ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

Διαχρονική διαφθορά και πατριδοκαπηλία

 

 

«Ένας ήρωας με παντόφλες»

Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος,

Σκηνοθεσία: Γιάννης Μπέζος

Θέατρο Βρετάνια

Γνωστό στο ευρύτερο κοινό από την κινηματογραφική του επιτυχία του 1958, το έργο του επί σειρά δεκαετιών πλέον επιτυχημένου δίδυμου της νεοελληνικής κωμωδιογραφίας Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου «Ένας ήρωας με παντόφλες» (1947) ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή από τον θίασο Βασίλη Λογοθετίδη με τον ίδιο στον ρόλο του Στρατηγού Δεκαβάλλα. Επαναλήφθηκε 33 χρόνια μετά, από τη Νέα Ελληνική Σκηνή του Θύμιου Καρακατσάνη. Σήμερα, ακόμα 34 χρόνια μετά, επανέρχεται σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου ο οποίος κρατά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Διαχρονικές μίζες

«Πόσο συγκινημένος είμαι», έγραφε με αφορμή την παράσταση του 1980 ο Αλέκος Σακελλάριος, «που η κωμωδία αυτή ανασύρεται από τα παγερά σκοτάδια της λησμονιάς για να κάνει πάλι τις πικρές διαπιστώσεις της για τον σημερινό κόσμο που – αλίμονο- δεν διαφέρει από τον χτεσινό». Και πράγματι, η ίδια διαπίστωση γίνεται τώρα, ίσως και εντονότερα, για τον δικό μας σημερινό κόσμο. Κομπιναδόροι, μιζαδόροι και αριβίστες που περιβάλλουν την εκάστοτε πολιτική εξουσία συνεχίζουν να επιβιώνουν και να δρουν οικειοποιούμενοι μέσω κομπίνας το δημόσιο χρήμα την ίδια στιγμή που ο απλός πολίτης λιμοκτονεί.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αντικείμενο προς εκμετάλλευση αποτελεί ο απόστρατος Στρατηγός Δεκαβάλλας που μετά βίας συντηρεί την οικογένειά του με τη μικρή του σύνταξη. Αν και στο επίκεντρο του έργου, ο Στρατηγός δεν είναι παρά ο δίαυλος για να σφετεριστούν το δημόσιο χρήμα ο επιδέξια πλουτήσας συγγενής του Απόστολος σε συνεργασία με τον Ιδιαίτερο του υπουργού. Ο δυο τους καταστρώνουν σχέδιο κατασκευής και τοποθέτησης αγάλματος του Στρατηγού σε πλατεία μπροστά από το σπίτι του -που θα πάρει συγχρόνως και το όνομά του- ως τιμητική ανταμοιβή για τον αγώνα του υπέρ της πατρίδος. Στην ουσία, θα πληρώσουν τα στοιχειώδη στον γλύπτη και θα τσεπώσουν ως μίζα το μεγάλο ποσό που προβλέπεται για το φωταγωγημένο άγαλμα ενώ ο ίδιος ο Στρατηγός θα δει να του κόβουν το φως που δεν έχει να πληρώσει.

Παράλληλα, η αρραβωνιασμένη με νεαρό οδοντίατρο κόρη του Στρατηγού θα εγκαταλειφθεί από τον φιλόδοξο νέο που θα γνωρίσει την πλούσια κόρη του Απόστολου.

Δεν υπάρχει ευτυχές τέλος σε αυτή την κωμωδία και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο ατού της. Υπάρχει ρεαλισμός απέναντι στις τότε και τώρα καταστάσεις, χωρίς ωραιοποιήσεις και ζαχαρωμένα φινάλε. «Και ξανά προς τη δόξα τραβά» θα σιγοτραγουδήσει στο τέλος ο Στρατηγός γλυκόπικρα εκφράζοντας εκείνη τη βαθύτερη πίστη στο αύριο παρά την πλήρη καταστροφή. Κάτι που ίσως ενδόμυχα θα ήθελαν να μπορούν να σιγοτραγουδήσουν τα χείλη των Ελλήνων του 2014.

Παράσταση με σεβασμό στο κοινό

Η πικρή κωμωδία των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου επικεντρώνεται δραματουργικά με εύληπτο τρόπο σε μια και μοναδική θεματική, εκείνη της αντιπαράθεσης των καταφερτζήδων με τους απλούς, έντιμους ανθρώπους. Δεν υπάρχουν διακυμάνσεις, οι κατηγορίες είναι σαφώς διαχωρισμένες μεταξύ καλών και κακών ούτε υπάρχει η σε βάθος χαρακτηρολογία τους. Οι περισσότεροι χαρακτήρες είναι επιφανειακά σχεδιασμένοι, έτσι ώστε να εξυπηρετούν το βασικό ζητούμενο γύρω από το οποίο περιστρέφονται τελικά οι πάντες λαμβάνοντας τις αντιπαρατιθέμενες θέσεις.

