ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ:
Αγάπη μου συρρίκνωσα το… λαό και αύξησα τα εισιτήρια!

Πριν από λίγες ημέρες μία μικρομεσαία έμπορος της οδού Πατησίων μου έλεγε ότι το προϊόν που πουλάει στο μαγαζί της, κάπου αλλού, σε ένα «ευκατάστατο» προάστιο – και όχι στην Πατησίων των πληβείων και των μεταναστών – θα έπρεπε να το πουλήσει στη διπλάσια τιμή. Και αυτό διότι ο αγοραστής του «ευκατάστατου» προαστίου πιστεύει πως ισχύει το «όσο πιο ακριβό τόσο πιο καλό και αντιστρόφως». Αν βέβαια πρόκειται να αγοράσει κανείς Cucci και Prada. Ο άλλος, ο φτωχοπρόδρομος  θα ψωνίσει από τα καλάθια με το κιλό και η μόνη θυμοσοφία την οποία δικαιούται είναι «η φτήνια τρώει τον παρά» ή «ό,τι πληρώνεις παίρνεις». Αυτά όσον αφορά στο προϊόν, που στον καπιταλισμό είναι εμπορευματικό και ο στόχος είναι το κέρδος και που γι’αυτό υπάρχουν εκείνοι που φοράνε Prada και οι άλλοι που είναι ξυπόλητοι.

Στη χώρα όμως του «πρώτη φορά αριστερά» η σχέση κόστους – ποιότητας επεκτείνεται. Στο εξής, λοιπόν, εισερχόμενος κανείς σ’ ένα μουσείο ή έναν αρχαιολογικό χώρο καλό είναι να ρωτάει «πόσο το πουλάτε;» (τουτέστιν, «πόσο κοστίζει το εισιτήριο;) και αν είναι ακριβούτσικο να το προτιμήσει γιατί δηλώνει καλή ποιότητα. Αν είναι «φτηνιάρικο» τότε κάποιο λάκκο έχει η φάβα: ή το «προϊόν» δεν είναι καλό ή ο πωλητής του δεν ξέρει από καλή προώθηση «προϊόντος» και το απαξιώνει. Και όποιος πιστεύει ότι η κατ’ αρχήν ιδιότητα ενός μνημείου, ενός μουσείου είναι πρωτίστως εκείνη της παίδευσης και δευτερευόντως εκείνη της είσπραξης είναι εκτός τόπου και χρόνου. Εδώ ψάχνουμε έσοδα και τα έσοδα είναι «μπίζνες».

Η δήλωση του αν. υπουργού Πολιτισμού, Ν. Ξυδάκη, αναφερόμενου στα εισιτήρια των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων: «έχουμε ακόμα τα φθηνότερα εισιτήρια σε όλη την Ευρώπη. Σε τέτοιον βαθμό, ώστε αδικούμε την αξία του προσφερόμενου αγαθού» θα μπορούσε να είναι επίσης «πουλάμε τα φτηνότερα πορτοκάλια και αδικούμε την αξία του προσφερόμενου αγαθού» ή «πουλάμε τα φτηνότερα παπούτσια» κ.ο.κ. Προβαίνοντας όμως ο υπουργός σε αυτή την σύγκριση με την Ευρώπη θα έπρεπε να κάνει και σύγκριση των βιοτικών επιπέδων, δηλαδή να λάβει υπόψη του τα 3 εκ. Ελλήνων που ζουν στη φτώχεια.

Βέβαια σε ετούτη εδώ τη στήλη πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος δικαιούται την ίση και απρόσκοπτη πρόσβαση στα πορτοκάλια, τα παπούτσια και τα μουσεία. Τα δύο πρώτα διέπονται από όρους ιδιωτικοοικονομικούς, άρα «όποιος έχει τρώει και ντύνεται». Τα μουσεία όμως και οι αρχαιολόγοι χώροι φέρουν ακόμη το χαρακτηρισμό «δημόσιο αγαθό».

Κι αφού λογίζονται ακόμη ως δημόσια αγαθά, απαξίωση συνιστά να τα μεταχειρίζεται κανείς ως παπούτσι, ποδήλατο, αμάξι, κότερο. Ετσι, πρώτο μέλημα του Υπουργείου Πολιτισμού, του κάθε Υπουργείου Πολιτισμού θα ήταν πώς θα εξασφαλιστεί η συνεχής, ουσιαστική, καθημερινή βιωματική σχέση των ανθρώπων με τα υλικά σπαράγματα της ιστορίας τους ξεκινώντας από το σχολείο.

Ακόμα χειρότερα, απαξίωση συνιστά η «πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση» να ανακοινώνει την αύξηση των εισιτηρίων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους αφού πρώτα την έχει υποσχεθεί με μέηλ (το μέηλ Βαρουφάκη) στους «θεσμούς» ως ισοδύναμο μέτρο, δηλαδή ως μέτρο με το οποίο θα ταίζει το «εις το διηνεκές» εξυπηρετούμενο χρέος.

Προσβολή, δε, συνιστά να υποδεικνύεται στους φτωχοποιημένους εργαζόμενους αυτής της χώρας να «πληρώσουν κάτι παραπάνω για το μουσείο και ας μην πιουν καφέ με 3 ευρώ», όπως είπε ο κ. Ν. Ξυδάκης. Δηλαδή, η κυβέρνηση αποφάσισε να συνετίσει το λαό επιβάλλοντας χρηματική τιμωρία; Υποδεικνύει στους γονείς, οι οποίοι θα πάνε τα παιδιά τους στο μουσείο, να μην τους αγοράσουν σοκολάτα από το περίπτερο, διότι με μία περίεργη αντιστροφή της λογικής οι γονείς και τα παιδιά, ακριβοπληρώντας το εισιτήριο, θα κατανοήσουν βαθύτερα το νόημα τους αγάλματος, το αγγείου, της εικόνας και εν τέλει θα εκπαιδευτούν;

Η επίσημη πλέον ανακοίνωση της σχεδιαζόμενης αύξησης των εισιτηρίων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, που γίνεται για να γεμίσει τις τσέπες «θεσμών», «εταίρων» και άλλων λεκτικά εξωραϊσμένων αρπακτικών, αλλά ντύνεται με ελιτίστικες ιδεοληψίες και επαρχιώτικο ναρκισσιστικό μεγαλοιδεατισμό του τύπου «ό,τι προσφέρεται δωρεάν ή φτηνά δεν εκτιμάται» συνιστά κατάφωρη ύβρις προς κάθε κατακρεουργημένο εργασιακά, εξαθλιωμένο οικονομικά, εξοντωμένο ψυχικά κάτοικο αυτού του τόπου.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email