής αναπαράστασης του πραγματικού ευαισθητοποιεί κοινωνικά αλλά δεν απογειώνει δραματουργικά.

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ένας από τους πιστότερους στο σύγχρονο βρετανικό θέατρο σκηνοθέτες μας, ανέβασε φέτος στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το έργο της Βίβιεν Φράντσμαν (1971) «Παράσιτα». Το έργο γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας για το Clean Break, θεατρική εταιρεία που απευθύνεται σε γυναίκες που βρίσκονται ή κινδυνεύουν να βρεθούν φυλακή και σε συνεργασία με φυλακισμένες αλλά και δομές ψυχικής υγείας και ανέβηκε το 2014. Πρόκειται επομένως για έργο «στρατευμένο», με στόχο την ευαισθητοποίηση για ζητήματα ναρκωτικών, πορνείας και, γενικότερα, νεανικής γυναικείας αποκλίνουσας συμπεριφοράς.

parasita

 

Δύο αδελφές, η Πινκ και η Ρόλυ, μεγαλωμένες χωριστά, η μία σε ίδρυμα η άλλη υιοθετημένη από οικογένεια, συγκατοικούν πλέον εξαρτημένες από τα ναρκωτικά. Η Ρόλυ έχει μόλις βγει από τη φυλακή, είναι έγκυος, αποφασισμένη να απεγκλωβιστεί και να αλλάξει ζωή. Η Πινκ, εξαγριωμένη με το παρελθόν και το παρόν της, αδυνατεί να ξεφύγει. Η σχέση τους περνά από συνεχείς, ανεξέλεγκτες διακυμάνσεις, η Ρόλυ θα γεννήσει αλλά το βρέφος θα καταλήξει στην κοινωνική πρόνοια, γεγονός που θα την οδηγήσει και πάλι στα ναρκωτικά και λόγω αυτών στην πορνεία. Εσωτερικός και εξωτερικός κόσμος λειτουργούν ανασταλτικά σε κάθε προσπάθεια σωτηρίας τους.

Μια φέτα ζωής από το περιθώριο της κοινωνίας μας που ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος προσδίδει αντι-ρεαλιστικούς τόνους με μικρά σκηνοθετικά ευρήματα (όπως την αφαιρετικής σύλληψης σκηνή της ιδιαίτερα φορτισμένης αποκοπής, από την Πρόνοια, της Ρόλυ από το βρέφος της) που σπάζουν τη συνεχή υπερβολική υποκριτική ένταση στην οποία συμβάλλουν οι υποδόριοι ήχοι του Σταύρου Γασπαράτου. Ευρηματικό επίσης το αντι-ρεαλιστικό σκηνικό της Μαγδαληνής Αυγερινού με τους διάσπαρτους ανάκατους τετράγωνους όγκους από αφρολέξ που στην απόλυτη σιγή τους αναμορφώνονται, αναδιανέμονται στη σκηνή, δημιουργώντας ένα ταραγμένο τοπίο-καθρέφτη των ψυχικών καταστάσεων των ηρωίδων καθώς φωτίζονται με διαβαθμίσεις από τον Σάκη Μπιρμπίλη. Ένα τοπίο που εκρήγνυται, αθόρυβο ωστόσο για τον έξω κόσμο παρά τις εντάσεις, την έκκληση για βοήθεια που εκπέμπει από την απομόνωσή του.

parasita2

 

Δύο διαφορετικής υποκριτικής ποιότητας δυναμικές ηθοποιοί αναλαμβάνουν τους ρόλους της Πινκ (Κόρα Καρβούνη) και της Ρόλυ (Ιωάννα Κολλιοπούλου). Κι αν οι υφολογικές διαφορές τους αιτιολογούνται στην αρχή λόγω διαφοροποιημένης στάσης της κάθε αδελφής, στη συνέχεια, η σύγκλισή τους δεν επιτυγχάνεται και υποκριτικά: παραμένουν εξίσου δυναμικές, η κάθε μια στη δική της διαφορετική τεχνική αν όχι υποκριτική σχολή που δεν τους επιτρέπει να βρουν έναν κοινό παρονομαστή. Εδώ βρίσκεται και η βασική μου ένσταση σε μια παράσταση που σκηνοθετικά βρήκα εμπνευσμένη απέναντι σε ένα κείμενο που δεν στερείται δραματουργικών ατελειών και νοηματικών χασμάτων αφού αποβλέπει πρώτιστα στην κινητοποίηση του θεατή μέσω συγκινησιακής φόρτισης.