Ο Γιάννης Μπέζος

Ο Γιάννης Μπέζος

Ο Γιάννης Μπέζος ακολούθησε τη δραματική γραφή σκηνοθετώντας χωρίς θεαματικά ευρήματα αλλά δημιουργώντας το σωστό πλαίσιο για να ανελιχθούν οι καταστάσεις και οι σταδιακές αποκαλύψεις των κρυφών στόχων. Στη δουλειά του βοηθήθηκε σημαντικά από τα σκηνικά αλλά και τα ιδιαίτερα προσεγμένα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα. Σωστή διάρθρωση εσωτερικών χώρων του διαμερίσματος που επέτρεπε την ανάπτυξη των ηθοποιών σε όλο το μήκος της σκηνής, με έπιπλα που έφεραν άρωμα εποχής, επιτυχής διευθέτηση του «εξω-σκηνικού» χώρου που εισβάλλει από την ανοικτή μπαλκονόπορτα ώστε να διακρίνεται το άγαλμα και, κυρίως, καλοσχεδιασμένα κοστούμια και αξεσουάρ δεκαετίας του ’50, εύγλωττα των προσώπων που τα φορούν. Μια με πικρή ειρωνεία προβολή του τότε (μέσω ενδυματολογικών δεικτών στο σήμερα των οικείων καταστάσεων).

Οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα δεν φάνηκε να υπήρξαν ιδιαίτερα απαιτητικοί , φώτισαν σωστά και συμβατικά τη σκηνή. Βρήκα τα ίχνη μουσικών φράσεων της παράστασης ιδιαίτερα εύστοχα, ως μια απόπειρα ανάτασης που ουδέποτε θα ολοκληρωθεί.

Εγκρατής , ακριβής υποκριτική

Ο θεατρικός Γιάννης Μπέζος είναι ένας δραματικός ηθοποιός που γνωρίζει τους βαθύτερους κώδικες της κωμωδίας. Χρησιμοποιεί εσωτερικές υποκριτικές τεχνικές για να δημιουργήσει κωμικό αποτέλεσμα ενώ παραμένει σοβαρός, χωρίς εξωτερικά τερτίπια, χωρίς κραυγαλέες μεθοδεύσεις που προκαλούν το εύκολο γέλιο. Ελέγχει απόλυτα την κινησιολογία του, μεταμορφώνει τη στάση του σώματος και τις χειρονομίες του ανάλογα με το πρόσωπο που υποδύεται, διατηρεί τους σωστούς τονισμούς της φωνής του και με αυτά τα εργαλεία τέρπει τον θεατή του. Διαθέτει απόλυτη αίσθηση του μέτρου ώστε την κωμική κατάσταση να την σβήνει πριν την κορύφωσή της, πριν αγγίξει τη υπερβολή και τη φάρσα. Έδωσε έτσι διαβαθμίσεις και εσωτερικές εναλλαγές στον κάπως μονότονα σχεδιασμένο Στρατηγό, ανάγοντάς τον σε συμβολικό επίπεδο.

Λαμπρόγιαννη- Λιόλιος

Λαμπρόγιαννη- Λιόλιος

Με την ίδια λογική σκηνοθέτησε και τους ηθοποιούς της παράστασής του. Ίσως η καλή Δάφνη Λαμπρόγιαννη να υπερέβαλε σε εξ αρχής κατήφεια στο ρόλο της συζύγου του Στρατηγού αλλά Τάσος Γιαννόπουλος (Απόστολος) και Δημήτρης Κανέλλος (Ιδιαίτερος υπουργού) δημιούργησαν ένα απολαυστικό δίδυμο μεγαλο-απατεώνων που θύμιζαν παλιούς καλούς κωμικούς της σκηνής. Εξαιρετικός ο Κώστας Φλωκατούλας στον μικρό ρόλο του Γλύπτη του αγάλματος, έφερε στη σκηνή τον τύπο του καρατερίστα. Καλός επίσης και με αισθητή τη διαφορά στον διπλό του ρόλο γράφει σκηνικά, ιδίως ως παλιατζής, ο Δημήτρης Λιόλιος.

Χωρίς βάθος ως προς την αμφισημία του Κώστα, αριβίστα αρραβωνιαστικού της κόρης, μου φάνηκε η ερμηνεία του Αλμπέρτο Φάις. Η Αμαλία Νίνου, Κόρη του Στρατηγού, εύθραυστη και με ευαισθησία στην κίνηση και τον λόγο, έφερε εξ αρχής πάνω της τη δυστυχία ώστε στις μετέπειτα δυσμενέστερες ανατροπές να μην δημιουργήσει νέες τονικότητες. Σε κλασικό ρόλο αντιζήλου, η Εξαδέλφη της Ντένιας Στασινοπούλου είχε δυναμικότητα και ωραία σκηνική παρουσία. Ξένη προς την παραστασιακή λογική μου φάνηκε η κραυγάζουσα Ελένη Τσιμπρικίδου ως φωτογράφος: πιστεύω ότι η ενόχληση που προκαλούσε θα μπορούσε να εκφραστεί εξίσου με μόνη την κίνηση και τον κενό περιεχομένου λόγο της, χωρίς να καταφεύγει σε τηλεοπτικές υπερβολές.

Μια εύληπτη για το ευρύ κοινό, προσεκτικά σχεδιασμένη παράσταση που σαρκάζει με θλίψη τη σύγχρονη κατάντια μας.

* Καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πατρών.

Σκηνές από την παράσταση 

  • Μπέζος, Φλωκατούλας
  • Μπέζος, Νίνου
  • Μπέζος, Γιαννόπουλος

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email