Ο Αμερικανός Νίκυ Σίλβερ (1960), γνωστός στο ελληνικό κοινό από έργα του όπως το «Χοντροί άντρες με φούστες», θίγει επίσης κοινωνικά ζητήματα αλλά συχνά μέσα από χιουμοριστικές καταστάσεις που παρωδούν ήθη και πρακτικές της καθημερινής ζωής καθώς τα άτομα εθελοτυφλούν απέναντι σε προβλήματα, βυθισμένα στην ανάλαφρη αγωνία της καλοζωίας τους.

Ο Δημήτρης Κομνηνός μετέφρασε, διασκεύασε και σκηνοθέτησε το έργο «Fit» που ανέβηκε στο θέατρο Βικτώρια σε μια προσεκτικά καλοστημένη παράσταση που αναδεικνύει τα χιουμοριστικά στοιχεία του έργου αγγίζοντας κατά στιγμές το γκροτέσκο και αφήνοντας σε δεύτερο επίπεδο το συγκινησιακό που κερδίζει έδαφος στο φινάλε.

Σταμάτης Ζακολίκος, Στέλιος Ψαρουδάκης

Σταμάτης Ζακολίκος, Στέλιος Ψαρουδάκης

 

Ο νεαρός και πλούσιος κληρονόμος Άρλοκ, με μια μητέρα αλκοολική, απαιτητική, ξαναπαντρεμένη που πάντα ζητά νέα επιδόματα από τον γιο της, μαθαίνει ότι ο πρώην εραστής του πέθανε από τον ιό HIV. Ενώ αναμένει τα αποτελέσματα των δικών του εξετάσεων, γνωρίζει τυχαία έναν όμορφο ηθοποιό που φέρει φτερά αγγέλου από μια παιδική παράσταση όπου συμμετέχει, τον ερωτεύεται και τον «φυλακίζει» στο σπίτι του χωρίς ωστόσο να επιδιώκει σεξουαλική επαφή μαζί του. Η έλευση της μητέρας του που αποφασίζει να χωρίσει τον σύζυγό της Καρλ θα δημιουργήσει ποικίλες ευτράπελες καταστάσεις και παρεξηγήσεις που ο Άρλοκ προσπαθεί να λύσει χωρίς να ομολογεί σε κανέναν τη δική του ασθένεια. Μητέρα και άγγελος-Μπόιντ θα «συμμαχήσουν» και ερωτικά ανησυχώντας παράλληλα για την ερωτική αποχή και τη συνεχή θλίψη του Άρλοκ έως ότου αποκαλυφθεί η αλήθεια και όλα οδηγηθούν στη λύση.

 

Δυναμικοί ρυθμοί που πολλά οφείλουν στη μουσική του Ανδρέα Τρούσσα, καλός χειρισμός των

Ζώγια Σεβαστιανού

Ζώγια Σεβαστιανού

κωμικών καταστάσεων και ευπρεπείς ερμηνείες με την πληθωρική ερμηνευτικά Ζώγια Σεβαστιανού (μητέρα) να ορίζει τους ρυθμούς, κάποιες φορές τόσο έντονους που οι άλλοι ηθοποιοί αδυνατούν να ακολουθήσουν. Μετρημένος και ίσως περισσότερο θαμπός από το ζητούμενο ο Σταμάτης Ζακολίκος ως Άρλοκ, σε σωστές εναλλαγές κατά την πορεία της ανέλιξης της υπόθεσης ο Στέλιος Ψαρουδάκης (Μπόιντ), κωμικά μπρούτος ο Πάνος Ροκίδης (Καρλ).

 

Μεγάλο προσόν των ερμηνειών η καλή χημεία μεταξύ των ηθοποιών. Οι σκηνικές επεμβάσεις του Γιώργου Λυντζέρη στον περιορισμένο και σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές σκηνικό χώρο αποτελεσματικές ενώ τα κοστούμια του διέγραψαν χαρακτήρες. Μια παράσταση που θίγει ένα ακόμη φλέγον κοινωνικό ζήτημα χρησιμοποιώντας το χιούμορ και τις ανατροπές με σωστούς ρυθμούς και λιτά μέσα.

* Καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email